Ο τρόπος που καθόμαστε δεν συνδέεται μόνο με παθήσεις της σπονδυλικής στήλης, αλλά και με την αυτοπεποίθηση.
«Ίσιωσε την πλάτη σου». Αυτή είναι μία από τις φράσεις που ακούγεται πιο συχνά από τα χείλη ενός γονιού στο παιδί του -μετά το «μάζεψε τα παιχνίδια σου». Η στάση σώματος προβληματίζει τους γονείς καθώς φοβούνται για παθήσεις της σπονδυλικής στήλης που μπορεί να εμφανιστούν στην παιδική ή εφηβική ηλικία, όπως η σκολίωση. Από την άλλη, δεν είναι λίγοι όσοι συνδέουν την κακή στάση σώματος με έλλειψη αυτοπεποίθησης ή βαρεμάρα, ενώ άλλοι απλώς επαναλαμβάνουν όσα άκουγαν όταν ήταν οι ίδιοι μικροί. Σε κάθε περίπτωση, η σωστή στάση σώματος είναι σημαντική για την αποφυγή μελλοντικών προβλημάτων. Για αυτό το λόγο, ο αθλητισμός και η ενδυνάμωση του κορμού, καθώς ο έλεγχος από γιατρό, αλλά και η ρύθμιση της καρέκλας και του γραφείου θεωρούνται απαραίτητα.
Τώρα, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο ΜακΓκίλ στον Καναδά διαπίστωσαν ότι η στάση του σώματος επηρεάζει ακόμα και τα συναισθήματα αλλά και τη λήψη αποφάσεων. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Psychology, οι συμμετέχοντες που είχαν καλύτερη στάση και κάθονταν σωστότερα, σημείωσαν καλύτερες επιδόσεις και ανέφεραν περισσότερα θετικά συναισθήματα από τους υπόλοιπους.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Επιστημονική ομάδα από το καναδικό πανεπιστήμιο κάλεσε 200 φοιτητές να πραγματοποιήσουν κάποια τεστ σε οθόνη τάμπλετ, με πρόσχημα τη δοκιμή μιας εφαρμογής για κινητά τηλέφωνα. Για μερικούς συμμετέχοντες, η οθόνη τοποθετήθηκε σε βάση πάνω σε ένα ρυθμιζόμενο τραπέζι, ενθαρρύνοντας έτσι την ορθότερη στάση. Για άλλους, τοποθετήθηκε επίπεδα στο γραφείο, το οποίο βρισκόταν σε χαμηλότερη θέση, αναγκάζοντας έτσι τους συμμετέχοντες να σκύψουν. Επισημαίνεται ότι σε κανέναν δεν ειπώθηκε να καθίσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Στη συνέχεια, ολοκλήρωσαν ένα τεστ, στο οποίο μπορούσαν να κερδίσουν πόντους φουσκώνοντας ένα εικονικό μπαλόνι, αλλά ρισκάροντας να τους χάσουν αν αυτό σκάσει. Κατά τη διάρκεια της εργασίας, οι συμμετέχοντες με καλύτερη στάση ανέλαβαν μεγαλύτερα ρίσκα και έτειναν να κερδίζουν μεγαλύτερες ανταμοιβές. Ο Χόρχε Άρμονι, καθηγητής στα Τμήματα Ψυχιατρικής και Ψυχολογίας στο ΜακΓκιλ και επικεφαλής της μελέτης, σχολίασε πως με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτεται ότι «δεν ενεργούσαν πιο παρορμητικά, αλλά μάλλον αναλάμβαναν πιο αποτελεσματικά ρίσκα». Επιπλέον, αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι οι συμμετέχοντες με καλύτερη στάση σώματος ανέφεραν πως ένιωσαν υπερήφανοι και είχαν πολύ καλύτερη διάθεση.
Δεν προηγήθηκε καθοδήγηση
Η ιδέα ότι η στάση του σώματος μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε δεν είναι νέα. Εδώ και χρόνια αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, με πιο γνωστό παράδειγμα τις μελέτες γύρω από τις λεγόμενες «στάσεις ισχύος». Ωστόσο, τέτοιες έρευνες συχνά αντιμετωπίζουν ένα βασικό μεθοδολογικό πρόβλημα. Όταν οι συμμετέχοντες καλούνται να υιοθετήσουν μια συγκεκριμένη στάση, ενδέχεται ασυνείδητα να συμπεριφερθούν όπως πιστεύουν ότι αναμένουν οι ερευνητές, επηρεάζοντας έτσι την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων.
Η ερευνητική ομάδα του ΜακΓκειλ επιχείρησε να ξεπεράσει αυτόν τον περιορισμό, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στη στάση του σώματος. Αντί να δώσει οδηγίες, διαμόρφωσε το περιβάλλον με τρόπο που ενθάρρυνε τους συμμετέχοντες να υιοθετήσουν συγκεκριμένη στάση χωρίς να το αντιληφθούν. Οι συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν μετά το τέλος του πειράματος έδειξαν ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως η στάση του σώματός τους είχε επηρεαστεί ή καθοδηγηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Παράλληλα, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν λογισμικό ανάλυσης βίντεο για να παρακολουθούν με ακρίβεια τη γωνία του αυχένα κάθε συμμετέχοντα καθ’ όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας. Η προσέγγιση αυτή παρείχε μια πιο αντικειμενική και αξιόπιστη μέτρηση της πραγματικής στάσης του σώματος σε σύγκριση με τις μεθόδους που είχαν χρησιμοποιηθεί στις περισσότερες προηγούμενες μελέτες.
Οι περιορισμοί
Παρ’όλα αυτά, η έρευνα παρουσιάζει ορισμένους περιορισμούς. Το δείγμα αποτελούνταν κυρίως από νεαρές γυναίκες, φοιτήτριες στο καναδικό πανεπιστήμιο, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των ευρημάτων σε μεγαλύτερες ηλικίες, στους άνδρες ή σε πληθυσμούς με διαφορετικές πολιτισμικές αντιλήψεις σχετικά με τη γλώσσα του σώματος. Συνολικά, ωστόσο, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η στάση του σώματος μπορεί να επηρεάζει, έστω και διακριτικά, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται και συμπεριφέρονται, ακόμη και όταν δεν έχουν επίγνωση αυτής της επίδρασης.
Εξωτερική φωτογραφία: Pexels
