search icon

Journal

Καθορίζει η σειρά γέννησης την προσωπικότητά μας;

Τι λένε επιστήμονες για τα πρωτότοκα, τα μεσαία και τα μικρότερα παιδιά, τι ανατρέπουν νέες μελέτες και μέχρι ποια ηλικία ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει.

Τι λένε επιστήμονες για τα πρωτότοκα, τα μεσαία και τα μικρότερα παιδιά, τι ανατρέπουν νέες μελέτες και μέχρι ποια ηλικία ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει.

Τα πρωτότοκα μεγαλώνουν συνήθως πιο υπεύθυνα, τα δεύτερα λειτουργούν σαν ειρηνοποιοί και τα μικρότερα παιδιά είναι πραγματικά ζιζάνια, αλλά και ριψοκίνδυνα. Για χρόνια πιστεύαμε ότι η σειρά γέννησης στα αδέλφια είχε σημασία, όχι μόνο στο επίπεδο χάους που θα επικρατούσε στο σπίτι, αλλά και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Σύγχρονες μελέτες, όμως, υποστηρίζουν ότι αυτή είναι μια υπεραπλουστευμένη θεωρία και εξηγούν ότι η σειρά με την οποία έχει γεννηθεί ένα παιδί, στην πραγματικότητα επιδρά ελάχιστα στο πώς θα εξελιχθεί στην ενήλικη ζωή του.

Σε αντίθεση με όσα πιστεύαμε, οι ειδικοί εξηγούν ότι ο χαρακτήρας παραμένει εύπλαστος και εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Photo: Pexels

Τι λένε οι ειδικοί
Όπως αναφέρει η Washington Post, ο χαρακτήρας παραμένει εύπλαστος και εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Μελέτη που διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο Μπροκ στο Οντάριο και το Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρι, με 710.000 συμμετέχοντες, διαπίστωσε ότι άνθρωποι που μεγάλωσαν με μικρότερα ή μεγαλύτερα αδέλφια ήταν, κατά μέσο όρο, περισσότερο συνεργάσιμοι, είχαν πιο ευχάριστη διάθεση και ήταν πιο ειλικρινείς και ταπεινοί. Τα μεσαία παιδιά, μάλιστα, συγκέντρωσαν υψηλότερη βαθμολογία σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Ωστόσο, συνολικά, η επίδραση της σειράς ήταν ελάχιστη. Το μέγεθος της οικογένειας, δηλαδή πόσα αδέλφια έχει κάποιος, μοιάζει να παίζει σημαντικότερο ρόλο στην προσωπικότητα από το αν γεννήθηκε πρώτος ή τελευταίος.

Ακόμα κι έτσι όμως, αυτοί οι παράγοντες εξηγούν λιγότερο από το 1% των διαφορών που βλέπουμε στους ενήλικες σχετικά με την ειλικρίνεια, την ταπεινότητα και την προσήνεια. Επιπλέον, αν η σειρά γέννησης διαμόρφωνε μόνιμα τον χαρακτήρα μας, οι διαφορές ανάμεσα στα αδέλφια θα έπρεπε να γίνονται πιο έντονες όσο μεγαλώνουμε. Τα δεδομένα όμως δείχνουν ότι αυτό δεν συμβαίνει.

Οι παράγοντες που συνδέονται με την αλλαγή είναι τρεις: η γενετική, οι εμπειρίες, η συνειδητή προσπάθεια. Photo: Pexels

Από την επιβίωση στη συνειδητοποίηση
Οι ερευνητές άλλης διεθνούς μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Annals of the New York Academy of Sciences έθεσαν ένα άλλο ερώτημα: Μήπως η προσωπικότητα που αποδίδουμε στη σειρά γέννησης είναι τελικά ένας ρόλος ή μια συμπεριφορά που επιδεικνύουμε ως παιδιά για να επιβιώσουμε ή να ξεχωρίσουμε; Για να απαντήσουν, παρατήρησαν τη συμπεριφορά των μικρότερων παιδιών και πόσο πιθανό είναι να εμπλακούν σε κάτι ριψοκίνδυνο. Σύμφωνα με τη λογική, καθώς μεγαλώνοντας ανταγωνίζονταν τα αδέλφια τους, ως επακόλουθο θα έπαιρναν περισσότερα ρίσκα. Προκύπτει, λοιπόν, ότι πράγματι, τα μικρότερα αδέλφια ηλικίας 10-14 ετών ήταν πιο πιθανό να αψηφήσουν τον κίνδυνο σε σύγκριση με τα πρωτότοκα.

Όμως, όσο μεγάλωναν αυτή η τάση άρχισε να φθίνει και μέχρι τα 30 είχε εξαφανιστεί. Επομένως, καταλήγουν οι ειδικοί, η φήμη του μικρότερου παιδιού ως το πιο απερίσκεπτο καταρρέει, αφού δεν πρόκειται για μόνιμο στοιχείο της προσωπικότητάς του, αλλά για μια αντίδραση στο περιβάλλον του. Με λίγα λόγια, όταν φεύγουμε από το καταφύγιο του σπιτιού και ερχόμαστε κατάματα με τον αληθινό κόσμο, εγκαταλείπουμε τον παιδικό ρόλο και αναπτύσσουμε την πραγματική προσωπικότητά μας, ανεξαρτήτως αν είμαστε μεσαία, ή μικρότερα παιδιά.

H φήμη του μικρότερου παιδιού ως το πιο ριψοκίνδυνο καταρρέει, αφού δεν πρόκειται για μόνιμο στοιχείο της προσωπικότητάς του, αλλά για μια αντίδραση στο περιβάλλον του. Photo: Unsplash
Το μέγεθος της οικογένειας, δηλαδή πόσα αδέλφια έχει κάποιος, μοιάζει να παίζει σημαντικότερο ρόλο στην προσωπικότητα από το αν γεννήθηκε πρώτος ή τελευταίος. Photo: Unsplash

Το μοντέλο των “Μεγάλων Πέντε“
Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν το μοντέλο των λεγόμενων «Μεγάλων Πέντε Παραγόντων» που περιλαμβάνει στοιχεία προσωπικότητας, όπως η εξωστρέφεια, η συνεργατικότητα, η ευσυνειδησία, ο νευρωτισμός – που συνδέεται με άγχος, ανησυχία και συναισθηματική αστάθεια-, καθώς και η πνευματική περιέργεια και η φαντασία. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σταθερά για σύντομα χρονικά διαστήματα, αλλά όχι για όλη τη ζωή του ανθρώπου. Αυτό που συνδέεται με την αλλαγή μέσα στο χρόνο, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι τρεις παράγοντες: η γενετική, οι εμπειρίες, η συνειδητή προσπάθεια. Ειδικοί ανέλυσαν την προσωπικότητα διδύμων και κατέληξαν πως σε ποσοστό 40-60% των χαρακτηριστικών τους σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες.

Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι η προσωπικότητά τους είναι προκαθορισμένη, καθώς η γενετική και το περιβάλλον αλληλεπιδρούν και ο διαχωρισμός των δύο είναι δύσκολος. Από την άλλη, οι εμπειρίες ζωής, όπως ένας γάμος, ένα διαζύγιο, η γέννηση ενός παιδιού, η συνταξιοδότηση, σχετίζονται και αυτές με αλλαγές στην προσωπικότητα. Ακόμα και οι λιγότερο σημαντικές εμπειρίες, όμως, μας αλλάζουν. Για παράδειγμα, η φροντίδα που δείχνουμε στο σύντροφό μας τακτικά μέσα στο χρόνο, η υπερηφάνεια που νιώθουμε για μικρά επιτεύγματα μπορούν αθροιστικά να έχουν σημαντική επίδραση. Τέλος, υπάρχει κι η συνειδητή προσπάθεια. Σε αντίθεση με όσους ισχυρίζονται ότι «ο άνθρωπος δεν αλλάζει», οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η προσωπικότητα μπορεί να αλλάξει σκόπιμα έπειτα από ψυχοθεραπεία ή ειδικές ασκήσεις συμπεριφοράς.

Η αλλαγή παρατηρείται ακόμα και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Άνθρωποι που έχουν περάσει τα 60 ή έχουν φτάσει ακόμα και τα 70, μπορούν να επιδιώξουν και να επιτύχουν αλλαγές. Photo: Pexels

Δεν αρκεί, βέβαια, να διαβάσουμε ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης, αλλά απαιτείται συστηματική πρακτική. Κάτι σαν την προπόνηση. Δεν μπορεί να έχουμε την πεποίθηση ότι θα κάνουμε μια φορά ασκήσεις για να αποκτήσουμε καλοσχηματισμένους κοιλιακούς. Χρειάζεται να τις επαναλάβουμε ώστε να έχουμε ένα ορατό αποτέλεσμα με διάρκεια. «Όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να αλλάξουν, με αυτούς τους τρόπους, σημειώνουν μεγάλη επιτυχία», αναφέρει στην αμερικανική εφημερίδα, ο Τεντ Σουάμπα, ψυχολόγος και επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Τι συμβαίνει με τους μεγαλύτερους
Η αλλαγή παρατηρείται ακόμα και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Άνθρωποι που έχουν περάσει τα 60 ή έχουν φτάσει ακόμα και τα 70, μπορούν να επιδιώξουν και να επιτύχουν αλλαγές. Η συναισθηματική σταθερότητα αυξάνεται, ακόμα και όταν η φυσική κατάσταση ή οι κοινωνικοί πόροι του ανθρώπου περιορίζονται. Αυτό είναι το λεγόμενο «παράδοξο της γήρανσης», κατά το οποίο κάποιες σωματικές ικανότητες χάνονται, αλλά αποκτάται μεγαλύτερη συναισθηματική ισορροπία. Πιο απλά, η προσωπικότητά μας δεν προδιαγράφεται και δεν είμαστε «καταδικασμένοι» να παραμείνουμε όπως ήμασταν στα 20. Αλλάζουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας και όπως υποστηρίζει η Ρόντικα Ντάμιαν, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο ευσυνείδητοι, πιο συναισθηματικά σταθεροί και πιο ευχάριστοι. Μένει να φανεί αν η θεωρία αυτή θα αντέξει στον χρόνο.

Εξωτερική φωτογραφία: Pexels

Exit mobile version