Πώς η πόλη που έχασε όλη τη βιομηχανική της παραγωγή μετατράπηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα digital hubs της Βρετανίας.
Στα μέσα του 19ου αιώνα το Μάντσεστερ ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική βιομηχανική πόλη στον κόσμο. Η «Cottonopolis», όπως την αποκαλούσαν τότε, δηλαδή η «πόλη του βαμβακιού», επεξεργαζόταν τεράστιο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής αυτού του προϊόντος. Τα εργοστάσια δούλευαν μέρα και νύχτα, οι καμινάδες σκέπαζαν τον ουρανό και δεκάδες χιλιάδες εργάτες συντηρούσαν μια οικονομία που έμοιαζε ασταμάτητη.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, μόνο η υφαντουργία και οι συναφείς βιομηχανίες απασχολούσαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στη μητροπολιτική περιοχή. Η πόλη είχε γίνει σύμβολο της βιομηχανικής επανάστασης και του βρετανικού καπιταλισμού. Μόνο στην πόλη είχαν καταμετρηθεί 16 εκατομμύρια μηχανικά αδράχτια (spindles) και τα εργοστάσια απασχολούσαν 557.000 ανθρώπους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά κάθε ηλικίας.
Έναν αιώνα αργότερα, μεγάλο μέρος αυτής της οικονομίας είχε καταρρεύσει. Η αποβιομηχάνιση της δεκαετίας του ’70 και του ’80 χτύπησε το Μάντσεστερ με σκληρό τρόπο. Εργοστάσια έκλεισαν, αποθήκες εγκαταλείφθηκαν, συνοικίες ερήμωσαν. Η βρετανική μεταποίηση συνολικά έχασε πάνω από 6 εκατομμύρια θέσεις εργασίας από τη δεκαετία του 1960 ως το 2019, ενώ μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’80 εξαφανίστηκαν περίπου 1,5 εκατομμύριο βιομηχανικές θέσεις εργασίας στη χώρα. Το σοκ ήταν ιδιαίτερα έντονο σε πόλεις σαν το Μάντσεστερ, που είχαν χτίσει ολόκληρη την ταυτότητά τους πάνω στη βιομηχανία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το κέντρο της πόλης είχε φτάσει σε σημείο σχεδόν εγκατάλειψης. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι μόνο 500 άνθρωποι (!) ζούσαν μόνιμα στο κέντρο της πόλης το 1990, ένας αριθμός αδιανόητος για μια πόλη τέτοιου μεγέθους. Σήμερα, ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων στο city center προσεγγίζει τις 100.000. Η μεταμόρφωση δεν έγινε τυχαία. Και σίγουρα δεν έγινε γρήγορα.
Το σημείο καμπής ήλθε το 1996
Στις 15 Ιουνίου ο IRA τοποθέτησε ένα τεράστιο φορτηγό-βόμβα στο κέντρο της πόλης, κοντά στα πολυκαταστήματα και τις εμπορικές αρτηρίες γύρω από το Corporation Street. Η βόμβα περιείχε περίπου 1.500 κιλά εκρηκτικών και θεωρείται η μεγαλύτερη βόμβα που εξερράγη ποτέ στη Μεγάλη Βρετανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο IRA είχε προειδοποιήσει τηλεφωνικά περίπου 90 λεπτά πριν από την έκρηξη, κάτι που επέτρεψε στις αρχές να εκκενώσουν μεγάλο μέρος του κέντρου. Τραυματίστηκαν περισσότεροι από 200 άνθρωποι, καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές περίπου 1.200 κτίρια και η οικονομική ζημιά υπολογίστηκε τότε σε περίπου 700 εκατομμύρια στερλίνες, ποσό τεράστιο για την εποχή.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Η καταστροφή άνοιξε το δρόμο για μια πλήρη ανακατασκευή του πυρήνα της πόλης. Νέα εμπορικά κέντρα, δημόσιοι χώροι, πεζόδρομοι και γραφεία άρχισαν να αντικαθιστούν τα ερειπωμένα βιομηχανικά τοπία. Παράλληλα, η πόλη επένδυσε συστηματικά στις μεταφορές και στην εκπαίδευση. Το δίκτυο τραμ Metrolink επεκτάθηκε σταδιακά και έγινε ένα από τα μεγαλύτερα αστικά δίκτυα ελαφρού σιδηροδρόμου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα πανεπιστήμια του Μάντσεστερ άρχισαν να προσελκύουν ολοένα περισσότερους φοιτητές, ερευνητές και startups επιχειρήσεις. Η πόλη σταμάτησε να προσπαθεί να ξαναγίνει βιομηχανικό κέντρο και προσπάθησε να γίνει κάτι άλλο.
Οι αριθμοί και η αλλαγή
Σύμφωνα με τη «βιομηχανική στρατηγική» της εκάστοτε βρετανικής κυβέρνησης, μόνο ο ψηφιακός τομέας στο Μάντσεστερ υποστήριζε ήδη περίπου 70.000 θέσεις εργασίας το 2018 και παρήγαγε οικονομική δραστηριότητα ύψους 3,4 δισεκατομμυρίων στερλινών. Την ίδια στιγμή, ολόκληρη η μητροπολιτική περιοχή του «ευρύτερου Μάντσεστερ» εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους τεχνολογικούς κόμβους εκτός Λονδίνου, ιδιαίτερα σε software engineering και ηλεκτρονικό εμπόριο.
Το πιο εμβληματικό project αυτής της μετάβασης ήταν το MediaCityUK στο Σάλφορντ Κουέις. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν εγκαταλελειμμένες αποβάθρες και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο media cluster. Όταν το BBC μετέφερε σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του από το Λονδίνο προς το Μάντσεστερ στα τέλη της δεκαετίας του 2000, η πόλη απέκτησε ένα νέο οικονομικό κέντρο βάρους. Μαζί ακολούθησαν εταιρείες παραγωγής, digital agencies και τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις.
Η αλλαγή αποτυπώνεται και στην οικοδομική δραστηριότητα. Από το 2017 μέχρι σήμερα, ο αριθμός των ουρανοξυστών στην πόλη αυξήθηκε επτά φορές, σύμφωνα με βρετανικές αναλύσεις για την αστική ανάπτυξη της περιοχής. Περιοχές όπως το Άνκοουτς και το Νιου Ίσλινγκτον, που παλιότερα συνδέονταν με εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και κανάλια γεμάτα βιομηχανικά απόβλητα, μετατράπηκαν σε συνοικίες με σύγχρονα γραφεία, αλλά και ακριβά διαμερίσματα.
Η νέα οικονομική πραγματικότητα
Πριν από την κρίση του 2008, η οικονομία του μητροπολιτικού Μάντσεστερ αναπτυσσόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,6%, σχεδόν όσο και ο εθνικός μέσος όρος της Βρετανίας. Μεταξύ 2010 και 2016 δημιουργήθηκαν καθαρά 117.000 νέες θέσεις εργασίας στην περιοχή. Η πόλη άρχισε να προσελκύει επιχειρήσεις που αναζητούσαν χαμηλότερο λειτουργικό κόστος από το Λονδίνο αλλά ταυτόχρονα πρόσβαση σε πανεπιστήμια και σύγχρονες υποδομές. Και η ανάπτυξη χτύπησε διψήφια νούμερα. Κι ακόμα βρίσκεται ψηλότερα από το μέσο όρο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το Μάντσεστερ δεν έγινε απλώς «τεχνολογική πόλη». Η μουσική και η πολιτιστική του κληρονομιά λειτούργησαν σαν οικονομικό asset. Από τους Oasis μέχρι τη σκηνή της Hacienda και την indie κουλτούρα της πόλης, το Μάντσεστερ ήταν ήδη ονομαστό καλλιτεχνικά πολύ πριν ξεκινήσει η οικονομική του αναγέννηση. Αυτό βοήθησε να προσελκύσει νέους κατοίκους, δημιουργικούς επαγγελματίες και επενδύσεις.
Η νέα ακμή, όμως, έχει και κόστος. Οι τιμές ακινήτων και τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί. Η ανάπτυξη είναι άνιση και πολλές παραδοσιακές εργατικές περιοχές δεν έχουν ωφεληθεί στον ίδιο βαθμό. Ακόμη και σήμερα, το Μάντσεστερ παραμένει μια περιοχή με έντονες κοινωνικές ανισότητες και σημαντικές διαφορές προσδόκιμου ζωής και εισοδήματος ανά συνοικία. Αυτό που κάνει, πάντως, το Μάντσεστερ ξεχωριστό είναι ότι έπιασε γρήγορα τα μηνύματα και δεν επέμεινε στο παλιό του πλάνο ανάπτυξης. Αντικατέστησε μια οικονομία εργοστασίων με μια οικονομία δεδομένων, ΜΜΕ, υπηρεσιών και αστικής κατανάλωσης χωρίς να χάσει τίποτε από την πολιτιστική του ταυτότητα.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
