Σημάδια ανάκαμψης για τη δευτερογενή αγορά με τη μέση τιμή μεταπώλησης κορυφαίων οίκων να έχει αυξηθεί.
Η αγορά μεταχειρισμένων ρολογιών φαίνεται να μπαίνει σε νέα τροχιά, με τη μέση τιμή μεταπώλησής τους να καταγράφει άνοδο έπειτα από τουλάχιστον μια δεκαετία πτωτικής πορείας. Σύμφωνα με έκθεση για τη δευτερογενή αγορά της Watch Charts, σε συνεργασία με τη Morgan Stanley, παρατηρείται ανοδική τάση για αρκετούς κορυφαίους οίκους.
Αναλυτικότερα, από τα μέσα του 2022 μέχρι τα τέλη του 2024, η αγορά μεταχειρισμένων ρολογιών σημείωσε συνεχή πτώση στις τιμές για πολλές εταιρίες. Αιτία, οι επιπτώσεις της πανδημίας, η μεγάλη προσφορά, η περιορισμένη ζήτηση και το μειωμένο ενδιαφέρον για τα ακριβά ρολόγια. Εντούτοις, το 2025 το κλίμα άρχισε να αλλάζει. Η μέση τιμή μεταπώλησης άρχισε να αυξάνεται εκ νέου το τρίτο τρίμηνο του έτους, συνεχίζοντας ανοδικά μέχρι το τέλος της χρονιάς. Οι αναλυτές κάνουν λόγο για σταθεροποίηση ή ακόμα και για τα πρώτα σημάδια ουσιαστικής ανάκαμψης της αγοράς.
Η αγορά μεταχειρισμένων αλλάζει πορεία
Η έκθεση παρακολούθησε συνολικά 35 μάρκες, εστιάζοντας τόσο στους μεγάλους ομίλους, Richemont, Swatch Group και LVMH, όσο και στους ανεξάρτητους «παίκτες» της υψηλής ωρολογοποιίας, όπως Rolex, Patek Philippe και Audemars Piguet. Στη συνολική αγορά καταγράφηκε αύξηση τιμών κατά 4,9% το 2025, σε αντίθεση με τη μείωση κατά 10,7% το 2023 και κατά 6,1% το 2024. Ειδικότερα, η απόδοση της Patek Philippe στη δευτερογενή αγορά αυξήθηκε κατά 12,1% σε ετήσια βάση το 2025, ενώ εκείνη της Rolex κατέγραψε 4,6% και της Audemars Piguet 1%. Οι Omega και Cartier ξεχώρισαν με τη σειρά τους, με αυξήσεις τιμών σε ετήσια βάση κατά 2,4% και 3,4% αντίστοιχα.
Οι Longines, Blancpain και TAG Heuer σημείωσαν άνοδο σε τριμηνιαία βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025: Για την πρώτη οι τιμές στη δευτερογενή αγορά αυξήθηκαν κατά 4,9%, για τη δεύτερη κατά 1,4% και για την Τρίτη κατά 1,1%, Οι ειδικοί αποδίδουν την τάση αυτή διεύρυνση της βάσης των φίλων του ποιοτικού ρολογιού. Το Robb Report, αποδίδει το φαινόμενο και στην αύξηση των τιμών στην πρωτογενή αγορά, η οποία ωθεί πολλούς καταναλωτές σε δευτερογενή κανάλια, ιδίως σε μάρκες που πραγματοποιούν σημαντικές εκπτώσεις. Η IWC και η Tudor, για παράδειγμα, είδαν την αξία των συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά το 2025 να αυξάνεται κατά 17,8% και 21,8% αντίστοιχα.
Όπως αναφέρει η έκθεση, σύμφωνα με το Robb Report, για πρώτη φορά έπειτα από τρία χρόνια, το τελευταίο τρίμηνο του 2025 οι τιμές αυξήθηκαν για 21 από τις 35 μάρκες που παρακολουθούνται.
Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη για όλα τα brands
Παρότι οι πιο δημοφιλείς και συλλεκτικές μάρκες διατηρούν ή αυξάνουν τη μέση τιμή μεταπώλησης, υπάρχουν κάποιες που καταγράφουν λιγότερο ευνοϊκή απόδοση στη δευτερογενή αγορά. Ανάμεσα σε αυτές η Swatch Group που παρουσίασε πτώση κατά 1,5%, η Richemont Group κατά 5,3% και η LVMH κατά 6,3%, όπως αναφέρει το βρετανικό περιοδικό Time and Tide.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αυξήθηκε το ενδιαφέρον για τη συλλογή ρολογιών ως πιθανή επένδυση. Όπως σημειώνει το ιστορικό περιοδικό, ολοένα περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται στα λεγόμενα blue-chip -μοντέλα υψηλής επενδυτικής αξίας από κορυφαίους οίκους, συχνά με μπλε καντράν που διατηρούν ή ακόμα και αυξάνουν την αξία τους στη δευτερογενή αγορά. Παράλληλα, παρατηρείται εμβάθυνση στο οικοσύστημα της ωρολογοποιίας, εντονότερο ενδιαφέρον για τα vintage κομμάτια, αλλά και για μικρές ή ανεξάρτητες μάρκες.
Για τις εταιρίες μεσαίου επιπέδου, η απόδοση στη δευτερογενή αγορά αντανακλά την προτεραιότητα που δίνουν οι καταναλωτές στην αξία, εν μέσω αυξανόμενων τιμών λιανικής. Όπως επισημαίνει η έκθεση, σύμφωνα με το διεθνές μέσο για την υψηλή ωρολογοποιία Hodinkee, η τάση αυτή ενδέχεται να υποδηλώνει διαφυγόντες λιανικές πωλήσεις, αντί για σταδιακή ενίσχυση της αξίας του brand. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ζήτηση στη δευτερογενή αγορά θα παραμείνει υγιής, με τη βελτίωση της απόδοσης των τιμών να επεκτείνεται σταδιακά σε ένα ευρύτερο φάσμα εταιριών.
