search icon

Journal

Οι μέλισσες που «εφηύραν» λύση – Μια ιστορία που αλλάζει όσα ξέραμε

Η μελέτη ανατρέπει την πεποίθηση ότι η σύνθετη, στοχευμένη σκέψη ανήκει μόνο σε ζώα με μεγάλους εγκεφάλους.

Η μελέτη ανατρέπει την πεποίθηση ότι η σύνθετη, στοχευμένη σκέψη ανήκει μόνο σε ζώα με μεγάλους εγκεφάλους.

Φανταστείτε να προσπαθείτε να φτάσετε κάτι σε ψηλό ράφι. Δεν τα παρατάτε. Βρίσκετε ένα σκαμνί, το μεταφέρετε εκεί και ανεβαίνετε. Μέσα σε αυτή την απλή κίνηση κρύβεται κάτι σημαντικό: κρατήσατε στο μυαλό σας έναν στόχο, εντοπίσατε τι χρειάζεστε, εκτελέσατε ένα σχέδιο, χωρίς να σας το έχει διδάξει κανείς. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο στο περιοδικό Science δείχνει πως μπορεί να μην είμαστε μόνοι εμείς σε αυτό. Ερευνητές στη Φινλανδία, από τα Πανεπιστήμια του Όουλου, του Ελσίνκι και του Τούρκου, έδειξαν πως επίγειες μέλισσες μπορούν να λύσουν αυθόρμητα ένα εντελώς άγνωστο πρόβλημα, χωρίς καμία εκπαίδευση στη λύση του. Είναι η πρώτη φορά που καταγράφεται τέτοιου είδους στοχευμένη επίλυση προβλήματος σε έντομο.

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, πολύ μικροί εγκέφαλοι -όπως των μελισσών- μπορούν να παράγουν ευέλικτες λύσεις σε νέα προβλήματα, με τρόπους που η επιστήμη μόλις αρχίζει να κατανοεί.

Το πείραμα που ανέτρεψε μια αιωνόβια παραδοχή
Πριν από πάνω από εκατό χρόνια, ο ψυχολόγος Βόλφγκανγκ Κέλερ έγινε διάσημος δείχνοντας πως χιμπατζήδες μπορούσαν να λύσουν άγνωστα προβλήματα συνδυάζοντας αντικείμενα με νέους τρόπους, όπως να στοιβάζουν κιβώτια για να φτάσουν μια μπανάνα κρεμασμένη ψηλά. Η ικανότητα αυτή, η ξαφνική σύνδεση ξεχωριστών κομματιών γνώσης σε μια χρήσιμη λύση, θεωρούνταν έκτοτε προνόμιο ζώων με μεγάλο, πολύπλοκο εγκέφαλο. Χιμπατζήδων, ελεφάντων, κοράκων, ανθρώπων.

Στο πείραμα του Όουλου, οι μέλισσες έμαθαν πρώτα πως ένα τεχνητό μπλε λουλούδι σήμαινε ανταμοιβή, ενώ ξεχωριστά συνήθισαν και μια μικρή μπάλα από αφρώδες υλικό, ώστε να μάθουν πως δεν αποτελούσε απειλή. Στη συνέχεια το λουλούδι μεταφέρθηκε στην οροφή μιας διάφανης αρένας, εκτός εμβέλειας. Για να φτάσουν την ανταμοιβή, οι μέλισσες έπρεπε να κυλήσουν τη μπάλα κάτω από το λουλούδι και μετά να σκαρφαλώσουν πάνω της, μια αλληλουχία κινήσεων που δεν τους είχε διδάξει ποτέ κανείς. Περίπου τα τρία τέταρτα των μελισσών που είχαν εκτεθεί και στα δύο στοιχεία, λουλούδι και μπάλα, κατάφεραν να λύσουν το πρόβλημα. Μέλισσες που είχαν γνωρίσει μόνο το ένα από τα δύο, δεν τα κατάφεραν καθόλου. Χρειάζονταν και τα δύο κομμάτια της γνώσης για να τα συνδυάσουν μόνες τους.

Οι ερευνητές έτρεξαν τρία διαδοχικά, ολοένα πιο απαιτητικά πειράματα ειδικά για να αποκλείσουν απλούστερες εξηγήσεις: τυχαία δοκιμή και λάθος, τυχαία μετακίνηση της μπάλας, ή απλή οπτική καθοδήγηση προς το λουλούδι. Σε ένα από αυτά, το λουλούδι έμενε κρυμμένο από την όραση της μέλισσας καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς της μπάλας, κι όμως οι μέλισσες συνέχιζαν να πετυχαίνουν τον στόχο τους. Μετά από αυτόν τον έλεγχο, οι ερευνητές κατέληξαν πως οι μέλισσες πράγματι σχεδίαζαν εκ των προτέρων, κρατώντας τον στόχο στη μνήμη τους ακόμα κι όταν δεν τον έβλεπαν. Όπως εξηγεί ο Όλι Λούκολα, επικεφαλής ερευνητής του Πανεπιστημίου του Όουλου, δεν ισχυρίζονται πως οι μέλισσες σκέφτονται σαν άνθρωποι. Τα ευρήματα δείχνουν όμως πως πολύ μικροί εγκέφαλοι μπορούν να παράγουν ευέλικτες λύσεις σε νέα προβλήματα, με τρόπους που η επιστήμη μόλις αρχίζει να κατανοεί.

Ο πρώτος που κοίταξε μέσα στην κυψέλη
Η απορία για το τι ξέρει και τι σκέφτεται μια μέλισσα δεν είναι καινούργια. Είναι, τυχαία, ελληνική. Ο Αριστοτέλης αφιέρωσε εκτενή τμήματα των έργων του «Περί τα ζώα ιστορίαι» και «Περί ζώων γενέσεως» στη συστηματική παρατήρηση της συμπεριφοράς των μελισσών, 2.300 χρόνια πριν κανείς φανταστεί εργαστήρια νευροεπιστήμης. Έκανε λάθη, θεωρούσε τη βασίλισσα αρσενική, αλλά η μέθοδός του, η υπομονετική καταγραφή συμπεριφοράς πριν από κάθε υπόθεση, είναι ουσιαστικά αυτή που ακολουθούν κι οι σημερινοί ερευνητές του Όουλου. Η παρατήρηση πριν από τη θεωρία. Δεν άλλαξε και πολύ σε 2.300 χρόνια, απλώς άλλαξε ο εξοπλισμός.

Η διαφορά είναι πως ο Αριστοτέλης δεν είχε τρόπο να αποκλείσει την τυχαιότητα ή το ένστικτο. Η σημερινή μελέτη, με τα τρία διαδοχικά πειράματα ελέγχου, μπόρεσε. Κι αυτό ακριβώς την κάνει σημαντική: δεν λέει απλώς «οι μέλισσες είναι έξυπνες», κάτι που ήδη υποψιαζόμασταν από δεκαετίες μελέτης μάθησης και μνήμης σε αυτά τα έντομα, αφού ξέραμε ήδη πως μπορούν να μετρούν, να αναγνωρίζουν πρόσωπα και να μαθαίνουν η μία από την άλλη. Λέει πως η ικανότητα σχεδιασμού, η ίδια η δομή της νοημοσύνης που πιστεύαμε πως χρειάζεται συγκεκριμένο μέγεθος εγκεφάλου για να υπάρξει, μπορεί να εμφανιστεί και σε ένα νευρικό σύστημα με λιγότερους από ένα εκατομμύριο νευρώνες. Για σύγκριση, ο ανθρώπινος εγκέφαλος μετρά περίπου 86 δισεκατομμύρια.

Ερευνητές που δεν συμμετείχαν στη μελέτη επιβεβαιώνουν το βάρος του ευρήματος. Η συγκριτική ψυχολόγος Γκέμα Μαρτίν-Όρδας από το Πανεπιστήμιο του Στίρλινγκ σχολιάζει πως η ικανότητα αυτή προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο πολυπλοκότητας σε όσα ξέραμε ήδη για τις μέλισσες. Κι ο Τζέιμς Νιε, καθηγητής συμπεριφοράς και εξέλιξης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο, σημειώνει πως οι μέλισσες δεν μετακινούν φυσιολογικά αντικείμενα για να φτιάξουν βάθρα. Δεν είναι δηλαδή έμφυτη συμπεριφορά που απλώς εκδηλώθηκε σε εργαστηριακές συνθήκες. Είναι κάτι που η μέλισσα το επινόησε επιτόπου, μπροστά στο συγκεκριμένο πρόβλημα.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι πόσο έξυπνη είναι μια μέλισσα. Είναι πόσο λάθος μπορεί να έχουμε κάνει στο πώς ορίζουμε τη νοημοσύνη εξαρχής. Αν ένας εγκέφαλος μικρότερος από σπόρο σουσαμιού μπορεί να κρατήσει έναν στόχο στο μυαλό του και να βρει τον δρόμο προς αυτόν, χωρίς κανείς να του το έχει δείξει, ίσως το μέγεθος ποτέ δεν ήταν το σωστό μέτρο σύγκρισης. Ίσως έπρεπε από την αρχή να μετράμε κάτι άλλο. Ο Αριστοτέλης, βλέποντας τις μέλισσες της Χαλκιδικής να μπαινοβγαίνουν στις κυψέλες τους, δεν είχε τα εργαλεία να το αποδείξει. Είχε όμως, φαίνεται, το σωστό ένστικτο να σταθεί και να κοιτάξει.

Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version