Τράπεζα, ακίνητα, επενδύσεις και δωρεές αποτελούν το φανερό ταμείο του Αγίου Πέτρου.
Στην καρδιά της Ρώμης, πίσω από τα τείχη ενός κράτους που έχει έκταση μόλις 0,44 τετραγωνικά χιλιόμετρα, λειτουργεί ένας οικονομικός μηχανισμός που θυμίζει περισσότερο μικρό χρηματοοικονομικό όμιλο, παρά θρησκευτικό θεσμό. Το Βατικανό, η Η Αγία Έδρα, δεν είναι απλώς μια πνευματική αρχή με δισεκατομμύρια ακολούθους. Αποτελεί ταυτόχρονα και ιδιοκτήτη χιλιάδων ακινήτων, διαχειριστή επενδύσεων και κάτοχο μιας ιδιαίτερης τράπεζας, της γνωστής ως IOR (Institutum pro Operibus Religionis, Ίδρυμα Θρησκευτικών Έργων).
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον μύθο της «απροσμέτρητης» περιουσίας, τα τελευταία χρόνια το Βατικανό επιχειρεί να παρουσιάζει όλο και πιο συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία που αποτιμούν την «μετρήσιμη» κινητή και ακίνητη περιουσία του. Όλο αυτό γίνεται υπό το βάρος σκανδάλων, αλλά και ελλειμάτων, που οδηγούν σε μεγαλύτερο έλεγχο.
Η βασική δομή της οικονομικής διαχείρισης
Η APSA (Administration of the Patrimony of the Apostolic See) του Βατικανού είναι κάτι σαν υπουργείο οικονομικών και real estate μαζί. Εκεί συγκεντρώνεται ένα σημαντικό μέρος των αποτιμήσιμων περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, η APSA διαχειρίζεται περιουσία που αποτιμάται περίπου στα 2,6 δισεκατομμύρια ευρώ, μετά από αναθεώρηση προς τα κάτω τα τελευταία χρόνια.
Η μείωση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα φτωχοποίηση, αλλά περισσότερο προσπάθεια προσέγγισης της πραγματικής αγοραίας αξίας, ειδικά στον τομέα των ακινήτων. Και εκεί βρίσκεται ίσως το πιο χειροπιαστό κομμάτι της οικονομικής δύναμης του Βατικανού. Στον έλεγχό του βρίσκονται περισσότερα από 5.400 ακίνητα βρίσκονται, εκ των οποίων περίπου 4.200 στην Ιταλία και άλλα 1.200 στο εξωτερικό -σε πόλεις όπως το Παρίσι, το Λονδίνο και η Γενεύη. Δεν είναι μόνο εκκλησίες ή θρησκευτικά διοικητικά κτίρια, όπως θα φανταζόταν ο καθένας. Αλλά και κατοικίες, γραφεία, μέχρι και εμπορικά ακίνητα, τα οποία αποφέρουν έσοδα από ενοίκια.
Μία από τις βασικές μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας ήταν η αναπροσαρμογή των μισθωμάτων σε επίπεδα αγοράς, καθώς πολλά ακίνητα ενοικιάζονταν σε τιμές πολύ χαμηλότερες της πραγματικής τους αξίας. Τα έσοδα αυτά, μαζί με επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, αποτελούν τον βασικό κορμό των «μετρήσιμων» εισροών. Το 2024, η APSA ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 62,2 εκατομμυρίων ευρώ από επενδύσεις και ακίνητα, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών. Από αυτά, περίπου 46 εκατομμύρια διοχετεύθηκαν στον προϋπολογισμό της Αγίας Έδρας για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών.
Η αντίφαση
Παρά τα καταγεγραμμένα κέρδη, το Βατικανό εξακολουθεί να λειτουργεί με διαρθρωτικό έλλειμμα, που κυμαίνεται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η οικονομική του εικόνα θυμίζει περισσότερο έναν οργανισμό με σταθερά έσοδα αλλά υψηλές υποχρεώσεις, παρά έναν «θησαυροφυλάκιο» χωρίς όρια. Στο κέντρο αυτού του συστήματος βρίσκεται η περίφημη τράπεζα του Βατικανού (ΙΟR). Παρά το μυστήριο που την περιβάλλει ιστορικά, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύει κανονικά οικονομικές καταστάσεις.
Το 2024, η IOR διαχειριζόταν περιουσιακά στοιχεία πελατών ύψους 5,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, με καθαρά κέρδη 32,8 εκατομμυρίων ευρώ. Δεν λειτουργεί, φυσικά, ως εμπορική τράπεζα με την κλασική έννοια. Δεν δανείζει σε ιδιώτες και δεν έχει μαζικό κοινό. Εξυπηρετεί κυρίως θρησκευτικά ιδρύματα, επισκοπές και οργανισμούς που σχετίζονται με την Καθολική Εκκλησία παγκοσμίως. Αυτό σημαίνει ότι τα 5,7 δισ. δεν είναι «πλούτος του Βατικανού», αλλά κεφάλαια υπό διαχείριση. Η ίδια η τράπεζα, ωστόσο, αποτελεί βασικό εργαλείο ρευστότητας και επενδυτικής πολιτικής.
Σημαντικό κομμάτι οι δωρεές
Οι λεγόμενες εισφορές «Peter’s Pence» και άλλες συνεισφορές πιστών αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας περίπου τα 58 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Παρότι δεν αποτελούν περιουσιακό στοιχείο με την αυστηρή έννοια, είναι κρίσιμος παράγοντας χρηματοδότησης. Το ενδιαφέρον είναι ότι το Βατικανό, σε αντίθεση με τα περισσότερα κράτη, δεν έχει φορολογικό σύστημα που να βασίζεται σε πολίτες. Η οικονομία του εξαρτάται από επενδύσεις, ακίνητα και δωρεές. Και ταυτόχρονα από ένα δίκτυο θεσμών που δεν είναι πάντα εύκολο να ενοποιηθεί λογιστικά.
Η προσπάθεια διαφάνειας σε όλα αυτά είναι σχετικά πρόσφατη. Μόλις από το 2021 και μετά άρχισε να δημοσιεύει πιο ολοκληρωμένους ισολογισμούς και προϋπολογισμούς, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που ξεκίνησαν επί Πάπα Φραγκίσκου. Οι καταστάσεις αυτές θυμίζουν περισσότερο εταιρικούς ισολογισμούς παρά κρατικούς προϋπολογισμούς. Καταγράφουν έσοδα, δαπάνες, επενδύσεις και μεταβολές περιουσιακών στοιχείων.
Σε αυτά τα στοιχεία δεν περιλαμβάνεται η αποτίμηση των έργων τέχνης, των αρχείων ή των ιστορικών κειμηλίων. Όχι γιατί το Βατικανό επιθυμεί να φοροδιαφύγει. Απλά, κάποια έργα όπως η Καπέλα Σιστίνα ως κτίριο, ή οι τοιχογραφίες του Μιχαήλ Άγγελου, ή τα σπάνια κειμήλια που βρίσκονται στα αρχεία αιώνων, είναι πρακτικά αδύνατο να αποτιμηθούν. Η αξία τους είναι εκτός αγοράς, σύμφωνα με την επιχειρηματική αργκό.
Όταν μιλάμε, λοιπόν, για «περιουσία του Βατικανού», πρέπει να διαχωρίζουμε δύο κόσμους. Τον λογιστικό, που μετριέται σε δισεκατομμύρια ευρώ και εμφανίζεται σε ισολογισμούς, και τον πολιτιστικό, που είναι ανεκτίμητος και οικονομικά «αόρατος». Στο λογιστικό επίπεδο, πάντως, η εικόνα δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο πιστεύουν πολλοί. Το σύνολο των διαχειριζόμενων και αποτιμημένων περιουσιακών στοιχείων φτάνει σε επίπεδα λίγων δισεκατομμυρίων ευρώ, συγκρίσιμα με έναν μεσαίο επενδυτικό οργανισμό. Την ίδια στιγμή, το Βατικανό αντιμετωπίζει προβλήματα όπως το έλλειμμα συνταξιοδοτικού ταμείου, που εκτιμάται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός οργανισμού με σημαντική αλλά όχι ανεξάντλητη οικονομική βάση. Με assets που αποδίδουν, αλλά και υποχρεώσεις που πιέζουν. Το χαρτοφυλάκιό του θυμίζει περισσότερο συντηρητικό επενδυτή παρά επιθετικό fund. Η προσπάθεια να ισορροπήσει η πνευματική αποστολή της Καθολικής Εκκλησίας με την σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα είναι συνεχής. Το Βατικανό είναι πλούσιο, αλλά απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί το πλουσιότερο κράτος στον κόσμο. Τουλάχιστον με τα στοιχεία που μπορούν να μετρηθούν, διότι οι θησαυροί, όπως είναι γνωστό, δεν μπαίνουν σε λογιστικά βιβλία.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
