Συνέντευξη με τη Μαρία Γάτσου, Γενική Διευθύντρια του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, για τη σχέση της με τα ελληνικά βουνά και όσα της μαθαίνουν για τον τουρισμό και τη ζωή.
Συναντηθήκαμε στο συνέδριο του travel.gr τον περασμένο Δεκέμβριο και εκεί είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για τα ταξίδια μας και την επαφή με τη φύση. Γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια, από την εποχή που η Μαρία εργαζόταν στον χώρο της επικοινωνίας. Πάντα η φύση και οι εξορμήσεις στα βουνά ήταν μέρος της καθημερινότητάς της. Με αφορμή αυτό, είπαμε να προχωρήσουμε σε μία συζήτηση.
Κουβεντιάζοντας μαζί της, αντιλαμβάνεσαι γρήγορα πως για εκείνη τα βουνά δεν είναι απλώς προορισμοί, αλλά μια ουσιαστική «ψυχοθεραπεία». Είναι το καταφύγιο όπου οι επαγγελματικοί τίτλοι μένουν πίσω και το μυαλό αδειάζει για να επανεκκινήσει. Μέσα από τα μονοπάτια, η Μαρία βλέπει πλέον και τον τουρισμό με άλλη ματιά: αναζητά τη «σιωπηλή» ομορφιά και την αυθεντικότητα που κρατούν ζωντανή οι ντόπιοι σε μέρη όπως η Καστάνιτσα ή η Βαμβακού. Από τις κοντινές ανάσες στον Υμηττό μέχρι τα Ζαγοροχώρια και το Πήλιο, η φιλοσοφία της συνοψίζεται σε μία φράση: «για να ανέβεις, πρέπει πρώτα να ελαφρύνεις». Και φυσικά, υπάρχει πάντα ο Όλυμπος. Ένα ετήσιο ραντεβού που τηρεί ευλαβικά από το 2020, μια εμπειρία που, όπως λέει η ίδια, σε διδάσκει να εκτιμάς όχι μόνο τη θέα από την κορυφή, αλλά και τον άνθρωπο που περπατάει δίπλα σου.
–Η πεζοπορία στα βουνά απαιτεί υπομονή, πειθαρχία και καθαρή στρατηγική στο μονοπάτι. Πώς αυτή η εμπειρία του «να ανεβαίνεις» επηρεάζει τον τρόπο που βλέπεις τον ελληνικό τουρισμό και τις αποφάσεις που παίρνεις ως προς την ανάπτυξή του; Στο βουνό μαθαίνεις να διαβάζεις το μονοπάτι: να κάνεις υπομονή, να μετράς τις δυνάμεις σου, να σχεδιάζεις την επόμενη κίνηση. Όταν περπατάω σε έναν τόπο, τον παρατηρώ κυρίως ως επισκέπτης. Βλέπω τι λείπει, ποιες υπηρεσίες μπορούν να εξελιχθούν, ποιοι προορισμοί έχουν πραγματική προοπτική. Έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο, τις παραδόσεις, τη φύση, την πολιτιστική κληρονομιά. Όλα αυτά τα φέρνω πίσω ως εμπειρία· όχι απαραίτητα ως «στρατηγική», αλλά σίγουρα επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτομαι. Βέβαια, είναι υποκειμενικό, και ορισμένες φορές το βίωμα ενός τόπου έρχεται σε αντίθεση με την επαγγελματική οπτική. Στον τουρισμό όμως, για μένα, η εμπειρία πάει πολύ πέρα από τη φιλοξενία. Θέλω να δω τι συμβαίνει έξω από το κατάλυμα: το φαγητό, τη μυρωδιά του τόπου, τους ανθρώπους, τη φύση, τον πολιτισμό. Και τότε καταλαβαίνεις πόσο κρίσιμα είναι πράγματα που δεν φαίνονται πάντα «τουριστικά», όπως η προσβασιμότητα, η συνδεσιμότητα, η ασφάλεια, το επίπεδο ζωής των κατοίκων. Η Ελλάδα έχει απίστευτους πόρους: βουνά, φύση, τοπία, προϊόντα, γαστρονομία, πολιτισμό, τα πάντα. Αλλά το να έχεις πόρους δεν σημαίνει ότι έχεις και τουριστικό προϊόν. Για να γίνει προϊόν χρειάζεται φροντίδα, οργάνωση και πολλές φορές πράγματα πολύ πιο γήινα: πρόσβαση, μονοπάτια που συντηρούνται, καταφύγια που λειτουργούν, ανθρώπους εκπαιδευμένους, ασφάλεια. Όλα αυτά συνθέτουν την πραγματική ποιότητα ενός προορισμού. Κάποιες φορές το προσωπικό βίωμα συγκρούεται με την επαγγελματική ματιά, αλλά πάντα κάτι μου δίνει. Με κάνει να σκέφτομαι πιο «ανθρώπινα» και πιο πραγματικά για την εμπειρία που προσφέρει το ταξίδι. Οπότε, ναι, το βουνό δεν καθορίζει τη στρατηγική μου, αλλά σίγουρα τη χρωματίζει. Με κάνει να σκέφτομαι πιο ολιστικά και με μεγαλύτερο σεβασμό στο τοπίο και στις τοπικές κοινότητες.
–Σε έναν ρόλο που απαιτεί συνεχή εγρήγορση, η φύση συχνά λειτουργεί ως σημείο επαναφοράς. Με ποιον τρόπο το ορεινό τοπίο σε βοηθά να «αδειάζεις» το μυαλό, να παίρνεις απόσταση και να διατηρείς τη διαύγεια που χρειάζεσαι; Η φύση είναι η ψυχοθεραπεία μου. Στο βουνό δεν πηγαίνω ως «ρόλος»: δεν είμαι στέλεχος, μαμά, φίλη, σύντροφος, κόρη ή μεγάλη αδελφή. Είμαι απλά εγώ, χωρίς καμία ταμπέλα. Με τα καλά μου, τα ελαττώματά μου, τις αδυναμίες μου, κι εκεί όλα αυτά χωράνε. Στο ορεινό τοπίο αδειάζω. Μοιράζομαι, εμπιστεύομαι, αναπνέω. Το σώμα και το μυαλό φτάνουν στα όριά τους, αλλά με έναν τρόπο υγιή. Κάθε φορά τα ξεπερνάς λίγο, βάζεις στόχο την επόμενη κορυφή, αλλά η κορυφή δεν είναι ποτέ ο αυτοσκοπός. Είναι μια αφορμή. Το ταξίδι είναι που έχει αξία: το μονοπάτι, ο ρυθμός σου, οι σκέψεις που καταλαγιάζουν, η ησυχία που σε «μαζεύει». Εκεί γίνεται ο επαναπροσδιορισμός. Κάθε ανάβαση είναι μια μικρή επανεκκίνηση που με βοηθά να επιστρέφω καθαρή, διαυγής και πιο ήρεμη απέναντι στις προκλήσεις της καθημερινότητας. Το βουνό μου θυμίζει πάντα κάτι απλό: ότι για να ανέβεις, πρέπει πρώτα να ελαφρύνεις -ή και το αντίθετο: ότι τελικά ελαφραίνεις καθώς ανεβαίνεις.
–Η αγάπη σου για τη φύση και το hiking σε φέρνει κοντά στον εναλλακτικό τουρισμό. Πέρα από το ζήτημα της επιμήκυνσης της σεζόν, ποια θεωρείς ότι είναι η «σιωπηλή» ομορφιά της ελληνικής υπαίθρου; Για μένα, η «σιωπηλή» ομορφιά της ελληνικής υπαίθρου είναι αυτή η αίσθηση ότι όλα επιβραδύνουν. Δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι εντυπωσιακό· απλώς είσαι εκεί και αρχίζεις να παρατηρείς πράγματα που στην καθημερινότητα προσπερνάμε: τους ήχους, το φως, τις μυρωδιές, τις γεύσεις, τον ρυθμό των ανθρώπων. Η ελληνική ύπαιθρος έχει μια απλότητα που σε ξεκουράζει. Δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα. Έχει μικρές ομορφιές -ένα πέτρινο χωριό, ένα παλιό μονοπάτι, μια ταβέρνα με αυθεντικό φαγητό, ανθρώπους που ζουν με έναν πιο φυσικό ρυθμό. Αυτά είναι που σε κερδίζουν. Και νομίζω πως αυτή είναι η ουσία του εναλλακτικού τουρισμού: Μια πραγματική εμπειρία, ένας τόπος που να μπορείς να τον «διαβάσεις», να τον νιώσεις, χωρίς φασαρία. Σου δίνει χώρο να ξεκουράσεις το μυαλό, να πάρεις ανάσα, να κάνεις reset. Αυτό είναι το πιο δυνατό στοιχείο της. Η σιωπή που… δουλεύει μέσα σου.
–Υπάρχει κάποιο μονοπάτι, μια κορυφή ή ένας ορεινός όγκος που θεωρείς ότι αποκαλύπτουν την αυθεντική Ελλάδα στους επισκέπτες; Δεν μπορώ να διαλέξω ένα. Κάθε προορισμός έχει τη δική του ομορφιά, τον δικό του χαρακτήρα και μια τελείως διαφορετική «Ελλάδα» να σου δείξει. Για μένα, η αυθεντικότητα είναι παντού αρκεί να της δώσεις χρόνο. Ο Υμηττός και η Πάρνηθα, για παράδειγμα, είναι οι πιο «καθημερινές» αποδράσεις. Ζω στην περιοχή του Παπάγου και μέσα σε λίγα λεπτά βρίσκομαι στο βουνό. Είναι η ανάσα μέσα στην πόλη. Τα Καλάβρυτα και η ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας αποτελούν σταθερή αξία όλες τις εποχές του χρόνου, ενώ η λίμνη Τσιβλού, για πεζοπορία και κανό, είναι μια αποκάλυψη. Η Ήπειρος -Γιάννενα, Μέτσοβο, Ζαγόρια- εκεί νιώθεις ότι το βουνό και οι άνθρωποι είναι σε μια απόλυτη ισορροπία. Φαράγγια, rafting, φαγητό, κρασί· είναι ένας άλλος κόσμος. Ο Ολίγυρτος στην Κορινθία ήταν πρόσφατη ανακάλυψη: άγνωστος προορισμός για τους περισσότερους, μικρή τεχνική δυσκολία (για μένα τουλάχιστον), αλλά με μια ηρεμία που σε κερδίζει αμέσως. Η ορεινή Ναυπακτία, πάλι, έχει απίστευτη ενέργεια. Το Πήλιο, τι να πω. Χειμώνα ή καλοκαίρι, βόρειο ή νότιο, βουνό ή θάλασσα, τα έχει όλα! Οπότε όχι, δεν μπορώ να διαλέξω ένα. Η αυθεντική Ελλάδα αποκαλύπτεται λίγο-λίγο, κάθε φορά που αφήνεσαι σε έναν τόπο.
–Στα βουνά συχνά συναντά κανείς κοινότητες που κρατούν ζωντανό τον τόπο. Πόσο σημαντικό θεωρείς ότι είναι το στοιχείο της τοπικότητας -άνθρωποι, μικρά καταλύματα, τοπικά προϊόντα- για το μέλλον του ελληνικού τουρισμού; Το στοιχείο της τοπικότητας είναι ίσως το πιο δυνατό «χαρτί» που έχουμε ως χώρα. Το βλέπεις ξεκάθαρα όταν βρίσκεσαι σε μικρές ορεινές κοινότητες, εκεί όπου οι άνθρωποι κρατούν τον τόπο ζωντανό, όχι με λόγια αλλά με τον τρόπο που ζουν. Με αφορμή μια ανάβαση στον Πάρνωνα, πριν δυο χρόνια περίπου, βρεθήκαμε στο φεστιβάλ της Καστάνιτσας. Μείναμε σε ένα παλιό σχολείο, δοκιμάσαμε τοπικά προϊόντα, είδαμε κόσμο που συμμετέχει· μια εμπειρία που δεν αντιγράφεται. Ή στη Βαμβακού, όπου έχει στηθεί ένα ολόκληρο παράδειγμα αναβίωσης χωριού κι αμέσως βλέπεις τι μπορεί να κάνει η συνεργασία και η αγάπη για τον τόπο. Παρόμοια, αλλά και διαφορετική, ήταν μια ανάβαση στο Αρτεμίσιο: Ξεκινήσαμε με περιήγηση στον αρχαιολογικό χώρο στις Μυκήνες, ανεβήκαμε στην Ακρόπολη του Άργους, πήγαμε για φαγητό στις Καρυές -ναι, ναι, εκεί που γυρίστηκε το «Καφέ της Χαράς»-, ανεβήκαμε στο βουνό το απόγευμα (είδαμε και από εκεί το φαινόμενο της «πυραμίδας») και επιστρέψαμε νύχτα με το φως της πανσελήνου. Αυτές είναι οι όμορφες εκπλήξεις της υπαίθρου. Και υπάρχουν επαγγελματίες που συνθέτουν όλες αυτές τις γωνιές και τα κρυμμένα μυστικά σε πραγματικές εμπειρίες. Τα μικρά καταλύματα, οι άνθρωποι, τα τοπικά προϊόντα, οι ιστορίες, οι συνταγές, αυτά δημιουργούν τον χαρακτήρα ενός τόπου. Και νομίζω πως εκεί θα παιχτεί μεγάλο μέρος του μέλλοντος του ελληνικού τουρισμού: στην αυθεντικότητα που δεν κατασκευάζεται. Στην τοπικότητα που δεν προσπαθεί να γίνει κάτι «μεγάλο», αλλά να παραμείνει κάτι αληθινό.
–Το hiking είναι και μια προσωπική πράξη ισορροπίας: σώμα, αναπνοή, ρυθμός. Πόσο σε έχει βοηθήσει αυτή η συνήθεια στην καθημερινή πίεση; Θα την πρότεινες ως «εργαλείο» ευεξίας και σε άλλους επαγγελματίες; Το περπάτημα και η πεζοπορία έχουν εξελιχθεί για μένα σε κάτι σαν τρόπο ζωής. Είναι ένας ρυθμός: σώμα, αναπνοή, βήμα. Και όσο απλό κι αν ακούγεται, αυτό με έχει βοηθήσει πολύ στην καθημερινή πίεση της δουλειάς. Σε βάζει να δοκιμάζεις όρια, να ακούς τον εαυτό σου, να σταματάς όταν πρέπει και να συνεχίζεις όταν μπορείς. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία συνταγή ευεξίας. Θα πρότεινα στον καθένα να βρει αυτό που του ταιριάζει πραγματικά -μπορεί να είναι hiking, μπορεί να είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Απλώς να είναι κάτι που τον «προσγειώνει». Εγώ ήμουν τυχερή. Είχα ανθρώπους στη ζωή μου που με παρακίνησαν. Γνώρισα επαγγελματίες και ερασιτέχνες που με ταξίδεψαν, ορειβάτες που με «προκάλεσαν». Υπήρξαν φορές που εγκατέλειψα, αλλά πάντα βρήκα στήριξη, χιούμορ, αγκαλιά. Και αν καμιά φορά θύμωνα με τους άλλους, τελικά κατάλαβα ότι θύμωνα με μένα και είναι κάτι που το «δουλεύω ακόμα» μέσα μου· ξεπερνάς όρια σωματικά αλλά και ψυχικά. Αν έπρεπε να κρατήσω κάτι, είναι αυτό: η φύση, όχι απαραίτητα το hiking, πρέπει να μπει πιο ουσιαστικά στη ζωή μας. Στα σχολεία, στον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά, σε δημιουργικά σχολεία που αφήνουν τα παιδιά να τρέξουν, να λερωθούν, να αναπνεύσουν.
–Αν είχες να επιλέξεις μια εικόνα από τα ελληνικά βουνά που σε καθόρισε, μια ανατολή, μια κορυφογραμμή, μια στιγμή ησυχίας, ποια θα ήταν και γιατί; Ο Όλυμπος, κάθε φορά! Έχει γίνει σχεδόν ritual για μένα, από το 2020 που πήγα πρώτη φορά. Από τότε, κάθε Οκτώβριο επιστρέφω, και πάντα από διαφορετική διαδρομή. Είτε με αφετηρία το Λιτόχωρο, με τις δημοφιλείς διαδρομές και τα οργανωμένα καταφύγια, είτε από Ελασσόνα, τη λιγότερο επισκέψιμη πλευρά με πιο γρήγορη πρόσβαση στις κορυφές, η ενέργεια που προσφέρει το βουνό δεν είναι τυχαία «μυθική». Κάθε κορυφή, κάθε ανατολή, κάθε στιγμή ησυχίας έχει αφήσει κάτι μέσα μου. Και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο δυνατό: δεν είναι μόνο η θέα ή η δυσκολία, αλλά πώς βιώνεις την εμπειρία και ποιοι είναι «δίπλα σου» και «μαζί σου» σε κάθε βήμα.
