search icon

Journal

Πότε αποφασίζουμε ότι κάποιος μας προκαλεί επίτηδες

Μια έρευνα σε παίκτες δείχνει ότι η ίδια πράξη διαβάζεται ως πρόκληση ή ως λάθος, ανάλογα με το περιβάλλον. Τα περισσότερα «τρολ» θεωρούν ότι απαντούν σε επίθεση κι έτσι κλιμακώνεται η ένταση.

Μια έρευνα σε παίκτες δείχνει ότι η ίδια πράξη διαβάζεται ως πρόκληση ή ως λάθος, ανάλογα με το περιβάλλον. Τα περισσότερα «τρολ» θεωρούν ότι απαντούν σε επίθεση κι έτσι κλιμακώνεται η ένταση.

Ένας παίκτης σταματά μπροστά σου μέσα στο παιχνίδι κι αρχίζει να χορεύει. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο έχεις ήδη αποφασίσει: σε κοροϊδεύει. Ή, ίσως, απλώς πανηγυρίζει και δεν το έκανε για σένα. Η ίδια ακριβώς κίνηση μπορεί να διαβαστεί ως πρόκληση ή ως αθώα χειρονομία, κι η ερμηνεία που θα διαλέξεις καθορίζει το τι θα κάνεις μετά. Μια νέα μελέτη δείχνει πόσο εύθραυστη είναι αυτή η κρίση, και πόσο εύκολα οδηγεί σε αντεκδίκηση. Η έρευνα, με επικεφαλής τον Τζον Βελέζ και δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Communication Research, ξεκίνησε από ένα απλό ερώτημα: πότε αποφασίζουμε ότι κάποιος μας τρολάρει, και γιατί αυτή η απόφαση μας σπρώχνει να ανταποδώσουμε. Οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν στημένα στιγμιότυπα παιχνιδιού, σχεδιασμένα ώστε να προσφέρουν διαφορετικά συμφραζόμενα γύρω από την ίδια συμπεριφορά.

Όταν οι ενδείξεις κάνουν την αρχική πράξη να μοιάζει κακόβουλη, η διάθεση για αντεκδίκηση ανεβαίνει.

Το ίδιο βήμα, δύο αναγνώσεις
Τα στοιχεία που άλλαζαν δεν ήταν η ίδια η πράξη, αλλά το περιβάλλον της. Οι κανόνες του παιχνιδιού, το ποιος ήταν ο αποδέκτης της συμπεριφοράς, οι άγραφοι κανόνες της κοινότητας. Ανάλογα με αυτές τις ενδείξεις, η ίδια κίνηση φαινόταν άλλοτε κακόβουλη κι άλλοτε αθώα. Οι παίκτες, δηλαδή, δεν έκριναν την πράξη μόνη της. Ζύγιζαν τα γύρω σημάδια κι από αυτά συμπέραιναν την πρόθεση. Το πιο χαρακτηριστικό εύρημα είναι ότι αρκεί ένα και μόνο σημάδι για να σχηματιστεί η υποψία. Ο ίδιος ο ερευνητής περίμενε ότι η παρουσία ή η απουσία άλλων ενδείξεων θα άλλαζε το νόημα κάθε σημαδιού, αλλά δεν συνέβη αυτό. Ένα σημάδι ήταν αρκετό για να συμπεράνει κάποιος ότι τον τρολάρουν, και κάθε επιπλέον σημάδι απλώς ενίσχυε την εντύπωση. Σε μια κανονική διαδικτυακή αλληλεπίδραση, όπου τα σημάδια είναι πολλά κι ασαφή, αυτό σημαίνει ότι η υποψία γεννιέται πολύ εύκολα.

Το δεύτερο σκέλος της μελέτης έδειξε τι κάνει αυτή η υποψία. Οι ερευνητές ρώτησαν τους συμμετέχοντες πόσο πιθανό θα ήταν να επιτεθούν στον άλλο παίκτη αν βρίσκονταν πραγματικά στο παιχνίδι: να προσβάλουν τη νοημοσύνη του, να χρησιμοποιήσουν υβριστικό λεξιλόγιο, να του ευχηθούν κακό ή να του χαλάσουν επίτηδες το παιχνίδι. Όταν οι ενδείξεις έκαναν την αρχική πράξη να μοιάζει κακόβουλη, η διάθεση για αντεκδίκηση ανέβαινε. Η αντίληψη του τρολαρίσματος λειτουργούσε ως ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στα σημάδια και στην επιθετική απάντηση. Εδώ η μελέτη προτείνει μια ανατροπή στον τρόπο που βλέπουμε το φαινόμενο. Οι περισσότεροι που ανταποδίδουν δεν νιώθουν επιτιθέμενοι. Νιώθουν ότι υπερασπίζονται τον εαυτό τους ή την κοινότητα από κάποιον που, κατά τη γνώμη τους, ξεκίνησε πρώτος. Είναι, με τα λόγια των ερευνητών, ένα είδος τιμωρών που δρουν με βάση μια παρανόηση. Κι επειδή ο απέναντι συχνά σκέφτεται ακριβώς το ίδιο, το αποτέλεσμα είναι δύο άνθρωποι που τρολάρουν ο ένας τον άλλο, πεπεισμένοι ότι αμύνονται. Αρκεί μία παρερμηνεία, σημειώνει ο Βελέζ, για να ξεκινήσει μια αλυσίδα.

Από το παιχνίδι στην πλατεία των σχολίων
Το εύρημα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του παιχνιδιού. Ο μηχανισμός είναι ο ίδιος παντού όπου επικοινωνούμε με λίγα σημάδια και χωρίς τόνο φωνής ή έκφραση προσώπου. Ένα κοφτό σχόλιο κάτω από μια ανάρτηση, μια απάντηση χωρίς σημεία στίξης, ένα emoji που το διαβάζουμε ειρωνικά ενώ γράφτηκε αθώα. Στο κενό των πληροφοριών, ο εγκέφαλος συμπληρώνει μια πρόθεση, και τείνει να τη συμπληρώνει προς την πιο εχθρική εκδοχή. Έτσι κλιμακώνεται η ένταση στα σχόλια, στα πολιτικά νήματα, στις ομάδες συζήτησης. Υπάρχει κι ένας λόγος για τον οποίο ο μηχανισμός δουλεύει τόσο αποτελεσματικά στο διαδίκτυο. Σε μια συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο, έχουμε δεκάδες ενδείξεις για να διορθώσουμε μια αρχική εντύπωση: ένα χαμόγελο, έναν τόνο, μια παύση. Στην οθόνη, αυτές οι ενδείξεις εξαφανίζονται. Μένει το γυμνό μήνυμα, χωρίς τα συνοδευτικά σημάδια που θα μας έλεγαν αν ο άλλος αστειεύεται ή απειλεί. Κι όσο λιγότερες είναι οι πληροφορίες, τόσο μεγαλύτερο είναι το κενό που καλείται να γεμίσει η υποψία μας. Η ανωνυμία προσθέτει το τελευταίο κομμάτι: μειώνει το κόστος της ανταπόδοσης, γιατί ο απέναντι είναι απλώς ένα ψευδώνυμο, όχι ένα πρόσωπο.

Σε μια συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο, έχουμε δεκάδες ενδείξεις για να διορθώσουμε μια αρχική εντύπωση: ένα χαμόγελο, έναν τόνο, μια παύση. Στην οθόνη, αυτές οι ενδείξεις εξαφανίζονται.

Στην Ελλάδα, τα σημάδια αυτής της κλιμάκωσης είναι ορατά. Σύμφωνα με τα ετήσια στοιχεία του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου για το 2025, οι αναφορές διαδικτυακού εκφοβισμού αυξήθηκαν κατά 117% σε σχέση με το 2024. Ο αριθμός δεν περιγράφει βέβαια το ίδιο ακριβώς φαινόμενο με τη μελέτη, αλλά δείχνει ότι η διαδικτυακή εχθρότητα δεν είναι αφηρημένος κίνδυνος. Είναι μια πραγματικότητα που μεγαλώνει, και μεγάλο μέρος της τροφοδοτείται ακριβώς από αυτόν τον κύκλο της παρεξήγησης και της ανταπόδοσης που περιγράφουν οι ερευνητές. Οι ερευνητές δεν σταματούν στη διάγνωση. Αν η ρίζα του προβλήματος είναι η παρανόηση, τότε η λύση δεν περνά μόνο από την τιμωρία των δραστών αλλά κι από τον σχεδιασμό περιβαλλόντων που αφήνουν λιγότερο χώρο σε αυτήν. Πιο ξεκάθαροι κανόνες, πιο διαφανείς προθέσεις, εργαλεία που βοηθούν τον χρήστη να καταλάβει τι πραγματικά συνέβη πριν αντιδράσει. Δεν πρόκειται για αφελή αισιοδοξία. Πρόκειται για την αναγνώριση ότι μεγάλο μέρος της εχθρότητας δεν είναι σχεδιασμένο, αλλά τυχαίο, κι ό,τι είναι τυχαίο μπορεί ως έναν βαθμό να προληφθεί.

Το πιο χρήσιμο συμπέρασμα δεν αφορά τους λίγους που τρολάρουν συνειδητά. Αυτούς δύσκολα τους σταματά κανείς. Αφορά τους πολλούς που παρασύρονται, νομίζοντας ότι απαντούν σε επίθεση που ίσως ποτέ δεν έγινε. Αυτοί είναι η πλειονότητα, κι αυτοί κρατούν τον κύκλο σε κίνηση, χωρίς να το θέλουν. Αν το μεγαλύτερο μέρος της διαδικτυακής επιθετικότητας γεννιέται από παρανοήσεις, τότε το περιθώριο παρέμβασης είναι μεγαλύτερο απ’ όσο νομίζουμε. Δεν χρειάζεται να αλλάξει ο χαρακτήρας κανενός, αρκεί να μπει μια στιγμή αμφιβολίας πριν από την απάντηση.

Ίσως αυτή να είναι η μόνη πρακτική άμυνα. Πριν ανταποδώσεις, να ρωτήσεις τον εαυτό σου αν ο άλλος πράγματι το εννοούσε, ή αν απλώς πάτησε λάθος πλήκτρο, έγραψε βιαστικά, χόρεψε για δικούς του λόγους. Οι περισσότερες συγκρούσεις στο διαδίκτυο δεν είναι μάχες ανάμεσα σε έναν επιτιθέμενο κι ένα θύμα. Είναι δύο άνθρωποι που ο καθένας νομίζει ότι είναι το θύμα, κι ο καθένας χτυπά για να προλάβει. Το να το ξέρεις δεν λύνει το πρόβλημα, σου δίνει όμως τη δυνατότητα να μην το τροφοδοτήσεις. Και σε ένα διαδίκτυο που κλιμακώνεται μόνο του, το να μην προσθέσεις το επόμενο χτύπημα είναι ήδη μια μικρή νίκη.

Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version