search icon

Journal

Πώς ανακαλύπτει ένα παιδί ότι έχει ταλέντο στο επί κοντώ

Ο Εμμανουήλ Καραλής ξετρελάθηκε όταν ήταν 12 χρονών. Διέθετε όμως τα απαραίτητα γονίδια. Από το 1896 μέχρι σήμερα αποδεικνύεται ότι το πιο θεαματικό αγώνισμα του στίβου είναι στο dna του Έλληνα.

Ο Εμμανουήλ Καραλής ξετρελάθηκε όταν ήταν 12 χρονών. Διέθετε όμως τα απαραίτητα γονίδια. Από το 1896 μέχρι σήμερα αποδεικνύεται ότι το πιο θεαματικό αγώνισμα του στίβου είναι στο dna του Έλληνα.

Το άλμα επί κοντώ παραμένει το πιο σύνθετο και δυσνόητο αγώνισμα στην ιστορία του κλασικού αθλητισμού. Πάντοτε συνυφασμένο με τεράστιες ελληνικές επιτυχίες στο υψηλότερο επίπεδο. Ένα εύκαμπτο κοντάρι από fiberglass (υαλοβάμβακας) μπορεί με ειδικό χειρισμό να σε απογειώσει σε απίστευτα ύψη. Χρειάζεται τεχνική και ευλυγισία αλλά μη νομίζετε ότι είναι τα πρωτεύοντα στοιχεία για την κατάκτηση των αιθέρων. Στο ερώτημα τι πρέπει να διαθέτει ένας αθλητής για να γίνει άλτης του επί κοντώ -όχι απαραίτητα κορυφαίος σαν τον Εμμανουήλ Καραλή- η απάντηση είναι απλή: «Να μη φοβάται. Όχι μόνο τα ύψη. Γενικότερα να μην έχει κανένα φόβο» όπως μας είπε ο Ανδρέας Τσώνης, παλιός πρωταθλητής και εκ των κορυφαίων προπονητών του επί κοντώ για περισσότερα από 30 χρόνια.

Tο επί κοντώ χρειάζεται έναν συνδυασμό κινήσεων με μεγάλη ακρίβεια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το ταλέντο φαίνεται στην ακροβατική κίνηση όπου το κορμί πρέπει να κάνει περιστροφή και να περάσει τον πήχη.

Ένα καλό τεστ στην εποχή της Σοβιετικής Ένωσης για να επιλέξουν τους επικοντιστές της επόμενης γενιάς ήταν να πηγαίνουν νεαρούς αθλητές να πηδήξουν από υπερυψωμένους βράχους στη θάλασσα. Από τρία μέχρι και 10 μέτρα. Εκείνοι που βούταγαν στο κενό, χωρίς δεύτερη σκέψη, ήταν έτοιμοι για να περάσουν στο δεύτερο στάδιο. Στην περίπτωση του Καραλή, που πέρασε τα 6.20 μέτρα πρόσφατα στη Ζυρίχη -δεύτερη επίδοση στην ιστορία του αγωνίσματος- και έχει γίνει απόλυτα ανταγωνιστικός απέναντι στο «θαύμα» που ονομάζεται Ντουπλάντις (με 6.31μ. κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ), μέτρησε το ένστικτο και το κατάλληλο γονίδιο για να ανακαλύψει από 12 χρονών το ταλέντο του. «Το αγάπησε από την πρώτη στιγμή, ξετρελάθηκε» είχε πει εντυπωσιασμένος ο πρώτος προπονητής του, Βασίλης Μεγαλοοικονόμου. Ο Χάρης, πατέρας του Εμμανουήλ και ένας εκ των δύο προπονητών του σήμερα, είναι παλιός πρωταθλητής του δεκάθλου με ξεχωριστή έφεση στο επί κοντώ, ενώ η μητέρα του, Σάρα, υπήρξε αθλήτρια του μήκους.

Ο ρόλος της ενόργανης
Όταν ένα παιδί δεν φοβάται είναι ξεκάθαρα πιο εύκολο να δοκιμάσει. «Αν έχει κάνει δύο ή τρία χρόνια ενόργανη γυμναστική είναι πολύ σημαντικό» σύμφωνα με τον Ανδρέα Τσώνη. Με πιο απλά λόγια το επί κοντώ χρειάζεται έναν συνδυασμό κινήσεων με μεγάλη ακρίβεια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα: Ταχύτητα, κράτημα της λαβής από ψηλά κατά την είσοδο στη βαλβίδα, αίσθηση και ακριβή αντίληψη ώστε να λυγίσει σωστά το κοντάρι ο αθλητής και να γίνει ένα με αυτό, ενώ στον αέρα παίζει ρόλο πόσο ελαστικός και ευλύγιστος είναι. Το ταλέντο φαίνεται στην ακροβατική κίνηση όπου το κορμί πρέπει να κάνει περιστροφή και να περάσει τον πήχη.
Η δύναμη δεν αρκεί για έναν καλό αθλητή του επί κοντώ. Η τεχνική είναι το σημαντικότερο. Κοιτάζοντας στο παρελθόν τον Σεργκέι Μπούμπκα, έναν θρύλο του αγωνίσματος, με επιδόσεις 6.14 στον ανοιχτό στίβο το 1994 και 6.15 στον κλειστό το 1993, ήταν ξεκάθαρο ότι επρόκειτο για υπεραθλητή. «Έκανε χρόνο 10.20 στα 100 μέτρα και πήδαγε μήκος πάνω από οκτώ μέτρα» λέει ο Ανδρέας Τσώνης, ενώ σε αυτή την εποχή Καραλής και Ντουπλάντις έχουν χαμηλότερες επιδόσεις τόσο στα 100 όσο και στο μήκος.

Η Κατερίνα Στεφανίδη, χρυσή ολυμπιονίκης στο Ρίο το 2016, παγκόσμια πρωταθλήτρια το 2017 και δύο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης το 2016 και το 2018, είναι η κορυφαία Eλληνίδα επικοντίστρια.

Το επί κοντώ στο dna του Έλληνα
Στην Ελλάδα η παράδοση του επί κοντώ κρατάει από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες. Από τον Ευάγγελο Δαμασκό και τον Ιωάννη Θεοδωρόπουλο, που κατέλαβαν την 3η θέση με άλμα στα 2,60 το 1896 στην Αθήνα. Αργότερα «βασιλιάδες των αιθέρων» αναδείχτηκαν ο Γιώργος Ρουμπάνης (χάλκινος ολυμπιονίκης στη Μελβούρνη το 1956 με επίδοση 4.50), ο Χρήστος Παπανικολάου (παγκόσμιος ρέκορντμαν το 1970 με 5.49) και ο Κώστας Φιλιππίδης (παγκόσμιος πρωταθλητής κλειστού στίβου το 2014 με 5.80). Η Κατερίνα Στεφανίδη, χρυσή ολυμπιονίκης στο Ρίο το 2016 με 4.85, παγκόσμια πρωταθλήτρια το 2017 με 4.91 και δύο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης το 2016 και το 2018 με 4.81 και 4.85 αντιστοίχως, είναι η κορυφαία ελληνίδα επικοντίστρια. Από κοντά και η Νικόλ Κυριακοπούλου που ήταν 3η στο Παγκόσμιο το 2015 και 2η στο Ευρωπαϊκό το 2018.

Πάρα πολλοί ήταν πέραν αυτών οι αξιόλογοι επικοντιστές και επικοντίστριες στην Ελλάδα που δεν κατάφεραν να φτάσουν ψηλά σε ένα αγώνισμα ιδιαίτερα απαιτητικό όπου χρειάζεται ισχυρή υποστήριξη. «Σχολή δεν έχουμε αλλά είναι σαν να έχουμε» ισχυρίζεται ο Ανδρέας Τσώνης και προσθέτει: «Είναι υπόθεση 10 προπονητών. Λείπει ένας συντονιστής, μια πιο οργανωμένη προσπάθεια. Γίνεται εξαιρετική δουλειά στις Σέρρες, στην Κέρκυρα, στη Ρόδο, στα Χανιά, στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Υπάρχουν σύλλογοι που δίνουν μεγάλη σημασία»

Από 1.200 ευρώ και πάνω κοστίζουν τα κοντάρια που χρησιμοποιεί ο Άρμαντ Ντουμπλάντις -αλλά και ο Καραλής-, οι οποίοι κουβαλάνε μια δεκάδα ο καθένας στους μεγάλους αγώνες.

Κοντάρια 600 ευρώ!
Η υποδομή στον ελληνικό κλασικό αθλητισμό είναι διαχρονικά μια πικρή ιστορία. Το επί κοντώ είναι από τα πιο κοστοβόρα αγωνίσματα. Πέρα από το ειδικό στρώμα για να προσγειωθεί ο αθλητής από τα πέντε και τα έξι μέτρα (η πρόσκρουση από τα συνεχόμενα άλματα δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται), τους στυλοβάτες για να στηριχτεί ο πήχης, τα ειδικά παπούτσια και τη βαλβίδα, υπάρχουν και τα περίφημα κοντάρια. Τουλάχιστον 600 ευρώ κοστίζει ένα μόνο κοντάρι για παιδιά που δοκιμάζουν την τύχη τους σε εφηβική και μικρότερη ηλικία. Από 1.200 ευρώ και πάνω κοστίζουν τα κοντάρια που χρησιμοποιούν ο Ντουπλάντις και ο Καραλής, οι οποίοι κουβαλάνε μια δεκάδα ο καθένας στους μεγάλους αγώνες.

«Υπάρχουν μαλακά, σκληρά και ακόμη πιο σκληρά, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τις απαιτήσεις κάθε αγώνα. Σπάνε εύκολα, έχουν φθορά και γι’ αυτό χρειάζονται σωστή συντήρηση και προστασία. Είναι και αυτό ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του αγωνίσματος» επισημαίνει ο Ανδρέας Τσώνης. Από 12 μέχρι 25 ετών ένας αθλητής θα πρέπει να αλλάξει 85 κοντάρια και το κόστος είναι τεράστιο. Ο προπονητής Νίκος Βαρσάμης είχε οργανώσει πριν από οκτώ χρόνια μια συλλογή από πλαστικά καπάκια στη Θεσσαλονίκη για την αγορά 10 κονταριών ενώ παράλληλα εξασφάλισε άλλα 50 από δωρεές συλλόγων και ιδιωτών για να διευκολύνει τους αθλητές του.

Ο εφιάλτης της μεταφοράς
Όσο ψηλότερα ανεβαίνει ο άλτης, χρησιμοποιεί πιο σκληρό κοντάρι. Ένα που έχει μήκος τέσσερα μέτρα, για μικρότερες ηλικίες, ζυγίζει δυόμιση κιλά. Τεχνικά, δεν υπάρχει περιορισμός ως προς το μήκος ή το πάχος. Η σκληρότητα αφορά την πίεση που θα ασκηθεί από το βάρος και τη δύναμη του αθλητή. Ο Καραλής μπορεί να χρησιμοποιεί από τα χαμηλότερα ύψη κοντάρι για 82, 86 ή 90 κιλά και να φτάνει στα 105. Σε μεγαλύτερα ύψη παίρνει πιο σκληρά κοντάρια, με πιο ψηλές λαβές, που σημαίνει ότι έχουν μεγαλύτερο μήκος.

Όσον αφορά τη μάχη που παρακολουθεί ολόκληρος ο πλανήτης ανάμεσα στον Καραλή και τον Ντουπλάντις ο Ανδρέας Τσώνης, παλιός πρωταθλητής και κορυφαίος προπονητής, θεωρεί ότι το επί κοντώ φτάνει στα όριά του.

Οι επικοντιστές ταξιδεύουν συνήθως με τα δικά τους κοντάρια, όμως δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αν αναλογιστούμε την ταλαιπωρία μας ως ταξιδιώτες περιμένοντας στην ουρά για να παραδώσουμε μια αποσκευή στο αεροδρόμιο, αλλά και το επιπλέον κόστος που μπορεί να προκύψει, φανταστείτε τους αθλητές που παραδίδουν μια προστατευτική θήκη με κοντάρια από fiberglass, μήκους 5.20 και 5.40 μέτρων που μπορεί να ζυγίζει 45 κιλά. Είναι ένα άγχος που αντιμετωπίζουν ακόμη και κορυφαίοι επικοντιστές, παρότι οι χορηγοί είναι παρόντες για να λύνουν όλα τα προβλήματα.

Φτάνουν στα όριά τους
Όσο για τη μάχη που παρακολουθεί ολόκληρος ο πλανήτης ανάμεσα στον Καραλή και τον Ντουπλάντις το τελευταίο διάστημα, ο Ανδρέας Τσώνης θεωρεί ότι το επί κοντώ φτάνει στα όριά του. «Μπορεί το παγκόσμιο ρεκόρ να ανέβει στο 6.35 ή ακόμη και στο 6.40. Αλλά δεν φαίνεται ότι μπορεί να πάει ψηλότερα». Βέβαια, τα ίδια λέγαμε στην εποχή Μπούμπκα πριν από περίπου 30 χρόνια, όταν ο Ουκρανός είχε να ανταγωνιστεί μόνο τον εαυτό του. Άραγε, έχει γεννηθεί αυτός που θα ξεπεράσει τους δύο κορυφαίους επικοντιστές της σημερινής εποχής;

Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version