Προϊόντα που όταν κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά ήταν προσιτά για όλους, σήμερα αξίζουν αρκετές χιλιάδες ευρώ και θεωρούνται συλλεκτικά κομμάτια.
Θα διαθέτατε 4.000 ευρώ για ένα κρεβάτι ΙΚΕΑ που όταν κατασκευάστηκε, τη δεκαετία του 1980, πωλείτο προς 60 ευρώ; Η πιθανότερη απάντηση είναι «όχι». Αν, όμως, ο σχεδιαστής είναι ο Knut Hagberg και το μοντέλο είναι το θρυλικό Kromvik με τον σκελετό από χρωμιωμένο χάλυβα και τη μινιμαλιστική αρχιτεκτονική δομή, τότε η κατά σχεδόν 67 φορές υψηλότερη τιμή μπορεί να έχει νόημα. Το κρεβάτι αυτό που κάποτε αγοραζόταν από το καταναλωτικό κοινό ως εύκολη λύση για την επίπλωση του σπιτιού του, πλέον αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια συλλεκτών που αναζητούν σε διαδικτυακές σελίδες δημοπρασιών το συγκεκριμένο, αλλά και άλλες δημιουργίες του σκανδιναβικού κολοσσού της μεταμοντέρνας αισθητικής.
Πώς ένα IKEA γίνεται συλλεκτικό;
Η εταιρία χτίστηκε πάνω στο δημοκρατικό σχεδιασμό. Απευθύνθηκε δηλαδή σε όλους, ανεξαρτήτως οικονομικού υποβάθρου. Δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει τουλάχιστον ένα κομμάτι ΙΚΕΑ. Είτε πρόκειται για ένα καθημερινό σερβίτσιο, είτε για μια λευκή βιβλιοθήκη BILLY, είτε για μια ραφιέρα KALLAX, είτε ένα τραπεζάκι LACK. Όμορφα, λειτουργικά, χρηστικά αντικείμενα, σε προσιτές τιμές διαθέσιμα για όλους. Πώς, λοιπόν, σήμερα μερικά από αυτά θεωρούνται συλλεκτικά και πωλούνται προς πολλές χιλιάδες ευρώ; Όπως αναφέρει το κορυφαίο περιοδικό αρχιτεκτονικής και design, Architectural Digest, ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν ότι ένα προϊόν ΙΚΕΑ μπορεί να γίνει συλλεκτικό, είναι η καρέκλα CAVELLI, η οποία σχεδιάστηκε από τον Bengt Ruda -από τους πρώτους σχεδιαστές που άφησαν το στίγμα τους στην εταιρία- το 1958 και εντάχθηκε στους καταλόγους ΙΚΕΑ έναν χρόνο αργότερα.
Την εποχή εκείνη κόστιζε περίπου 27 ευρώ, αλλά το 2022 το τελευταίο κομμάτι του μοντέλου αυτού -είχαν κυκλοφορήσει μόνο πέντε- πωλήθηκε στη δημοπρασία «Modern Art + Design» του οίκου Bukowskis σε ένα αστρονομικό ποσό. Η τιμή κατακύρωσης έκλεισε στις 14.000 ευρώ, ενώ το τελικό ποσό μαζί με τις προμήθειες του οίκου έφτασε τις 18.000 ευρώ, καθιστώντας την μουσταρδί καρέκλα το ακριβότερο έπιπλο της IKEA που έχει πουληθεί ποτέ σε δημοπρασία.
Η εταιρία έχει συνεργαστεί με σπουδαίους σχεδιαστές όπως οι Niels Gammelgaard, Gillis Lundgren, Knut Hagberg. Με ένα μείγμα μινιμαλισμού και pop art, τα κομμάτια που φέρουν την υπογραφή τους είναι από τα πιο περιζήτητα, επιβεβαιώνοντας ότι το οικονομικότερο προϊόν δεν σημαίνει απαραίτητα κατώτερης ποιότητας.
Design icon
Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά και αναγνωρίσιμα έπιπλα της εταιρίας που η τιμή πώλησης σε δημοπρασία απείχε σημαντικά από την αρχική, ήταν και η πολυθρόνα IMPALA. Δημιουργήθηκε το 1972 από τον Gillis Lundgren και διατίθετο στο κοινό προς 37 ευρώ, σύμφωνα με το ΙΚΕΑ Museum. Εξαιτίας της σπανιότητάς της, αφού μόλις ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της η παραγωγή της σταμάτησε εξαιτίας του υψηλού κόστους κατασκευής της, πωλήθηκε στη δημοπρασία του οίκου Bonhams το 2023 για περίπου 2.600 ευρώ. Στον κατάλογο της εποχής, η περιγραφή ανέφερε πως στην εταιρία ήταν «ερωτευμένοι» με τις απαλές, στρογγυλεμένες, ζεστές γραμμές της και «ενθουσιασμένοι» με την άνεση και τη λειτουργία του καναπέ-κρεβάτι. Μάλιστα, έκαναν ειδική αναφορά στην «πολύ χαμηλή τιμή» της. Βέβαια, τότε δε μπορούσαν να προβλέψουν ότι 51 χρόνια αργότερα η τιμή της θα είχε ανέβει περίπου 70 φορές πάνω από την αρχική της αξία.
Αντιστοίχως, η πολυθρόνα DIANA που δημιουργήθηκε από την πρώτη γυναίκα σχεδιάστρια της εταιρίας, Karin Mobring, το 1972 και σήμερα είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια. Η τιμή της τότε κυμαινόταν στα 58 ευρώ, ενώ σήμερα μια αυθεντική πολυθρόνα σε καλή κατάσταση μπορεί να πωληθεί από 600 έως και 2.500 ευρώ. Ξεχωριστή θέση στην καρδιά των συλλεκτών κατέχει η ραφιέρα GUIDE του Niels Gammelgaard. Κατασκευάστηκε το 1985 και οι καθαρές γραμμές της, τα τολμηρά χρώματα, η ευελιξία της και η χρηστικότητά της τη μετέτρεψαν σε σύμβολο design. Παρέμεινε στον κατάλογο της IKEA για τέσσερα χρόνια και κόστιζε 65 ευρώ, ενώ σε πλατφόρμες όπως το 1stDibs, κυμαίνεται στα 840 ευρώ. Κάνοντας μια βουτιά στο παρελθόν, και συγκεκριμένα στο 1963, βρίσκουμε τις καρέκλες με καμβά CIKADA που σχεδίασε ο Bengt Ruda. Ήταν η πρώτη πολυθρόνα σε στυλ σαφάρι που κυκλοφόρησε ποτέ η IKEA και η τιμή της άγγιζε τα 80 ευρώ. Τρεις από αυτές, ωστόσο, πωλήθηκαν σε δημοπρασία από το 1stDibs έναντι 4.900 ευρώ. Με λίγα λόγια, η IKEA έκανε το design προσιτό για όλους, και σήμερα το design αυτό αποκτά συλλεκτική αξία.
Vintage ή υπερβολή;
Βέβαια, η τάση δε σημαίνει ότι κάθε κομμάτι ΙΚΕΑ μπορεί να αποδειχθεί θησαυρός στο μέλλον. Πράγματι παρατηρείται ζήτηση για ορισμένα μοντέλα, αλλά κάποια στοιχεία μαρτυρούν μια υπερβολή. Όπως σε κάθε περίπτωση, η αξία ενός προϊόντος που θεωρείται συλλεκτικό εξαρτάται από τον σχεδιαστή, τη σπανιότητα και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Η ΙΚΕΑ πάντως έχει αναγνωρίσει την τάση και έχει λανσάρει τη ρετρό συλλογή Nytillverkad που επαναφέρει μερικά κομμάτια από το παρελθόν, επανασυστήνοντάς τα με μια πιο σύγχρονη ματιά. Όπως εξηγεί στη γερμανική εφημερίδα Neue Ruhr Zeitung, η καθηγήτρια και επικεφαλής του Ινστιτούτου Σπουδών Τέχνης και Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Τεχνών Folkwang στο Έσσεν, Cordula Meier, «η νοσταλγία για παλαιότερες, και υποτίθεται καλύτερες, εποχές παίζει σημαντικό ρόλο στη δημοτικότητα των vintage επίπλων. Οι άνθρωποι θέλουν μια παλιά καλή ιστορία στο σπίτι τους». Πράγματι, τα έπιπλα «μιλούν» και αφηγούνται τη δική τους ιστορία. Βέβαια, οι υποψήφιοι αγοραστές πρέπει να ελέγξουν προσεκτικά την κατάσταση των επίπλων πριν προχωρήσουν στην αγορά τους.
Από τα σπιρτόκουτα στη γέννηση της IKEA
Για να εξηγηθεί αυτή η απρόσμενη διαδρομή, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στη γέννηση της IKEA. Η τάση του ιδρυτή της, Ingvar Kamprad, για επιχειρηματικότητα άρχισε να διαμορφώνεται από την παιδική του ηλικία. Μεγάλωσε μέσα στο κατάστημα του παππού του, Carl Bernhard Nilsson, που πωλούσε από καρφιά, μέχρι γλυκά και δυναμίτη. Ήταν ένας παράδεισος για τον Ingvar. Εκεί έπαιζε, ανακάλυπτε νέα προϊόντα και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει. Εξίσου σημαντική, όμως, ήταν κι η γιαγιά του Franziska, η οποία ενθάρρυνε τις πρώτες επιχειρηματικές απόπειρές του, σύμφωνα με το ΙΚΕΑ Museum. Ήταν η καλύτερη πελάτισσά του όταν της πουλούσε σπιρτόκουτα, χριστουγεννιάτικες κάρτες και ψάρια που είχε πιάσει ο ίδιος. Μέσα από αυτές τις μικρές συναλλαγές άρχισε να αποκτά την πρώτη του εμπειρία στην πώληση και να αντιλαμβάνεται την αξία του χρήματος. Ο Ingvar σε ηλικία 10 ετών άρχισε να σκέφτεται ολοένα περισσότερο έναν τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε και ο ίδιος να κερδίζει χρήματα.
Παράλληλα, αναρωτήθηκε γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην τιμή εργοστασίου και καταστήματος για ένα προϊόν. Για παράδειγμα, ένα μολύβι για τον χονδρέμπορο κόστιζε τότε μόνο 0,0005 ευρώ, ενώ στο παντοπωλείο άγγιζε το 0,01 ευρώ – 20 φορές περισσότερο! Το ερώτημα που έθετε ήταν, αν ένα προϊόν μπορούσε να κατασκευαστεί τόσο φθηνά, γιατί ήταν τόσο ακριβό για τον πελάτη; Ο νεαρός Ingvar συνειδητοποίησε ότι η διανομή ήταν ένα σημαντικό πρόβλημα και, μάλιστα, ακριβό. Τα χρόνια που ζούσε σε οικοτροφείο η επιχειρηματική του δράση συνεχίστηκε με τους συμμαθητές του. Κάτω από το στρώμα του στον κοιτώνα κρατούσε σε ένα κουτί ζώνες, πορτοφόλια, ρολόγια και στυλό που διέθετε προς πώληση. Το 1943, λίγο πριν ξεκινήσει τις σπουδές του στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, ανακοίνωσε στην οικογένειά του ότι θέλει να ιδρύσει τη δική του επιχείρηση. Σε ηλικία μόλις 17 ετών, έλαβε ειδική άδεια από τον πατέρα του και το τέλος εγγραφής της εταιρίας ως δώρο αποφοίτησης από το οικοτροφείο. Έτσι, στις 28 Ιουλίου 1943, ιδρύθηκε και καταχωρήθηκε η εταιρία IKEA, όνομα που προέκυψε από τα αρχικά του Ingvar Kamprad και τα αρχικά του Elmtaryd, το οικογενειακό του αγρόκτημα, και του Agunnaryd, το χωριό που μεγάλωσε.
Τα έπιπλα και η επίπεδη συσκευασία
Αρχικά, η γκάμα των προϊόντων ΙΚΕΑ περιοριζόταν σε στυλό, ρολόγια και νάιλον κάλτσες. Πέντε χρόνια μετά την ίδρυσή της, ενέταξε έπιπλα κατασκευασμένα από ντόπιους χειροτέχνες. Το 1955, ωστόσο, η βιομηχανία επίπλων ξεκίνησε μποϊκοτάζ κατά της ΙΚΕΑ, διαμαρτυρόμενη για τα φθηνά έπιπλά της. Πολλοί προμηθευτές σταμάτησαν να πωλούν τα προϊόντα τους στον Kamprad. Δημιουργικός και ευρηματικός, σκέφτηκε πως η λύση ήταν ο σχεδιασμός επίπλων στην εταιρία του και η αποστολή τους σε επίπεδη συσκευασία. Βασική ιδέα ήταν η δημιουργία απλών, αλλά κομψών και προσιτών κομματιών. Στα εγκαίνια της πρώτης έκθεσης επίπλων είχε χαρακτηρίσει τον εαυτό του «μαύρο πρόβατο» της βιομηχανίας, καθώς ανταγωνιστές διέδιδαν πως τα προϊόντα του ήταν κατώτερης ποιότητας. Ωστόσο, η διαφορετική του προσέγγιση κέντρισε το ενδιαφέρον κοινού και Τύπου.
Τα δημοσιεύματα της εποχής έκαναν λόγο για τη «Μέκκα επίπλων και ονείρων», αλλά και για τη «γη της επαγγελίας για τους αρραβωνιασμένους». Ο ίδιος ο ιδρυτής της εταιρίας εξάλλου, είχε αναφέρει πως για την πλήρη επίπλωση ενός μοντέρνου διαμερίσματος από την ΙΚΕΑ ένα νεόνυμφο ζευγάρι θα ξόδευε μόνο λιγοστά χρήματα. Από τη μικρή πόλη Älmhult στη νότια Σουηδία, όπου άνοιξε η πρώτη έκθεση επίπλων, η εταιρία αναπτύχθηκε ραγδαία. Πλέον, λειτουργούν περισσότερα από 500 καταστήματα ΙΚΕΑ σε όλο τον πλανήτη. Ωστόσο, παρότι η ΙΚΕΑ έχει εξελιχθεί σε παγκόσμια αυτοκρατορία, η εμπειρία σε ένα κατάστημά της παραμένει παράξενα οικεία -τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που πρέπει να συναρμολογήσεις αυτά που αγόρασες. Σαν να κάνεις περιήγηση στο σπίτι σου και να ανακαλύπτεις γωνιές που αγνοούσες. Τα καταστήματα έχουν νεανική ενέργεια. Η προκαθορισμένη διαδρομή με τα βέλη στο δάπεδο, μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι παρά με απλό διάδρομο. Λαβύρινθος ή κυνήγι θησαυρού, σε οδηγεί μπροστά από αντικείμενα που δεν έψαχνες, αλλά την ίδια στιγμή αρχίζεις να αναρωτιέσαι πώς ζούσες χωρίς αυτά. Και στο τέλος, καταλήγεις στο εστιατόριο για τα περίφημα κεφτεδάκια με μαρμελάδα μύρτιλο.
Αυτή η εμπειρία είναι απόλυτα σχετική με τη φιλοσοφία της εταιρίας. Άλλωστε, ο Kamprad δεν πουλούσε έπιπλα, αλλά ιδέες. Και αυτό συνέχισε να κάνει μέχρι το θάνατό του, το 2018. Μια καινούρια, καλύτερη μέρα ξεκινάει από το σπίτι, αναφέρει ένα από τα σλόγκαν της. Ο Kamprad το γνώριζε καλά.
