Περισσότερες από 850 επιστολές ανάμεσα στον συγγραφέα και την ηθοποιό Μαρία Καζαρές συνθέτουν μια ιστορία αγάπης όπου πρωταγωνιστούν η διασημότητα, η λάμψη, η συντριβή και η εμμονή.
Σαν να μην είναι ήδη αρκετά αποκαρδιωτικό το τοπίο των σύγχρονων γνωριμιών, η έκδοση (για πρώτη φορά στα αγγλικά) της αλληλογραφίας ανάμεσα στον δημοσιογράφο, θεατρικό συγγραφέα και φιλόσοφο Αλμπέρ Καμύ και την ηθοποιό Μαρία Καζαρές, υπενθυμίζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο πόσο έχει μεταβληθεί η τέχνη του φλερτ και του έρωτα.
Ένας έρωτας που γράφτηκε λέξη προς λέξη
Το 2026, το φλερτ συχνά περιορίζεται (κυρίως μέσω γραπτών μηνυμάτων) σε ένα αδιάφορο «Τι κάνεις»; Κάποτε, αντίθετα, το πρώτο ερωτικό μήνυμα μπορούσε να γράφει: «… η καρδιά μου ξεχειλίζει από αγάπη για σένα. Υπάρχει κάτι που ανήκει μόνο σε εμάς, κι ένας τόπος όπου μπορώ να είμαι μαζί σου αβίαστα». Τα λόγια αυτά βρίσκονται στην τρίτη επιστολή που έστειλε ο Καμύ στην Καζαρές, λίγες μόλις ημέρες αφότου γνωρίστηκαν στο Παρίσι, στις 6 Ιουνίου 1944, την ημέρα της απόβασης στη Νορμανδία. «Εσύ κι εγώ γνωριστήκαμε και ερωτευτήκαμε με πάθος, με ανυπομονησία, σαν να αψηφούσαμε κάθε κίνδυνο. Δεν μετανιώνω για τίποτα και νιώθω πως αυτές οι τελευταίες ημέρες που έζησα, αρκούν για να δικαιώσουν μια ολόκληρη ζωή», έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ προς τη Μαρία Καζαρές, την 1 Ιουλίου 1944.
Ο Καμύ γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1913 στην Αλγερία. Ο πατέρας του σκοτώθηκε όταν εκείνος ήταν μόλις ενός έτους και μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια με τη μητέρα του. Η ευφυΐα του έγινε γρήγορα αντιληπτή από δασκάλους του στο σχολείο, που τον βοήθησαν να κερδίσει υποτροφία για το γυμνάσιο. Η Καζαρές γεννήθηκε στην Ισπανία το 1922. Η οικογένειά της κατέφυγε στο Παρίσι, το 1936, για να γλιτώσει από τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Όταν γνωρίστηκαν, ο Καμύ ήταν παντρεμένος, όμως ο πόλεμος τον είχε χωρίσει από τη σύζυγό του, η οποία βρισκόταν στο, υπό γερμανική κατοχή, Οράν της Αλγερίας. Η Καζαρές πρωταγωνιστούσε στο έργο του Καμύ, «Η παρεξήγηση», ενώ η πρώτη τους συνάντηση έγινε σε δεξίωση που παρέθεσε η Σιμόν ντε Μποβουάρ.
Ακολούθησε ένας σύντομος, θυελλώδης δεσμός. Καθώς το καλοκαίρι έδινε τη θέση του στο φθινόπωρο, ο Καμύ εξέφραζε συνεχώς την αγωνία του για το πότε θα τη συναντήσει ξανά, ομολογούσε πόσο αδιάκοπα τη σκέφτεται και πόσο έχει ανάγκη να νιώθει πως τα αισθήματά του βρίσκουν ανταπόκριση. «Θέλω να έχω τη βεβαιότητα των σκέψεών σου και της αγάπης σου», της έγραφε τον Ιούνιο του 1944.
Όταν κάθε γράμμα είχε βάρος
Ελάχιστοι άνθρωποι θα μπορούσαν να σταθούν ισάξια απέναντι σε έναν μελλοντικό νομπελίστα συγγραφέα και μια διάσημη ηθοποιό που ζούσαν έναν παράνομο έρωτα στο Παρίσι των τελευταίων χρόνων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, ο νέος αυτός τόμος περιλαμβάνει 865 επιστολές και αναδεικνύει πόσο επιφανειακή έχει γίνει σήμερα η επικοινωνία και πόσο εξαρτάται από τις συνεχώς μεταβαλλόμενες τεχνολογικές εφευρέσεις.
Στις εφαρμογές γνωριμιών, η επαφή με νέους ανθρώπους έχει γίνει τόσο εύκολη ώστε συχνά χάνει κάθε ανθρώπινη διάσταση. Μία σάρωση της οθόνης προς τα δεξιά. Μια συνάντηση. Ή καμία συνάντηση. Ένα μήνυμα στα κοινωνικά δίκτυα. Ύστερα σιωπή. Ή αόριστες υποσχέσεις. Την ίδια στιγμή, στις πρώτες επιστολές του (από εκείνη την περίοδο σώζονται μόνο οι δικές του) ο Καμύ εμφανίζεται κυριευμένος από τον έρωτα, απόλυτα εμμονικός και πρόθυμος να παραδεχθεί πως περνά ολόκληρες ημέρες ξαπλωμένος στο κρεβάτι, βυθισμένος στη θλίψη, με την καρδιά του, όπως γράφει, «σφιγμένη σε μια μέγγενη».
Ο ίδιος εξομολογείται ότι συγκέντρωσε όλα του τα αισθήματα στη Μαρία, ενώ άλλοτε τα μοίραζε «λίγο εδώ, λίγο εκεί» και παραδέχεται πως αδυνατεί να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση: «Το αποτέλεσμα είναι ένας σχεδόν τερατώδης έρωτας, που απαιτεί τα πάντα, απαιτεί το αδύνατο…». Σπάνια συναντά κανείς σήμερα τέτοια λόγια. Ίσως επειδή λείπει η συναισθηματική ειλικρίνεια ή το θάρρος. Ίσως και τα δύο. Η αλληλογραφία του Καμύ και της Καζαρές διατήρησε έναν ξεχωριστό τόνο, έναν ιδιαίτερο ρυθμό και αξιοσημείωτο βάθος επί δεκαπέντε χρόνια, με εξαίρεση ένα τετραετές διάλειμμα, όταν ο Καμύ διέκοψε τη σχέση τους μετά το πρώτο εκείνο καλοκαίρι του 1944. Η τύχη τούς έφερε ξανά αντιμέτωπους αρκετά χρόνια αργότερα στη λεωφόρο Σεν Ζερμέν, όπου ο δεσμός τους αναζωπυρώθηκε.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της σχέσης εκτυλίχθηκε από απόσταση. Η Καζαρές εργαζόταν σε διάφορες χώρες, ενώ ο Καμύ παρέμενε παντρεμένος. Ωστόσο, οι επιστολές τους ξεπερνούν κατά πολύ τον ερωτικό πόθο και τις τρυφερές εξομολογήσεις. Συζητούν για την πολιτική, τη λογοτεχνία, το θέατρο και την καθημερινότητα. Τον Απρίλιο του 1955, η Καζαρές γράφει παιχνιδιάρικα: «Θα σου κάνω το τραπέζι για τα… βαφτίσια του υπέροχου νέου μου γραφείου, που τώρα στολίζεται από δύο καινούργια φωτιστικά». Στη συνέχεια αφηγείται πόσα χρήματα ξόδεψε για την επίπλωση του σπιτιού της.
Η γραφή του Καμύ είναι τακτοποιημένη, άψογη και λιτή. Η Καζαρές, αντίθετα, αφήνεται σε μια πληθωρική, αυθόρμητη πρόζα, σαν κάθε σκέψη της να περνά απευθείας στο χαρτί χωρίς καμία επεξεργασία. Αναφερόμενη σε κάποιο πρόσωπο που την είχε εξοργίσει, γράφει: «Είναι βασανιστικό να διαπιστώνει κανείς πόσο η απόλυτη έλλειψη ευφυΐας και καλλιέργειας μπορεί να εξαντλήσει τα συναισθήματά του… Πες μου πως δεν είμαι κακιά».
Η αλληλογραφία ως ιστορικό τεκμήριο
Η συλλογή αποτελεί ένα μοναδικό παράθυρο σε μια ιστορία αγάπης όπου συνυπάρχουν η φήμη, η λάμψη, η συναισθηματική οδύνη και η εμμονή. Παράλληλα, αποτελεί και μαρτυρία μιας εποχής πολέμου. Πολλές επιστολές γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία και περιγράφουν τη δράση της αντίστασης, στην οποία ο Καμύ συμμετείχε ενεργά. Οι δύο πρώτες επιστολές του είναι βαριές από τη σκιά του πολέμου: «Αυτός ο χωρισμός, μέσα σε τόσες αβεβαιότητες, κάτω από έναν ουρανό γεμάτο κινδύνους, μου είναι αφόρητος… Είναι συγχρόνως υπέροχο και τρομακτικό να αγαπιόμαστε μέσα στον κίνδυνο, στην αβεβαιότητα, σε έναν κόσμο που καταρρέει και σε μια εποχή όπου η ανθρώπινη ζωή αξίζει τόσο λίγο».
Ο πόλεμος εντείνει το αίσθημα του επείγοντος. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη: ο Καμύ υπήρξε φιλόσοφος του παραλόγου. Πίστευε ότι ο κόσμος στερείται εγγενούς νοήματος και πως η αγάπη, ο έρωτας και το πάθος αποτελούν έναν από τους ελάχιστους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει νόημα. Η τελευταία επιστολή του αναφέρεται στο ταξίδι με το αυτοκίνητο που έμελλε να του στοιχίσει τη ζωή, στις 4 Ιανουαρίου 1960, όταν ήταν μόλις 46 ετών. Ο Καμύ γράφει στην Καζαρές πως, μόλις επιστρέψει στο Παρίσι από το σπίτι του στο Λουρμαρέν της Προβηγκίας, όπου είχε περάσει τους τελευταίους μήνες του 1959, θα της τηλεφωνήσει για να κανονίσουν δείπνο, «εκτός κι αν υπάρξουν προβλήματα στον δρόμο».
Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, ο φίλος και γείτονάς του, Ρενέ Σαρ, πήγε στο ατελιέ του στο Παρίσι, πήρε τις επιστολές της Καζαρές και της τις επέστρεψε. Εκείνη τις κράτησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οπότε τις παρέδωσε στην κόρη του Καμύ, Κατρίν. Η τελευταία υπογράφει τον πρόλογο της έκδοσης και χαρακτηρίζει τον έρωτα των δύο ως «αναμφίβολα ακαταμάχητο». Η μητέρα της Κατρίν, η Φρανσίν, ήταν η σύζυγος που ο Καμύ ουδέποτε εγκατέλειψε. Η σκέψη ότι γνώριζε τον μεγάλο έρωτα του συζύγου της και ότι η ήδη εύθραυστη ψυχική της υγεία δοκιμάστηκε ακόμη περισσότερο εξαιτίας του, προκαλεί αμηχανία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, την εβδομάδα πριν από τον θάνατό του, ο Καμύ είχε κανονίσει συναντήσεις και με άλλες δύο γυναίκες, εκτός από την Καζαρές. Ήταν βαθιά ερωτικός και ρομαντικός άνθρωπος, συγχρόνως όμως και γυναικοκατακτητής.
Σήμερα, αυτές οι επιστολές μοιάζουν σχεδόν εξωπραγματικές. Ανοίγοντας τυχαία οποιαδήποτε σελίδα του ογκώδους αυτού τόμου, συναντά κανείς φράσεις όπως «αγάπα με για πάντα, σε ικετεύω», που έγραψε η Μαρία Καζαρές προς τον Αλμπέρ Καμύ. Στις ημέρες μας, αμέτρητα άρθρα επιχειρούν να εξηγήσουν γιατί η γενιά Ζ αποφεύγει να παραδεχθεί ότι ενδιαφέρεται πραγματικά για κάποιον. Στον πυρήνα του, αυτό το βιβλίο αποτελεί μνημείο μιας χαμένης τέχνης, όχι όμως ενός χαμένου συναισθήματος. Ίσως οι επιστολές να μην είναι πλέον αναγκαίες. Η ανάγκη, όμως, να έχουμε ανάγκη τον άλλον παραμένει. Όπως παραμένει και η ανάγκη να νοιαζόμαστε.
Ανάμεσα στα πιο συγκινητικά γράμματα του τόμου ξεχωρίζει εκείνο που έστειλε ο Καμύ λίγο περισσότερο από έναν μήνα μετά την πρώτη τους συνάντηση: «Καθετί που έχει σχέση μαζί σου με ενδιαφέρει». Ίσως καμία άλλη φράση να μη συνοψίζει τόσο απλά και τόσο εύστοχα την ουσία της αγάπης, ανεξάρτητα από την εποχή ή τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται.
*Πληροφορίες έκδοσης: Albert Camus – Maria Casarès: Letters 1944–1959 (εκδόσεις Penguin Classics), μετάφραση στα αγγλικά από τη Σάντρα Σμιθ και τον Κόρι Στόκγουελ.
Εξωτερική φωτογραφία: @ AFP Forum
