Η νέα φιλοσοφία του wellness δεν απορρίπτει την τεχνολογία, αλλά αμφισβητεί την εμμονή με τις συνεχείς μετρήσεις, επαναφέροντας την ισορροπία στο επίκεντρο της καθημερινότητας.
Πόσο καλά κοιμηθήκατε χθες; Για πολλούς, η απάντηση δεν προκύπτει πλέον από το πώς αισθάνονται όταν ανοίγουν τα μάτια τους το πρωί, αλλά από έναν αριθμό στην οθόνη του smartwatch ή του κινητού τους. Το ίδιο συμβαίνει με το άγχος, την αποκατάσταση μετά την άσκηση, ακόμη και με τη βιολογική ηλικία. Σταδιακά, η προσωπική εμπειρία άρχισε να υποχωρεί απέναντι στους δείκτες και τα δεδομένα. Αντί να αξιολογούμε την ευεξία μας με βάση το πώς αισθανόμαστε, μάθαμε να την ερμηνεύουμε μέσα από βαθμολογίες, γραφήματα και ειδοποιήσεις.
Η εξάπλωση των wearables και των εφαρμογών υγείας συνέβαλε σημαντικά σε αυτή την αλλαγή. Οι έξυπνες συσκευές έδωσαν στους χρήστες πρόσβαση σε πληροφορίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν διαθέσιμες μόνο σε αθλητές ή σε εξειδικευμένα ιατρικά κέντρα. Παρακολούθηση ύπνου, καρδιακού ρυθμού, στρες και φυσικής δραστηριότητας έγιναν μέρος της καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων, βοηθώντας πολλούς να υιοθετήσουν πιο υγιεινές συνήθειες. Όσο όμως αυξάνονταν οι δυνατότητες καταγραφής, τόσο ισχυροποιούταν και η αντίληψη ότι η καλή υγεία μπορεί -και πρέπει- να αποτυπώνεται σε αριθμούς.
Από την υπερ-βελτιστοποίηση στην ισορροπία
Ακριβώς απέναντι σε αυτή τη λογική διαμορφώνεται σήμερα μια νέα τάση στον χώρο του wellness. Όροι όπως anti-optimization (η αντίδραση στην εμμονή με τη διαρκή βελτιστοποίηση), low-tech wellness (ευεξία με λιγότερη εξάρτηση από την τεχνολογία) και quiet wellness (ήρεμη ευεξία) χρησιμοποιούνται όλο και συχνότερα για να περιγράψουν μια διαφορετική προσέγγιση στην ευζωία. Κοινός τους παρονομαστής είναι η αμφισβήτηση της ιδέας ότι κάθε μια από τις σωματικές λειτουργίες χρειάζεται συνεχή μέτρηση, αξιολόγηση και καταγραφή. Η άσκηση δεν γίνεται αποκλειστικά για να αυξηθεί ένας δείκτης φυσικής κατάστασης ή να συμπληρωθούν τα 10.000 βήματα. Το γεύμα δεν αξιολογείται μόνο από τις θερμίδες ή τα μακροθρεπτικά συστατικά του, ούτε ο ύπνος θεωρείται καλός μόνο όταν το επιβεβαιώνει μια εφαρμογή. Με άλλα λόγια, η προσοχή παύει να επικεντρώνεται στο «τι δείχνει η συσκευή» και εστιάζει στο «πώς αισθάνομαι πραγματικά».
Η νέα προσέγγιση αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αντίδραση στην κόπωση που δημιούργησε η κουλτούρα της διαρκούς αυτοβελτίωσης. Όταν κάθε δραστηριότητα συνοδεύεται από έναν ημερήσιο στόχο, μια βαθμολογία ή μια ειδοποίηση σε κάποια fitness εφαρμογή, η φροντίδα του εαυτού μετατρέπεται σε άλλη μια υποχρέωση της καθημερινότητας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την επιστημονική έρευνα. Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 στο Health Marketing Quarterly διαπίστωσε ότι η εντατική χρήση fitness εφαρμογών και συσκευών παρακολούθησης μπορεί να συνδέεται με αυξημένο άγχος και εμμονικές συμπεριφορές γύρω από την υγεία. Οι ειδικοί σημειώνουν ότι όταν η παρακολούθηση γίνεται αυτοσκοπός, η τεχνολογία ενδέχεται να υπονομεύσει τον αρχικό της στόχο, δηλαδή την ενίσχυση της ευημερίας. Παρόμοια ήταν και τα συμπεράσματα έρευνας που δημοσιεύθηκε το 2021 στο JMIR Cardio, σύμφωνα με την οποία η συνεχής έκθεση σε δεδομένα υγείας σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ενισχύσει το λεγόμενο health anxiety, δηλαδή την υπερβολική ανησυχία για την κατάσταση της υγείας.
Η άνοδος της «ήρεμης ευεξίας»
Αυτή η μεταστροφή εκφράζεται και μέσα από νέες καταναλωτικές συνήθειες. Οι χρήστες δεν εγκαταλείπουν απαραίτητα τα smartwatches ή τα fitness trackers, όμως περιορίζουν σημαντικά τον ρόλο τους. Αντί να παρακολουθούν κάθε ειδοποίηση ή να ελέγχουν διαρκώς τις επιδόσεις τους, χρησιμοποιούν τα δεδομένα πιο επιλεκτικά, ως εργαλείο ενημέρωσης και όχι ως απόλυτο κριτή της υγείας τους. Η μεταστροφή αποτυπώνεται και στην Οικονομία. Σύμφωνα με τη McKinsey, η παγκόσμια αγορά καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών ευεξίας (consumer wellness market) αποτιμάται πλέον στα περίπου 2 τρισ. δολάρια, με τους Millennials και τη Gen Z να αποτελούν τις γενιές που διαμορφώνουν τις νέες καταναλωτικές τάσεις. Οι νεότεροι καταναλωτές αντιμετωπίζουν την ευεξία ως καθημερινή πρακτική και όχι ως μια περιστασιακή αγορά, γεγονός που επηρεάζει τις επιλογές τους σε τομείς όπως η διατροφή, ο ύπνος, η φυσική κατάσταση και η ψυχική ευεξία.
Σε ευρύτερη κλίμακα, το Global Wellness Institute εκτιμά ότι η συνολική wellness economy -η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον τουρισμό ευεξίας, τα spa, την προσωπική φροντίδα, τη φυσική δραστηριότητα και το wellness real estate- ξεπερνά πλέον τα 6,8 τρισ. δολάρια, γεγονός που αποτυπώνει πόσο κεντρικό ρόλο έχει αποκτήσει η ευεξία στην παγκόσμια οικονομία. Έτσι, πρακτικές όπως τα digital detox retreats, οι περίπατοι στη φύση χωρίς κινητό, οι τεχνικές ενσυνειδητότητας, η ήπια γιόγκα ή ακόμη και η συνειδητή αποσύνδεση από τις ειδοποιήσεις γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς, αντανακλώντας την ανάγκη για περισσότερο ελεύθερο χρόνο, λιγότερους περισπασμούς και μια πιο ισορροπημένη σχέση με την τεχνολογία.
Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
