search icon

Journal

«Τον βάρεσε η ζέστη»: Μια λαϊκή σοφία που επιβεβαιώνει η επιστήμη

Κάθε καλοκαίρι, η ελληνική γλώσσα βγάζει ένα από τα ωραιότερα εκφραστικά της εργαλεία: «τον βάρεσε η ζέστη». Υπάρχουν έρευνες που αποδεικνύουν πάλι, ότι ο λαός είναι σοφός.

Κάθε καλοκαίρι, η ελληνική γλώσσα βγάζει ένα από τα ωραιότερα εκφραστικά της εργαλεία: «τον βάρεσε η ζέστη». Υπάρχουν έρευνες που αποδεικνύουν πάλι, ότι ο λαός είναι σοφός.

Η φράση περιγράφει κάποιον που συμπεριφέρεται παράξενα, που δεν βρίσκεται στα καλά του. Για καιρό θεωρούσαμε αυτήν την έκφραση απλώς μια εύθυμη υπερβολή. Η επιστήμη, όμως, τα τελευταία χρόνια μάς λέει ότι δεν ήταν καθόλου υπερβολή. Η ζέστη, πραγματικά, χτυπάει τον εγκέφαλο. Και μαζί της, κι ένας άλλος αθέατος εχθρός: η ατμοσφαιρική ρύπανση. Οι επιστήμονες ασχολούνται πλέον σοβαρά με τη σχέση ανάμεσα στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και την ψυχική υγεία. Και τα δεδομένα είναι εντυπωσιακά.

Σύμφωνα με μελέτη, για κάθε άνοδο 10 βαθμών Κελσίου στη μέση ημερήσια θερμοκρασία, ο ρυθμός ψυχιατρικών εισαγωγών αυξανόταν κατά περίπου 4%. Photo: Getty Images/Ideal Image

Μία από τις πλέον αξιόπιστες μελέτες, που βασίστηκε σε σχεδόν 90.000 ψυχιατρικές νοσηλείες στη Βέρνη της Ελβετίας, σε διάστημα πέντε δεκαετιών, διαπίστωσε ότι για κάθε άνοδο 10 βαθμών Κελσίου στη μέση ημερήσια θερμοκρασία, ο ρυθμός ψυχιατρικών εισαγωγών αυξανόταν κατά περίπου 4%. Παράλληλα, μια έρευνα που διεξήχθη στην Αυστραλία και ανέλυσε 13 χρόνια δεδομένων από την Αδελαΐδα, κατέγραψε αύξηση 7,3% στις εισαγωγές για ψυχικές παθήσεις κατά τις ημέρες καύσωνα σε σχέση με τις υπόλοιπες. Το εύρος των διαταραχών που επηρεάζονται είναι εντυπωσιακό: αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές διάθεσης, ψυχωτικά επεισόδια, σχιζοφρένεια, ακόμη και συμπεριφορές αυτοτραυματισμού. Σε ανάλυση που δημοσίευσε το επιστημονικό περιοδικό The Lancet, η σχέση μεταξύ υψηλής θερμοκρασίας και κινδύνου αυτοκτονίας επιβεβαιώθηκε με στοιχεία από πολλές χώρες. Ο κίνδυνος αυτός δεν αφορά μόνο ανθρώπους που ήδη αντιμετωπίζουν ψυχικά προβλήματα. Αφορά όλους μας, ανάλογα βέβαια με τη διάρκεια και την ένταση της έκθεσης στη ζέστη.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο;
Ο λόγος που η ζέστη «χτυπάει» το μυαλό δεν είναι μόνο ψυχολογικός. Υπάρχουν σαφείς βιολογικοί μηχανισμοί. Όταν οι εξωτερικές θερμοκρασίες ανεβαίνουν πολύ, ο οργανισμός αρχίζει να «αγωνίζεται» για να διατηρήσει τη θερμοκρασία του σώματος σταθερή. Αυτή η εντατική προσπάθεια δεν γίνεται χωρίς κόστος: τα επίπεδα της κορτιζόλης, της κύριας ορμόνης του στρες, εκτοξεύονται, ενώ το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, που είναι υπεύθυνο για την ηρεμία και την ανάρρωση, καταστέλλεται.
Πέρα από αυτό, η παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες δημιουργεί οξειδωτικό στρες στον εγκέφαλο και προκαλεί φλεγμονώδεις αντιδράσεις που βλάπτουν την ανάπτυξη νέων νευρικών κυττάρων στον ιππόκαμπο, την περιοχή που σχετίζεται με τη μνήμη και τη ρύθμιση των συναισθημάτων. Επίσης, η στέρηση ύπνου που φέρνει ο καύσωνας δεν είναι απλώς ενοχλητική. Η συσσωρευμένη αϋπνία των καλοκαιρινών νυχτών λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής όλων των ψυχολογικών επιπτώσεων. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι η λαϊκή σοφία ανέπτυξε τόσες εκφράσεις γύρω από τη ζέστη και τον εκτροχιασμό της λογικής. Ο άνθρωπος, ακόμη και πριν από την επιστήμη, παρατηρούσε ότι οι πιο ζεστές εποχές έφερναν πιο παράξενες συμπεριφορές, πιο έντονα συναισθήματα, πιο ευέξαπτα νεύρα.

Tα λεπτά σωματίδια που αναπνέουμε στις μεγάλες πόλεις επηρεάζουν την ψυχική μας υγεία με τρόπους που μέχρι πρόσφατα δεν τους φανταζόμαστε. Photo: Anna Yablonskaya / Unsplash

Η αόρατη απειλή: ο μολυσμένος αέρας
Αν η ζέστη είναι κάτι που βλέπουμε και νιώθουμε, η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι ο εχθρός που δεν υποψιαζόμαστε καν. Τα τελευταία χρόνια, ένα αυξανόμενο σώμα επιστημονικής έρευνας αποδεικνύει ότι τα λεπτά σωματίδια που αναπνέουμε στις μεγάλες πόλεις επηρεάζουν την ψυχική μας υγεία με τρόπους που μέχρι πρόσφατα δεν τους φανταζόμαστε. Τα σωματίδια αυτά, γνωστά ως PM2.5 (μικρότερα από 2,5 μικρόμετρα), είναι τόσο μικροσκοπικά ώστε δεν αντιμετωπίζουν εμπόδια στο σώμα μας. Εισπνέονται, εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος και, σε μια από τις πιο ανησυχητικές ανακαλύψεις των τελευταίων χρόνων, καταφέρνουν να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, δηλαδή την «ασπίδα» που φροντίζει ο οργανισμός να προστατεύει τον εγκέφαλό του. Μόλις εκεί, πυροδοτούν φλεγμονώδεις διαδικασίες που βλάπτουν τους νευρώνες. Αλλά τα λεπτά σωματίδια μπορούν επίσης να ταξιδέψουν απευθείας μέσα από το οσφρητικό νεύρο και να φτάσουν στον εγκέφαλο, χωρίς ούτε να περάσουν από το αίμα.

Μια εκτεταμένη ανασκόπηση 111 μελετών διαπίστωσε ότι σε ποσοστό 73% αυτών, η υψηλότερη έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση συνδεόταν με αυξημένα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, τόσο σε ανθρώπους όσο και σε πειραματόζωα. Στα πειραματόζωα που εκτέθηκαν σε μολυσμένο αέρα, οι ερευνητές παρατήρησαν αλλαγές στη φυσική δομή του εγκεφάλου, αύξηση κυτοκινών που σηματοδοτούν φλεγμονή και φτωχότερες νευρωνικές συνδέσεις στον ιππόκαμπο. Τι σημαίνει αυτό;

Ο ιππόκαμπος είναι μια δομή βαθιά στον εγκέφαλο που παίζει κεντρικό ρόλο στη μνήμη, στη μάθηση και στη ρύθμιση των συναισθημάτων. Το όνομά του προέρχεται από τον ιππόκαμπο του θαλάσσιου κόσμου, γιατί το σχήμα του μοιάζει με αυτόν. Οι νευρώνες στον εγκέφαλο επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω «κλαδιών» που λέγονται δενδρίτες. Όσο πιο πολλές και πυκνές είναι αυτές οι συνδέσεις, τόσο πιο αποτελεσματικά «μιλούν» οι νευρώνες μεταξύ τους και τόσο καλύτερα λειτουργεί η μνήμη, η συγκέντρωση και η συναισθηματική σταθερότητα. Όταν λέμε «φτωχότερες νευρωνικές συνδέσεις στον ιππόκαμπο», εννοούμε ότι τα λεπτά σωματίδια της ρύπανσης προκαλούν φλεγμονή που καταστρέφει αυτά τα δενδριτικά «κλαδιά» ή εμποδίζει τη δημιουργία νέων. Αποτέλεσμα: ο ιππόκαμπος δουλεύει χειρότερα.

Η συσσωρευμένη αϋπνία των καλοκαιρινών νυχτών λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής όλων των ψυχολογικών επιπτώσεων. Photo: Margo Evardson / Unsplash

Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε πιο δύσκολη εκμάθηση νέων πραγμάτων, πιο γρήγορη λήθη, μεγαλύτερη δυσκολία στον συναισθηματικό έλεγχο και αυξημένη ευαισθησία σε άγχος και κατάθλιψη. Ο ιππόκαμπος, μάλιστα, είναι μια από τις ελάχιστες περιοχές του εγκεφάλου που παράγει νέα νευρικά κύτταρα σε όλη τη ζωή μας, διαδικασία που ονομάζεται νευρογένεση. Το χρόνιο στρες, η ρύπανση και οι υψηλές θερμοκρασίες πλήττουν ακριβώς αυτή τη διαδικασία ανανέωσης. Μια μεγάλη μελέτη σε Αμερικανούς και Δανούς υπολόγισε ότι εκείνοι με τη μεγαλύτερη έκθεση σε ρύπους είχαν κατά 148% υψηλότερα ποσοστά σχιζοφρένειας και κατά 162% υψηλότερα ποσοστά διαταραχών προσωπικότητας σε σχέση με εκείνους που ζούσαν σε καθαρότερες περιοχές.

Ψυχιατρικές εισαγωγές στα peaks ρύπανσης
Δεν είναι μόνο η χρόνια έκθεση που ανησυχεί τους επιστήμονες. Και οι βραχυπρόθεσμες κορυφώσεις ρύπανσης, αυτά τα «peaks» που τα μετεωρολογικά δελτία κάποτε αναφέρουν σχεδόν επιδερμικά, έχουν μετρήσιμες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία. Έρευνες στο Πεκίνο έδειξαν σαφή συσχέτιση μεταξύ των ημερών υψηλής συγκέντρωσης αιωρούμενων σωματιδίων και των εισαγωγών σε ψυχιατρικά νοσοκομεία. Στη Γαλλία, ομάδα ερευνητών του Ινστιτούτου Mondor de Recherche Biomédicale, κατέγραψε αύξηση 6% στις ψυχιατρικές εισαγωγές κατά τα έτη με τα περισσότερα peaks ρύπανσης.

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα ευρήματα για τους πιο αδύναμους πληθυσμούς. Τα παιδιά και οι έφηβοι, που ο εγκέφαλός τους βρίσκεται ακόμη σε κρίσιμα στάδια ανάπτυξης, φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Ερευνητές εντόπισαν αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης σε εφήβους που μεγαλώνουν σε πόλεις με κακή ποιότητα αέρα. Ακόμα πιο εκπληκτικά, υπάρχουν ευρήματα ότι τα σωματίδια PM2.5 μπορούν να επηρεάσουν τον εγκέφαλο ενός βρέφους ακόμη και πριν από τη γέννησή του, καθώς διαπερνούν τον πλακούντα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα τους ερευνητές είναι γιατί ορισμένοι άνθρωποι επηρεάζονται πολύ περισσότερο από άλλους. Γενετικές διαφορές φαίνεται να παίζουν ρόλο, αλλά δεν είναι μόνο αυτές. Ανθρώπινοι παράγοντες όπως η διατροφή, η κοινωνική υποστήριξη, η οικονομική κατάσταση και η πρόσβαση σε δροσερούς χώρους καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό πόσο «χτυπημένοι» θα βγουν από έναν καύσωνα ή μια εβδομάδα με υψηλή ρύπανση. Οι ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι, οι άστεγοι, οι εργαζόμενοι σε εξωτερικούς χώρους και τα άτομα που λαμβάνουν ψυχοτρόπες ουσίες ή φάρμακα αποτελούν ομάδες υψηλού κινδύνου, καθώς πολλά αντιψυχωτικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα επηρεάζουν αρνητικά τη φυσιολογική ρύθμιση θερμοκρασίας του σώματος.

Αθήνα, μια πόλη με χρόνιο πρόβλημα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ιδίως από την κυκλοφορία οχημάτων. Photo: Walter Martin / Unsplash

Μια πόλη σε κρίση, μια επιστήμη που φτάνει αργά
Η Αθήνα γνωρίζει και τα δύο προβλήματα. Είναι μια πόλη όπου τα καλοκαίρια γίνονται ολοένα πιο επίπονα και οι νύχτες δεν δροσίζουν αρκετά ώστε να αποκατασταθεί ο ύπνος. Είναι επίσης μια πόλη με χρόνιο πρόβλημα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ιδίως από την κυκλοφορία οχημάτων. Παρά το ότι η ποιότητα του αέρα βελτιώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις τις τελευταίες δεκαετίες, τα επίπεδα PM2.5 παραμένουν ανησυχητικά σε πολλές αστικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής πρωτεύουσας. Η επιστήμη της σχέσης κλίματος, ρύπανσης και ψυχικής υγείας βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα. Τα δεδομένα συσσωρεύονται, οι μηχανισμοί αποκαλύπτονται, οι συσχετισμοί γίνονται ισχυρότεροι. Ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα για τον αέρα που αναπνέουμε και τον καιρό που υπομένουμε, φαίνεται ότι ήταν μόνο ένα τμήμα της εικόνας.

Εξωτερική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version