search icon

Journal

Το λιμάνι που ξέμεινε από νερό

Στο Μοϊνάκ του Ουζμπεκιστάν το νερό της Αράλης βρίσκεται πια 100 χιλιόμετρα μακριά.

Στο Μοϊνάκ του Ουζμπεκιστάν το νερό της Αράλης βρίσκεται πια 100 χιλιόμετρα μακριά.

Αν αναζητήσετε ποτέ στο διαδίκτυο πληροφορίες για την πόλη Μοϊνάκ στο Ουζμπεκιστάν, η πρώτη φωτογραφία που θα έλθει στην οθόνη του υπολογιστή σας είναι ένα σκουριασμένο αλιευτικό πλοίο σφηνωμένο σε μια θάλασσα από άμμο. Δεν πρόκειται ούτε για τεχνητή νοημοσύνη, ούτε για κάποιο τουριστικό αξιοπερίεργο, αλλά για τη σκληρή πραγματικότητα: Πριν από λίγα χρόνια εκεί υπήρχε θάλασσα που τώρα δεν υπάρχει πια.

Στην άκρη μιας απέραντης ερήμου
Το Μοϊνάκ, στο βορειοδυτικό Ουζμπεκιστάν, λειτουργούσε μέχρι και πριν από λίγα χρόνια ως λιμάνι, στις όχθες της τεράστιας λίμνης Αράλης. Τόσο τεράστιας, που οι χάρτες της περιοχής την ονόμαζαν «θάλασσα», όπως την Κασπία. Για δεκαετίες, οι κάτοικοί του έβγαιναν στα νερά της Αράλης για ψάρεμα, τα εργοστάσια επεξεργάζονταν την παραγωγή και τα αλιευτικά σκάφη έφερναν καθημερινά τον πλούτο μιας από τις μεγαλύτερες εσωτερικές λίμνες του πλανήτη. Σήμερα, η θάλασσα που συντηρούσε το Μοϊνάκ έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Η Αράλη ήταν μια τεράστια κλειστή υδάτινη έκταση ανάμεσα στο σημερινό Ουζμπεκιστάν και το Καζακστάν. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη λίμνη στον κόσμο, με επιφάνεια περίπου 68.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, σχεδόν όσο η μισή Ελλάδα. Τροφοδοτούνταν κυρίως από δύο μεγάλους ποταμούς, τον Αμού Ντάρια και τον Συρ Ντάρια, που μετέφεραν τα νερά τους από τις ορεινές περιοχές της Κεντρικής Ασίας.

Το Μοϊνάκ, στο βορειοδυτικό Ουζμπεκιστάν, λειτουργούσε μέχρι και πριν από λίγα χρόνια ως λιμάνι, στις όχθες της τεράστιας λίμνης Αράλης. Σήμερα, το σημείο όπου βρισκόταν το παλιό λιμάνι, στέκουν πλέον σκουριασμένα κουφάρια αλιευτικών σκαφών πάνω στην άμμο. Photo: Getty Images/Ideal Image

Το Μοϊνάκ ήταν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτής της ανάπτυξης. Η αλιεία δεν αποτελούσε απλώς ένα επάγγελμα, αλλά τη βάση ολόκληρης της τοπικής οικονομίας. Το εργοστάσιο κονσερβοποίησης ψαριών της πόλης εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές μονάδες της περιοχής. Το 1958 παρήγαγε περίπου 21 εκατομμύρια κονσέρβες, οι οποίες διανέμονταν σε διάφορες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Αλιευτικά σκάφη, εγκαταστάσεις επεξεργασίας, αποθήκες και λιμενικές υποδομές δημιουργούσαν ένα ολόκληρο παραγωγικό σύστημα.

Η καταστροφή άρχισε να διαμορφώνεται τη δεκαετία του 1950 και επιταχύνθηκε τη δεκαετία του 1960. Η Σοβιετική Ένωση είχε αποφασίσει να μετατρέψει μεγάλες εκτάσεις της Κεντρικής Ασίας σε καλλιεργήσιμη γη, με βασικό στόχο την αύξηση της παραγωγής βαμβακιού. Το λεγόμενο «λευκό χρυσάφι» αποτελούσε στρατηγική προτεραιότητα για τη σοβιετική οικονομία και απαιτούσε τεράστιες ποσότητες νερού. Έτσι, οι δύο ποταμοί που τροφοδοτούσαν την Αράλη άρχισαν να εκτρέπονται μέσω φραγμάτων και εκτεταμένων αρδευτικών δικτύων προς τις βαμβακοφυτείες. Η επιλογή είχε άμεσα ορατά οφέλη για την αγροτική παραγωγή, αλλά οι συνέπειές της για τη λίμνη αποδείχθηκαν καταστροφικές. Όσο περισσότερο νερό κατευθυνόταν στις καλλιέργειες, τόσο λιγότερο έφτανε στην Αράλη. Η επιφάνειά της άρχισε να υποχωρεί και η συγκέντρωση αλατιού στο νερό να αυξάνεται. Οι αλλαγές δεν ήταν στιγμιαίες. Για αρκετά χρόνια, η υποχώρηση της ακτογραμμής μπορούσε ακόμη να αντιμετωπιστεί ως ένα πρόβλημα που ίσως αναστρεφόταν. Σταδιακά, όμως, έγινε σαφές ότι επρόκειτο για μια περιβαλλοντική καταστροφή τεράστιας κλίμακας.

Η καταστροφή επιταχύνθηκε τη δεκαετία του 1960 όταν η Σοβιετική Ένωση αποφάσισε να μετατρέψει μεγάλες εκτάσεις της Κεντρικής Ασίας σε καλλιεργήσιμη γη, με βασικό στόχο την αύξηση της παραγωγής βαμβακιού. Photo: Getty Images/Ideal Image
Το νερό απομακρύνθηκε από την πόλη και η αυξανόμενη αλατότητα κατέστρεψε τους πληθυσμούς των ψαριών. Το νερό της λίμνης απέχει σήμερα 100 χιλιόμετρα(!) από τις παλιές λιμενικές εγκαταστάσεις. Photo: Getty Images/Ideal Image

Οι επιπτώσεις έφτασαν στο Μοϊνάκ
Το νερό απομακρυνόταν από την πόλη, τα αλιεύματα μειώνονταν και η αυξανόμενη αλατότητα κατέστρεφε τους πληθυσμούς των ψαριών. Η αλιευτική δραστηριότητα άρχισε να καταρρέει, ενώ οι προσπάθειες να διατηρηθεί σε λειτουργία το εργοστάσιο κονσερβοποίησης έμοιαζαν όλο και περισσότερο με μια επιχείρηση χωρίς οικονομικό νόημα. Σε κάποια φάση, μάλιστα, μεταφέρονταν ψάρια από μακρινές περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης, ακόμη και από τη Βαλτική και τον Ειρηνικό, προκειμένου να συνεχιστεί η παραγωγή. Οι αριθμοί αποτυπώνουν καλύτερα από οποιαδήποτε περιγραφή το μέγεθος της κατάρρευσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η αλιευτική παραγωγή της Αράλης έφτανε σε ορισμένες χρονιές περίπου τους 40.000 τόνους. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχε σχεδόν μηδενιστεί. Το 1983 καταγράφηκαν οι τελευταίες εμπορικές αλιευτικές δραστηριότητες στη λίμνη.

Για το Μοϊνάκ, η απώλεια ήταν ολοκληρωτική. Το εργοστάσιο τελικά έκλεισε, οι θέσεις εργασίας χάθηκαν και χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν αλλού την επιβίωσή τους. Η πόλη που είχε χτιστεί ως αλιευτικό κέντρο βρέθηκε χωρίς θάλασσα, χωρίς βασική παραγωγική δραστηριότητα και με περιορισμένες προοπτικές για το μέλλον. Το νερό της λίμνης απέχει πια περίπου 100 χιλιόμετρα(!) από τις παλιές λιμενικές εγκαταστάσεις.

Το τοπίο γύρω από την πόλη άλλαξε ριζικά
Ο βυθός που αποκαλύφθηκε μετατράπηκε σταδιακά σε μια νέα έρημο, την Αραλκούμ. Στο έδαφος παρέμειναν μεγάλες ποσότητες αλατιού και υπολειμμάτων από τις γεωργικές δραστηριότητες, τα οποία οι άνεμοι μεταφέρουν σε μεγάλες αποστάσεις. Η περιβαλλοντική καταστροφή μετατράπηκε έτσι σε κοινωνική και οικονομική κρίση, οι συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να επηρεάζουν τους κατοίκους της περιοχής. Σήμερα, το Μοϊνάκ είναι περισσότερο γνωστό για το «νεκροταφείο των πλοίων» του. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε λιμάνι, δεκάδες εγκαταλελειμμένα αλιευτικά σκάφη παραμένουν πάνω στο ξερό έδαφος, ως υπενθύμιση μιας θάλασσας που χάθηκε μέσα σε λίγες δεκαετίες.

Ο βυθός που αποκαλύφθηκε μετατράπηκε σταδιακά σε μια νέα έρημο, την Αραλκούμ. Photo: AFPForum

Η επιστροφή της Αράλης στην προηγούμενη έκτασή της δεν αποτελεί ρεαλιστικό στόχο για το ορατό μέλλον. Υπάρχουν, ωστόσο, προσπάθειες να δημιουργηθούν νέες οικονομικές δραστηριότητες και να αξιοποιηθούν οι περιορισμένοι φυσικοί πόροι που έχουν απομείνει. Ο Ουζμπέκος επιχειρηματίας Αγιαπμπεργκέν Ατζιμουράτοφ αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε αδύνατο: να εκτρέφει ψάρια αξιοποιώντας το αλμυρό νερό της περιοχής.

Με την υποστήριξη προγράμματος του Αναπτυξιακού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), ο Ατζιμουράτοφ απέκτησε έξι δεξαμενές εκτροφής, ηλιακά πάνελ, ηλεκτρικό μετασχηματιστή και εξοπλισμό συντήρησης των ψαριών. Το σύστημα αξιοποιεί περίπου 1.500 κυβικά μέτρα αλμυρού νερού που προέρχονται από τοπική εγκατάσταση επεξεργασίας και καθαρισμού. Σε αυτό καλλιεργείται αρτέμια, ένας μικροσκοπικός οργανισμός που ζει σε ιδιαίτερα αλμυρά νερά και χρησιμοποιείται ως τροφή για τα ψάρια. Η παραγωγή αρτέμιας φτάνει περίπου τα 300 κιλά τον μήνα.

Ο Ατζιμουράτοφ δεν ισχυρίζεται ότι μπορεί να αποκαταστήσει όσα χάθηκαν. Η προσπάθειά του, ούτως ή άλλως, είναι πολύ μικρότερης κλίμακας από την περιβαλλοντική καταστροφή που υπέστη η Αράλη. Αποτελεί, όμως, ένα παράδειγμα του πώς μια περιοχή που έχασε την κύρια πηγή της οικονομικής της ζωής μπορεί να αναζητήσει νέους τρόπους παραγωγής. Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, να παραχθούν ψάρια για την τοπική αγορά και να μην μετατραπεί σε λίγο και το ίδιο το Μοϊνάκ σε πόλη-φάντασμα, όπως το λιμάνι.

Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version