Ο Ιταλός μετανάστης υποσχέθηκε κέρδη 50% σε 45 ημέρες και έστησε ένα από τα πιο γνωστά χρηματοοικονομικά σκάνδαλα.
Το καλοκαίρι του 1920, έξω από ένα γραφείο στη Βοστόνη, εκατοντάδες άνθρωποι περίμεναν να πάρουν πίσω τα χρήματα που είχαν επενδύσει στον κομψότατο κύριο Charles Ponzi, ο οποίος υποσχόταν εντυπωσιακές αποδόσεις. Η επιχείρησή του είχε συγκεντρώσει περίπου 15 εκατ. δολάρια μέσα σε οκτώ μήνες (σε ονομαστικές τιμές της εποχής, χωρίς αναγωγή στη σημερινή αγοραστική αξία). Σύντομα, όμως, θα αποκαλυπτόταν ότι τα κέρδη δεν προέρχονταν από επενδύσεις, αλλά από τα χρήματα των ίδιων των πελατών του.
Το κόλπο με τα ταχυδρομικά κουπόνια
Ο Carlo Pietro Giovanni Guglielmo Tebaldo Ponzi, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στην Πάρμα της Ιταλίας το 1882. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του καταγόταν από μια εύπορη οικογένεια και είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, αλλά δεν ήταν κατάλληλος για την ακαδημαϊκή ζωή. Το να ξοδεύει χρήματα του φαινόταν το πιο ελκυστικό πράγμα στη γη. Όταν τα χρήματά του τελείωσαν, ο νεαρός Ponzi αποφάσισε να κατευθυνθεί δυτικά. Στις 15 Νοεμβρίου 1903, έφθασε με το SS Vancouver στο λιμάνι της Βοστόνης με ελάχιστα χρήματα στην τσέπη του. «Προσγειώθηκα σε αυτή τη χώρα με 2,50 δολάρια σε μετρητά και 1 εκατομμύριο δολάρια σε ελπίδες, και αυτές οι ελπίδες δεν με εγκατέλειψαν ποτέ», δήλωσε πολλά χρόνια αργότερα ο Ponzi στους New York Times.
Στην αρχή, η ζωή του στην Αμερική δεν είχε την εξέλιξη που ονειρευόταν. Αφού έκανε διάφορες δουλειές βρέθηκε δύο φορές στη φυλακή: στον Καναδά, από το 1908 έως το 1910, για πλαστογραφία επιταγών, και στις ΗΠΑ, από το 1910 έως το 1912, για συμμετοχή σε παράνομη μεταφορά Ιταλών μεταναστών από τον Καναδά. Η ιδέα που θα τον έκανε διάσημο εμφανίστηκε το 1919, όταν έλαβε μια επιστολή από την Ισπανία, η οποία περιείχε ένα διεθνές ταχυδρομικό κουπόνι απάντησης. Τα κουπόνια αυτά είχαν δημιουργηθεί το 1906, ώστε ο αποστολέας μιας επιστολής να μπορεί να προπληρώνει τα έξοδα απάντησης σε άλλη χώρα. Ο παραλήπτης μπορούσε να τα ανταλλάξει με γραμματόσημα αντίστοιχης αξίας.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η υποτίμηση πολλών ευρωπαϊκών νομισμάτων είχε δημιουργήσει διαφορές στις ισοτιμίες. Ο Ponzi υπολόγισε ότι μπορούσε να αγοράζει κουπόνια σε χώρες με ασθενέστερα νομίσματα και να τα εξαργυρώνει στις ΗΠΑ, αποκομίζοντας κέρδος από τη διαφορά στις ισοτιμίες. Θεωρητικά, η ιδέα είχε βάση. Το πρόβλημα ήταν ότι η μαζική αγορά και εξαργύρωση των απαιτούμενων κουπονιών ήταν πρακτικά ανεφάρμοστη.
Η υπόσχεση του εύκολου κέρδους
Ο Ponzi ίδρυσε την Securities Exchange Company και άρχισε να αναζητά επενδυτές. Ισχυριζόταν ότι είχε μεγάλα δίκτυα αντιπροσώπων σε όλη την Ευρώπη που πραγματοποιούσαν μαζικές αγορές ταχυδρομικών κουπονιών απάντησης για λογαριασμό του. Υποσχόταν κάτι εντυπωσιακό: κέρδος 50% σε 45 ημέρες ή διπλασιασμό των χρημάτων σε 90 ημέρες. Οι πρώτοι επενδυτές έλαβαν πράγματι τα χρήματά τους μαζί με τις αποδόσεις που τους είχαν υποσχεθεί. Αυτό έκανε την επιχείρηση να μοιάζει αξιόπιστη και προσέλκυσε ακόμη περισσότερους. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Ponzi δεν είχε δημιουργήσει μια κερδοφόρα δραστηριότητα εμπορίας κουπονιών. Πλήρωνε τους παλαιότερους επενδυτές με τα κεφάλαια των νεότερων.
Αυτός είναι ο μηχανισμός που έμεινε γνωστός ως «σχήμα Ponzi», ένα είδος επενδυτικής απάτης με πυραμιδοειδή δομή: οι πληρωμές προς τους προηγούμενους συμμετέχοντες εξαρτώνται από τη συνεχή εισροή νέων χρημάτων και όχι από πραγματικά επενδυτικά κέρδη. Όσο αυξάνονται οι νέες εισφορές, το σύστημα μπορεί να εμφανίζεται επιτυχημένο. Όταν οι εισροές μειωθούν ή πολλοί επενδυτές ζητήσουν τα χρήματά τους ταυτόχρονα, καταρρέει.
Η κατάρρευση
Στο βιβλίο “Ponzi! The Boston Swindler” του Donald Dunn, o Ponzi περιγράφεται από τον συγγραφέα ως ένας συναρπαστικός απατεώνας που κέρναγε τους φίλους του πούρα και πλατιά χαμόγελα και στη συνέχεια έτρεχε να συναντήσει έναν από τους πολλούς σημαντικούς «πελάτες» του. Η φήμη για τον οικονομικό «μάγο» εξαπλώθηκε γρήγορα. Τελικά, περίπου 40.000 άνθρωποι επένδυσαν στην επιχείρησή του. Φυσικά, δεν υπήρχε δίκτυο αντιπροσώπων. Οι αμφιβολίες για τη δραστηριότητα του Ponzi ξεκίνησαν όταν οι αρχές άρχισαν να ερευνούν αν υπήρχαν πράγματι αρκετά διεθνή κουπόνια για να δικαιολογήσουν τα υποσχόμενα κέρδη. Η έρευνα έδειξε ότι οι παγκόσμιες πωλήσεις τους δεν επαρκούσαν για να στηρίξουν τον όγκο συναλλαγών που περιέγραφε. Μεταγενέστερος έλεγχος της επιχείρησής του εντόπισε κουπόνια αξίας μόλις 61 δολαρίων.
Στις 26 Ιουλίου 1920, ο Ponzi πρότεινε να ελεγχθούν τα βιβλία της εταιρείας του και συμφώνησε να σταματήσει προσωρινά να δέχεται νέες επενδύσεις. Η κίνηση, αντί να καθησυχάσει τους πελάτες, προκάλεσε πανικό. Οι επενδυτές έσπευσαν να αποσύρουν τα χρήματά τους, ενώ η εταιρεία αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Η εφημερίδα Boston Post δημοσίευσε αποκαλύψεις για το παρελθόν του και τις προηγούμενες καταδίκες του. Στις 9 Αυγούστου, οι τραπεζικές αρχές διέκοψαν την εξυπηρέτηση των επιταγών του και η επιχείρηση οδηγήθηκε σε πτώχευση. Τον Νοέμβριο του 1920, ο Ponzi δήλωσε ένοχος για ταχυδρομική απάτη και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης. Ακολούθησαν νέες καταδίκες, ενώ το 1934 απελάθηκε στην Ιταλία. Πέθανε σε φιλανθρωπικό νοσοκομείο του Ρίο ντε Τζανέιρο το 1949, σε ηλικία 66 χρόνων.
Το όνομά του, ωστόσο, έμεινε στη χρηματοοικονομική ιστορία αφού η υπόθεσή του έδωσε το όνομά της σε έναν συγκεκριμένο μηχανισμό εξαπάτησης, ο οποίος εξακολουθεί να υφίσταται με διαφορετικές μορφές. Οι πυραμίδες επενδυτών εξακολουθούν να παρασύρουν χιλιάδες ανυποψίαστους απαιτώντας από τα νέα μέλη να στρατολογήσουν άλλα άτομα, με την υπόσχεση του ανέφικτου: μεγάλα κέρδη χωρίς κόπο.
Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
