search icon

Journal

40 γαλλικές λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά σαν δικές μας

Η γαλλική γλώσσα έχει διαποτίσει την καθημερινότητά μας περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε.

Η γαλλική γλώσσα έχει διαποτίσει την καθημερινότητά μας περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε.

Μαρς 
Από το γαλλικό marche που σημαίνει «βήμα», προέρχεται και το στρατιωτικό πρόσταγμα «εμπρός, μαρς!». Και συνδέεται με τον ερχομό των πρώτων Γάλλων αξιωματικών στο ελληνικό πεζικό για την οργάνωσή του σε τακτικό στρατό.

Ταξί
Από το taximètre (μετρητής απόστασης), που συνδύαζε το λατινικό taxa (τέλος) με το ελληνικό «μέτρον». Επικράτησε παγκοσμίως μετά το 1907, όταν το Παρίσι έγινε η πρώτη πόλη με οργανωμένο στόλο οχημάτων με μετρητή. Η Ελλάδα υιοθέτησε τη λέξη άμεσα, καθώς το Παρίσι ήταν το πρότυπο του «μοντέρνου».

Σαλόνι
Από τον 18ο αιώνα, τα παρισινά salons ήταν τα επίκεντρα της διανόησης και της κοινωνικής ζωής. Η ελληνική αστική τάξη του 19ου αιώνα, που ήθελε να μιμηθεί τον γαλλικό τρόπο ζωής, υιοθέτησε αυτομάτως και τη λέξη μαζί με την έννοια.

@ 123RF

Μπλε
Η ελληνική γλώσσα διέθετε ήδη το «κυανό» και το «γαλάζιο», αλλά τον 19ο αιώνα η γαλλική επίδραση στη μόδα και τις τέχνες ήταν τόσο ισχυρή που το bleu χρησιμοποιήθηκε για πιο σκούρες αποχρώσεις και επικράτησε στην καθημερινή γλώσσα λόγω απλότητας.

Ροζ
Η γαλλική μόδα του 19ου αιώνα έφερε μαζί της ολόκληρη παλέτα χρωμάτων. Οι Έλληνες ράφτες και έμποροι υφασμάτων χρησιμοποιούσαν τους γαλλικούς όρους απευθείας από τους καταλόγους του Παρισιού και το rose εκτόπισε κάθε ελληνική εναλλακτική έκφραση (την οποία σήμερα έχουμε ξεχάσει).

Ασανσέρ
Παρουσιάστηκε ευρέως στο Παρίσι το 1867 στην Exposition Universelle και τα πρώτα ασανσέρ στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν από ξένες εταιρείες. Η τεχνολογία ήρθε μαζί με την ονομασία της και δεν υπήρξε ποτέ σοβαρός ανταγωνιστικός ελληνικός όρος (αν και το «ανελκυστήρας» ακούγεται εξίσου δόκιμο).

Καλοριφέρ
Από τα λατινικά calor (θερμότητα) και ferre (φέρω), η λέξη calorifère έχει ελληνολατινικές ρίζες που επέστρεψε στα ελληνικά μέσω της γαλλικής. Η κεντρική θέρμανση εξαπλώθηκε στην Ελλάδα στις δεκαετίες 1950–60 κυρίως μέσω γαλλικής και βελγικής τεχνογνωσίας.

Μαγιονέζα
Η πιο αμφιλεγόμενη ετυμολογία στη γαστρονομία. Μάλλον από την πόλη Mahón της Μινόρκα, που κατακτήθηκε από τους Γάλλους το 1756. Ένας Γάλλος μάγειρας δημιούργησε εκεί μια σάλτσα που ονομάστηκε mahonnaise, η οποία αργότερα ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τη γαλλική κουζίνα που επικράτησε στα αστικά νοικοκυριά του 19ου αιώνα.

Κρουασάν
Ιστορική ειρωνεία: το croissant είναι αυστριακής καταγωγής (Kipferl), αλλά έγινε σύμβολο της γαλλικής κουλτούρας μετά τον 19ο αιώνα. Στην Ελλάδα επικράτησε η γαλλική ονομασία, όταν η ζαχαροπλαστική τέχνη (pâtisserie) οργανώθηκε με γαλλικά πρότυπα.

Μοντάζ
Η Γαλλία υπήρξε από τα λίκνα του κινηματογράφου και η γαλλική ορολογία της 7ης τέχνης διαδόθηκε διεθνώς. Η λέξη montage υιοθετήθηκε αυτούσια και στα ελληνικά.

@ 123RF

Ρεστοράν
Από το γαλλικό ρήμα restaurer (αποκαθιστώ, αναζωογονώ). Η λέξη restaurant εμφανίστηκε στο Παρίσι γύρω στο 1765, όταν ένας έμπορος άρχισε να πουλά «αναζωογονητικούς ζωμούς». Στην Ελλάδα αντικατέστησε σταδιακά το παραδοσιακό «μαγειρείο», καθώς η εστίαση εκσυγχρονιζόταν με γαλλικά πρότυπα τον 20ό αιώνα.

Μπεσαμέλ
Η béchamel πήρε το όνομά της από τον Louis de Béchamel, αυλικό του Λουδοβίκου ΙΔ΄ τον 17ο αιώνα. Έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος της γαλλικής και κατ’ επέκταση της ελληνικής κουζίνας και σήμερα είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς μουσακά ή παστίτσιο χωρίς αυτήν.

Μπουφάν
Από το γαλλικό bouffant, που αρχικά περιέγραφε φουσκωτά υφάσματα και μανίκια στην υψηλή ραπτική. Η λέξη μεταφέρθηκε αργότερα στα αδιάβροχα πανωφόρια της καθημερινής ένδυσης και κατέκτησε το ελληνικό λεξιλόγιο της μόδας.

Ντοκιμαντέρ
Από το γαλλικό documentaire. Ο όρος καθιερώθηκε διεθνώς το 1926 από τον John Grierson για να περιγράψει ταινίες ως μια οπτική καταγραφή της καθημερινότητας. Η ελληνική τηλεόραση και κινηματογραφία υιοθέτησαν τον όρο αυτούσιο, παρότι υπήρξαν και περιγραφικές αποδόσεις που δεν επικράτησαν.

@ 123RF

Αφίσα
Από το γαλλικό affiche (ανακοίνωση, διαφήμιση σε τοίχο). Η τέχνη της αφίσας άνθισε στο Παρίσι του 19ου αιώνα με καλλιτέχνες όπως ο Toulouse Lautrec. Η λέξη ήρθε στην Ελλάδα μαζί με την ανάπτυξη της σύγχρονης αστικής διαφήμισης και της αφισοκόλλησης.

Καναπές
Από το γαλλικό canapé, που με τη σειρά του προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό cannapeum (κουνουπιέρα). Η λέξη πέρασε στα ελληνικά τον 19ο αιώνα, όταν τα ευρωπαϊκά έπιπλα αντικατέστησαν τα παραδοσιακά ελληνικά ντιβάνια στα αστικά σπίτια.

Μπορντό
Πήρε το όνομά του από την ομώνυμη πόλη Bordeaux, της νοτιοδυτικής Γαλλίας, παγκόσμια πρωτεύουσα του κρασιού. Το βαθύ κόκκινο χρώμα των κρασιών της περιοχής έδωσε το όνομά του στην απόχρωση και οι Έλληνες έμποροι υφασμάτων το υιοθέτησαν αυτούσιο στα τέλη του 19ου αιώνα.

Γκαρσόν
Από το γαλλικό garçon (αγόρι, υπηρέτης). Η επαγγελματική εστίαση στην Ελλάδα επηρεάστηκε έντονα από γαλλικά πρότυπα, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα και ο όρος του σερβιτόρου, μαζί με στοιχεία όπως η στολή και ο τρόπος σερβιρίσματος, πέρασε μέσω αυτής της επιρροής.

@ 123RF

Μακιγιάζ
Από το γαλλικό maquillage, παράγωγο του ρήματος maquiller (βάφω, μεταμφιέζω). Η γαλλική βιομηχανία καλλυντικών άσκησε ισχυρή επιρροή διεθνώς από τον 19ο αιώνα και μετά και πολλοί σχετικοί όροι, όπως η λέξη ρουζ (rouge), πέρασαν στα ελληνικά μαζί με τα ίδια τα προϊόντα.

Παλτό
Από το γαλλικό paletot, ένα φαρδύ εξωτερικό ένδυμα που έγινε δημοφιλές στη Γαλλία του 19ου αιώνα. Η ελληνική λέξη «επανωφόρι» συνυπήρχε για κάποιο διάστημα, αλλά το «παλτό» επικράτησε.

Ατελιέ
Από το atelier (εργαστήριο, στούντιο καλλιτέχνη). Η λέξη εισήλθε στα ελληνικά μέσω των εικαστικών τεχνών, καθώς πολλοί Έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα σπούδασαν στο Παρίσι και επέστρεψαν φέρνοντας μαζί τους όχι μόνο τις τεχνικές αλλά και το λεξιλόγιο της γαλλικής τέχνης.

Φεστιβάλ
Από το festival, που με τη σειρά του προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό festivalis (εορταστικός). Η λέξη εδραιώθηκε παγκοσμίως μετά τη δημιουργία μεγάλων γαλλικών φεστιβάλ, κυρίως του Festival de Cannes το 1946 και οι Έλληνες την υιοθέτησαν μαζί με την ίδια την έννοια των οργανωμένων πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Κολάζ
Από το ρήμα coller (κολλώ). Ο Pablo Picasso και ο Georges Braque ανέπτυξαν αυτή την τεχνική το 1912 στο Παρίσι, και η λέξη εξαπλώθηκε παγκοσμίως αμετάφραστη. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται τόσο για καλλιτεχνικές δημιουργίες όσο και μεταφορικά.

Πλονζόν
Από το plongeon (βουτιά, κατάδυση), παράγωγο του ρήματος plonger. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε αρχικά στην κολύμβηση και πέρασε στον αθλητισμό γενικότερα, ενώ στην ελληνική καθομιλουμένη απέκτησε και μεταφορική σημασία.

Τουρνουά
Από το tournoi, που αρχικά περιέγραφε τους ιπποτικούς αγώνες του Μεσαίωνα. Η σύγχρονη αθλητική έννοια εδραιώθηκε μέσω των ευρωπαϊκών οργανώσεων του 19ου αιώνα και η λέξη χρησιμοποιείται ευρέως και στα ελληνικά.

@ 123RF

Πρεμιέρα
Από το première (πρώτη). Η λέξη χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πρώτη παρουσίαση ενός έργου και καθιερώθηκε και στα ελληνικά, σε μια περίοδο έντονης γαλλικής πολιτιστικής επιρροής, ιδίως στον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Μπαλκόνι
Από το γαλλικό balcon, που με τη σειρά του προέρχεται από το ιταλικό balcone. Η λέξη διαδόθηκε μέσω της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής που επηρέασε τις ελληνικές πόλεις τον 19ο αιώνα.

Γκαλερί
Από το galerie, που αρχικά περιέγραφε στοές παλατιών όπου εκτίθεντο έργα τέχνης. Η λέξη πέρασε στα ελληνικά για να δηλώσει χώρους έκθεσης και εμπορίας έργων τέχνης.

Σουξέ
Από το succès (επιτυχία). Η θεατρική και καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα επηρεάστηκε έντονα από το παρισινό μοντέλο και γαλλικοί όροι χρησιμοποιούνταν ευρέως στην κριτική και τον καλλιτεχνικό λόγο. Σήμερα η λέξη παραμένει ζωντανή στην καθομιλουμένη.

Ντεκόρ
Από το décor, παράγωγο του λατινικού decorare (στολίζω). Η εσωτερική διακόσμηση ως επάγγελμα και τέχνη οργανώθηκε στην Ελλάδα με γαλλικά πρότυπα. Η λέξη χρησιμοποιείται σήμερα τόσο για τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων όσο και για σκηνικά θεάτρου και κινηματογράφου.

@ 123RF

Μπουτίκ
Από το γαλλικό boutique (μικρό κατάστημα), λέξη με ρίζα στην ελληνική «ἀποθήκη», μέσω του λατινικού apotheca. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε από τη δεκαετία του 1960 για να περιγράψει τα μοδάτα μικρά καταστήματα ένδυσης.

Καρνέ
Από το carnet (σημειωματάριο, τετράδιο). Η διοικητική οργάνωση του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα επηρεάστηκε και από γαλλικά πρότυπα και ορισμένοι όροι της καθημερινής γραφειοκρατίας, ακόμη και για μικρά αντικείμενα όπως το σημειωματάριο, πέρασαν στα ελληνικά από τα γαλλικά.

Μπεζ
Από το beige, που αρχικά περιέγραφε το χρώμα του ακατέργαστου, φυσικού μαλλιού χωρίς βαφή. Η γαλλική υφαντουργία ήταν από τις πιο ανεπτυγμένες στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα, και οι ελληνικοί κατάλογοι υφασμάτων αναπαρήγαγαν αυτούσια τα γαλλικά ονόματα χρωμάτων.

Εκλέρ
Από το éclair (αστραπή). Η ονομασία αποδίδεται είτε στο γεγονός ότι το γλύκισμα τρώγεται «αστραπιαία» είτε στη γυαλιστερή επιφάνεια της σοκολάτας που λάμπει σαν αστραπή. Δημιουργήθηκε στη Γαλλία τον 19ο αιώνα και ήρθε στην Ελλάδα μέσω των ζαχαροπλαστείων που λειτουργούσαν με γαλλικά πρότυπα.

Κλασέρ
Από το γαλλικό classeur (αυτός που ταξινομεί), παράγωγο του classer (ταξινομώ). Η γραφειοκρατική οργάνωση της Δυτικής Ευρώπης επηρέασε και την ελληνική διοίκηση και επιχειρηματική πρακτική, και όροι που σχετίζονται με την αρχειοθέτηση και την οργάνωση εγγράφων πέρασαν στα ελληνικά μέσα από αυτή την επιρροή.

@ hermes.com

Φουλάρι
Από το foulard, ένα λεπτό μεταξωτό ύφασμα που συνδέθηκε με τη γαλλική υφαντουργία και παραγόταν, μεταξύ άλλων, στη Λυών. Το παρισινό foulard ήταν σύμβολο κομψότητας τον 19ο αιώνα και η ελληνική μόδα, που επηρεαζόταν έντονα από το Παρίσι, υιοθέτησε τη λέξη μαζί με το αντικείμενο.

Σεφ
Από το chef (αρχηγός, επικεφαλής), συντόμευση του chef de cuisine. Η γαλλική haute cuisine αποτέλεσε διεθνές πρότυπο υψηλής μαγειρικής και ο τίτλος του επικεφαλής μάγειρα υιοθετήθηκε παγκοσμίως αμετάφραστος. Στην Ελλάδα η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως από τη δεκαετία του 1970 και μετά.

Τουρνέ
Από το tournée (περιοδεία). Η οργάνωση περιοδειών καλλιτεχνών στην Ευρώπη συνδέθηκε έντονα με τη γαλλική θεατρική παράδοση τον 18ο αιώνα, όταν θίασοι από το Παρίσι περιόδευαν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η λέξη παρέμεινε στην ελληνική γλώσσα της σκηνής και της μουσικής ως βασικός όρος για την καλλιτεχνική περιοδεία.

Καμουφλάζ
Από το γαλλικό camouflage, παράγωγο του ρήματος camoufler (κρύβω, συγκαλύπτω). Η τεχνική της απόκρυψης στρατιωτικού εξοπλισμού αναπτύχθηκε συστηματικά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με σημαντική συμβολή του γαλλικού στρατού. Η λέξη πέρασε στα ελληνικά τόσο με τη στρατιωτική της σημασία όσο και με τη μεταφορική.

Ρεπερτόριο
Από το répertoire, που με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό repertorium (κατάλογος). Το θέατρο και η όπερα, ως θεσμοί που οργανώθηκαν στην Ελλάδα με έντονη γαλλική επίδραση, συνέβαλαν στη διάδοση του όρου για το σύνολο των έργων που ανεβάζει ένας καλλιτέχνης ή θίασος.

Αμπαζούρ
Από το abat-jour (φωτιστικό κάλυμμα που κατευθύνει και μαλακώνει το φως). Η διακόσμηση εσωτερικών χώρων με τεχνητό φωτισμό αναπτύχθηκε στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα και η Γαλλία συνέβαλε σημαντικά στον σχεδιασμό φωτιστικών. Η λέξη πέρασε στα ελληνικά σχεδόν αναλλοίωτη και παραμένει σε χρήση μέχρι σήμερα.

Μπαράζ
Από το barrage (φράγμα, εμπόδιο), όρος που αρχικά δήλωνε κατασκευές που συγκρατούν ή ανακόπτουν τη ροή του νερού. Στον αθλητισμό η λέξη υιοθετήθηκε για να περιγράψει αγώνες κατάταξης ή διαδοχικές αναμετρήσεις και πέρασε στην Ελλάδα μέσω της ποδοσφαιρικής ορολογίας.

Εξωτερική φωτογραφία: @ 123RF

Exit mobile version