Μια μοναδική ιστορία για έναν άνθρωπο που έχει μοναδική αποστολή να καθαρίσει τις πόλεις από την ασχήμια.
Ένα πινέλο και λίγη μπογιά: Αυτά είναι τα υπερόπλα του σύγχρονου υπερήρωα με μοναδική αποστολή την αποκατάσταση της οπτικής αρμονίας των πόλεων. Ο Ghost Pitùr, όπως είναι το ψευδώνυμό του, είναι ένας επαγγελματίας ελαιοχρωματιστής από την Μπρέσια της βόρειας Ιταλίας που την ημέρα βάφει σπίτια και τα βράδια ξεχύνεται στους δρόμους των ιταλικών πόλεων με ένα στόχο: Να σβήσει τα άσχημα γκράφιτι στους τοίχους.
Με το πρόσωπό του κρυμμένο κάτω από μια μαύρη κουκούλα, ο «φαντομάς» αφαιρεί τα ακαλαίσθητα γκράφιτι και τις λεγόμενες «ταγκιές», αφήνοντας έπειτα από κάθε επιχείρηση καθαριότητας το σημείωμα: «Αυτό είναι μια πράξη αστικής αγάπης». Ο Ιταλός αντί-Banksy συγκεντρώνει περισσότερους από 300.000 ακολούθους σε TikTok και Instagram, ενώ τα βίντεο που αναρτά έπειτα από κάθε δράση, έχουν προσελκύσει εκατομμύρια θεατές.
Ο ανώνυμος υπερασπιστής της αστικής αισθητικής δηλώνει ότι δεν επιδιώκει φήμη ή αναγνώριση. Του αρκεί ότι επαναφέρει την τάξη και την ευπρέπεια στην πόλη. Όπως έχει πει, τίθεται θέμα σεβασμού και ερμηνεύει την δουλειά του ως δείγμα αγάπης στην πόλη, ενώ εκφράζει την ελπίδα να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλους. Στη διάλεκτο της Μπρέσια, το Pitùr σημαίνει ζωγραφική και σχετίζεται με το επάγγελμά του, ενώ το φάντασμα αναφέρεται στην επιλογή του να παραμείνει ανώνυμος.
Μιλώντας στον ιταλικό Τύπο, αποκαλύπτει ότι είναι περίπου 35-40 ετών, ζει στο ιστορικό κέντρο της Μπρέσια και όταν πηγαίνει στη δουλειά του το πρωί παράλληλα παρατηρεί πώς η πόλη έχει επηρεαστεί από την «αστική παρακμή». Όπως λέει χαρακτηριστικά, κάθε γωνιά έχει έναν τοίχο με φθορές και αυτό που τον παρακινεί είναι η βαθιά αγάπη για τη γενέτειρά του. Τονίζει, ωστόσο, ότι δεν παρεμβαίνει σε συνθήματα που συνδέονται με ιδεολογία. Στόχος του είναι απλώς να αποκατασταθεί η αξιοπρέπεια της πόλης, καθώς αδυνατεί να κατανοήσει για ποιο λόγο κάποιος να θεωρεί δικαίωμά του να την παραμορφώνει.
Άλλο τέχνη, άλλο βανδαλισμός
Στη δράση του αναφέρθηκε ακόμα και το περιοδικό Monocle, το οποίο κατάφερε να αποσπάσει μερικές δηλώσεις του. Το «φάντασμα» τόνισε ότι είναι σημαντικό να παραμένει ινκόγκνιτο, κυρίως επειδή εκτιμά ότι οι καλές πράξεις πρέπει να καλύπτονται από το πέπλο της ανωνυμίας, χωρίς κέρδος και χωρίς ανταλλάγματα. «Όπως και του Banksy, το μήνυμά μου είναι σημαντικό», σχολίασε και πρόσθεσε ότι τα γκράφιτι με τα οποία τα περισσότερα κτίρια έχουν καταστραφεί ή αλλοιωθεί δεν έχουν καλλιτεχνική φύση. Τόνισε, μάλιστα, πως: «Οι προσόψεις των σπιτιών δεν είναι καμβάδες. Δεν είναι χώροι σχεδιασμένοι για να γράφονται πάνω τους. Χτίστηκαν και βάφτηκαν με φροντίδα, δουλειά, προσπάθεια και θυσία -και για αυτόν τον λόγο, πρέπει να γίνονται σεβαστές».
Για τον ίδιο, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην τέχνη και τον βανδαλισμό και θα ήθελε οι νέοι στην πόλη του να συμμετάσχουν εθελοντικά για να ομορφύνει και πάλι η Μπρέσια.
Λογοκρισία ή ευπρέπεια;
Μερικά από τα γκράφιτι που αφαιρεί ο «Pitùr» θα μπορούσαν να θεωρηθούν «street art». Κάποιοι τον έχουν κατηγορήσει ότι δεν σέβεται την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση. Ο ίδιος απαντά στον ιταλικό Τύπο: «Είμαι μπογιατζής, όχι ιστορικός τέχνης. Ωστόσο, ξέρω να διακρίνω την ασχήμια από την καλλιτεχνική έκφραση και αναγνωρίζω επίσης πότε ένα σχέδιο αναβαθμίζει έναν γυμνό και κακοφτιαγμένο τοίχο». Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ιταλία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με το ανεξέλεγκτο tagging που δεν είναι άλλο από την υπογραφή του «καλλιτέχνη», η οποία ωστόσο στα μάτια του απλού πολίτη μοιάζει με μουντζούρα.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει την παρέμβασή του συντηρητική, καθώς θέτει συγκεκριμένα όρια στον εαυτό του, όπως στην περίπτωση κτιρίου που υπόκειται σε ιστορικούς ή καλλιτεχνικούς περιορισμούς, για το οποίο πρέπει πρώτα να λάβει έγκριση από τις αρμόδιες αρχές. Παρά την προσεκτική στάση του, ορισμένοι βλέπουν πίσω από το έργο του διάθεση «λογοκρισίας» και υποστηρίζουν ότι περιορίζει την ελευθερία έκφρασης. Ο ίδιος πάντως, τονίζει ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να λέει ό,τι σκέφτεται, όχι όμως να το γράφει στον τοίχο.
Η Αθήνα μια υπαίθρια γκαλερί τέχνης
Μερικές εκατοντάδες χλμ. μακριά από την Μπρέσια, δεκάδες είναι τα εντυπωσιακά γκράφιτι μεγάλης κλίμακας που «ντύνουν» τυφλούς τοίχους κτιρίων στην Αθήνα. Τα περισσότερα murals βρίσκονται στο κέντρο, σε περιοχές όπως Ψυρρή, Μεταξουργείο, Ομόνοια, Γκάζι, Εξάρχεια. Ενσωματώνονται στο αστικό τοπίο και μετατρέπουν την πόλη σε υπαίθρια γκαλερί τέχνης. Σε αυτή την περίπτωση γίνεται λόγος για αισθητική και όχι για φθορά. Για έκφραση και όχι για βανδαλισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι όχι μόνο τυγχάνουν ευρείας αποδοχής, αλλά έχουν κερδίσει διεθνή αναγνώριση και λειτουργούν ακόμα και ως τουριστική ατραξιόν. Μια τοιχογραφία μεγάλης κλίμακας προϋποθέτει σκέψη, σχεδιασμό και κόπο. Δεν πρόκειται απλώς για μια υπογραφή χωρίς νόημα, για τις οποίες ο δήμος Αθηναίων πραγματοποιεί αντιγκράφιτι επιχειρήσεις. Αντιθέτως, ένα προσεγμένο γκράφιτι δίνει μια διαφορετική πινελιά σε μια μουντή και γκρίζα πόλη.
