search icon

Journal

Λιχτενστάιν: Το κράτος που έγινε τραπεζική θυρίδα

Η χώρα που διαθέτει ένα από τα πιο σταθερά και ισχυρά τραπεζικά συστήματα στον κόσμο.

Η χώρα που διαθέτει ένα από τα πιο σταθερά και ισχυρά τραπεζικά συστήματα στον κόσμο.

 

Η ζωή στο Λιχτενστάιν κυλά ήρεμα, ήσυχα. Δεν το απειλεί κανείς. Έχει έκταση μόλις 160 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό που δεν φτάνει καν τον αριθμό θεατών ποδοσφαιρικού ντέρμπι. Μια διαίρεση ως δείκτης ευμάρειας: αν μοιράζαμε λογιστικά στους 41.000 κατοίκους του τα κεφάλαια που διαχειρίζονταν το 2025 οι έντεκα τράπεζες του πριγκιπάτου, θα αντιστοιχούσαν κάπου έξι εκατομμύρια ευρώ στον καθένα.

Η πρωτεύουσα Βαντούζ θυμίζει περισσότερο εύπορη κωμόπολη παρά διοικητικό κέντρο κράτους. Photo: Unsplash

Το Λιχτενστάιν δεν έχει αεροδρόμιο, ούτε δικό του νόμισμα. Έχει εθνική ομάδα ποδοσφαίρου που αγνοεί τη λέξη νίκη. Δεν έχει πρόσβαση στη θάλασσα. Η πρωτεύουσά του, το Βαντούζ, θυμίζει περισσότερο εύπορη κωμόπολη παρά διοικητικό κέντρο κράτους. Όλα καλά ως εδώ; Στους ισολογισμούς των τραπεζών που λειτουργούν εκεί η χώρα μοιάζει πολύ μεγαλύτερη από όσο παρουσιάζεται στον χάρτη.

Το 2025 οι έντεκα τράπεζες που λειτουργούσαν στο πριγκιπάτο διαχειρίζονταν κεφάλαια πελατών περίπου 261 δισ. ευρώ και μέσα σε μία χρονιά προσέλκυσαν περίπου 14,3 δισ. ευρώ νέου χρήματος. Αν συνυπολογιστούν και οι εταιρείες των διεθνών τραπεζικών ομίλων τους, τα υπό διαχείριση κεφάλαια έφτασαν σε νέο ιστορικό υψηλό: περίπου 569 δισ. ευρώ. Η μικρότητα του κρατιδίου δεν ήταν ποτέ αδυναμία. Το τραπεζικό του σύστημα έγινε το πιο αναγνωρίσιμο εθνικό του προϊόν.

Η πορεία ενός μικρού κρατιδίου
Το Λιχτενστάιν δημιουργήθηκε το 1719, όταν τα δύο μικρά εδάφη του Βαντούζ και του Σέλενμπεργκ ενώθηκαν και πήραν το όνομα της πριγκιπικής οικογένειας που τα είχε αγοράσει. Απέκτησε την κυριαρχία του το 1806 και κατάφερε να επιβιώσει από τις αυτοκρατορίες και τις πολιτικές ενώσεις που διαλύονταν γύρω του. Αρχικά ήταν ένα φτωχό, αγροτικό και απομονωμένο μέρος, από το οποίο αρκετοί κάτοικοι έφευγαν αναζητώντας εργασία. Η μεταμόρφωσή του δεν ξεκίνησε από κάποιον φυσικό πόρο. Ξεκίνησε όταν η πολιτική και οικονομική ηγεσία κατάλαβε ότι μπορούσε να μετατρέψει τη νομοθεσία, τη σταθερότητα και την ευελιξία της χώρας σε οικονομικό προϊόν.
Για τον εύπορο πελάτη, την οικογένεια που ήθελε να μεταφέρει περιουσία στις επόμενες γενιές ή την επιχείρηση που αναζητούσε ευέλικτη νομική στέγη, το Λιχτενστάιν μπορούσε να προσφέρει χαμηλή φορολογία, ιδιωτικότητα και, κυρίως, ένα πυκνό δίκτυο τραπεζών, δικηγόρων και διαχειριστών περιουσίας.

Το 2025 οι έντεκα τράπεζες που λειτουργούσαν στο πριγκιπάτο διαχειρίζονταν κεφάλαια πελατών περίπου 261 δισ. ευρώ. Photo: Unsplash

Ας το δούμε κάπως έτσι. Προσφέροντας ένα σύνθετο αλλά καλά οργανωμένο πλέγμα τραπεζικών και νομικών δομών, κατάφερνε να προσελκύει πλούσιους που ήθελαν να κρατήσουν χρήματα και περιουσίες μακριά από τις χώρες τους. Με άλλα λόγια, δεν πουλούσε μόνο τραπεζικούς λογαριασμούς ούτε ελκυστικά επιτόκια. Πουλούσε απόσταση ανάμεσα στην περιουσία και στους κινδύνους που την απειλούσαν. Το 1923 το Λιχτενστάιν συνδέθηκε τελωνειακά και νομισματικά με την Ελβετία και υιοθέτησε το ελβετικό φράγκο. Τρία χρόνια αργότερα θέσπισε έναν ιδιαίτερα ευέλικτο νόμο για τις εταιρείες, τα ιδρύματα και τα καταπιστεύματα. Η περιουσία μπορούσε πλέον να αποκτήσει νομικό περίβλημα. Να διαχωριστεί από το φυσικό πρόσωπο που τη δημιούργησε. Να οργανωθεί, να προστατευθεί και να μεταβιβαστεί μέσα από δομές που συχνά έκρυβαν από τη δημόσια θέα τον πραγματικό δικαιούχο.

O πυρήνας της οικονομίας
Για ένα μικρό κράτος χωρίς πρώτες ύλες, αυτό ήταν ένας καινούργιος φυσικός πόρος: η νομοθεσία. Η χώρα κατάλαβε εξαρχής ότι δεν χρειαζόταν εκατομμύρια πελάτες μεσαίου εισοδήματος. Χρειαζόταν λίγους πελάτες με μεγάλη περιουσία. Το private banking στα καλύτερά του. Η γεωγραφία βοήθησε. Το Λιχτενστάιν βρισκόταν δίπλα στην Ελβετία, συνδεδεμένο με το σταθερό της νόμισμα και τη φήμη του ελβετικού τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, διέθετε τη δική του νομοθεσία, τη δική του κυβέρνηση και τη δυνατότητα να κινείται με την ταχύτητα ενός πολύ μικρού κράτους. Το μέγεθος επέτρεπε ευελιξία. Και η ευελιξία έγινε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής βρίσκεται σήμερα στο 12,5%. Δεν είναι μηδενικός, αλλά παραμένει αρκετά χαμηλός ώστε να διατηρεί τη χώρα ελκυστική για επιχειρηματικές και περιουσιακές δομές. Ωστόσο, το μεγάλο πλεονέκτημα δεν ήταν μόνο οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές. Χαμηλούς φόρους μπορούν να προσφέρουν πολλές χώρες. Το Λιχτενστάιν προσέφερε ένα ολόκληρο οικοσύστημα: τράπεζες ιδιωτικής τραπεζικής, επενδυτικούς συμβούλους, δικηγόρους, ιδρύματα και επαγγελματίες που ήξεραν πώς να οργανώνουν σύνθετες περιουσίες. Η εικόνα της χώρας ως μεγάλης τραπεζικής θυρίδας έγινε το πιο αναγνωρίσιμο εθνικό της προϊόν.
Τα ακριβή ονόματα των πελατών παρέμεναν κρυφά. Όσα έγιναν γνωστά δεν προήλθαν από επίσημους καταλόγους, αλλά από δικαστικές έρευνες, τραπεζικά αρχεία και διεθνείς δημοσιογραφικές διαρροές. Όσο η παγκόσμια οικονομία ανεχόταν τη μυστικότητα, το Λιχτενστάιν φάνταζε ως η γη της επαγγελίας για το χρήμα που έπρεπε να παραμείνει φορολογικά ανέγγιχτο. Όταν, όμως, τα μεγάλα κράτη άρχισαν να βλέπουν τις κρυφές περιουσίες ως διαφυγόντες φόρους, εκείνο που κάποτε ονομαζόταν εχεμύθεια απέκτησε άλλο όνομα: φοροδιαφυγή.

Το φορολογικό σκάνδαλο του 2008 με την τράπεζα LGT αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις φοροδιαφυγής στην παγκόσμια ιστορία. Photo: Getty Images/Ideal Image

Το σκάνδαλο
Το 2008 η χώρα βρέθηκε στο κέντρο μιας από τις μεγαλύτερες φορολογικές υποθέσεις της Ευρώπης. Ένας πρώην εργαζόμενος της LGT, του τραπεζικού ομίλου που ανήκει στην πριγκιπική οικογένεια του Λιχτενστάιν, είχε αντιγράψει στοιχεία πελατών και τα είχε πουλήσει στις γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών έναντι περίπου 4,2 εκατ. ευρώ. Ακολούθησαν φορολογικές έρευνες και αποκαλύψεις για εκατοντάδες ανθρώπους που φέρονταν να είχαν χρησιμοποιήσει ιδρύματα και λογαριασμούς στο Λιχτενστάιν για να αποκρύψουν περιουσίες. Το σκάνδαλο χτύπησε την καρδιά του οικονομικού μοντέλου. Το προϊόν που είχε κάνει το πριγκιπάτο πλούσιο απειλούσε τώρα να το μετατρέψει σε διεθνή παρία. Η χώρα έπρεπε να διαλέξει. Θα επέμενε στη μυστικότητα ή θα διατηρούσε την πρόσβασή της στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα;
Η απάντηση ήρθε το 2009, όταν δεσμεύθηκε να υιοθετήσει διεθνή πρότυπα φορολογικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Από το 2017 συμμετέχει στην αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών. Οι λογαριασμοί δεν είναι πλέον αόρατοι για τις αρμόδιες αρχές. Η τραπεζική θυρίδα, όμως, δεν έκλεισε. Έγινε διαφανέστερη.

Σήμερα το Λιχτενστάιν δεν προσελκύει πελάτες επειδή υπόσχεται ότι τα χρήματά τους θα μείνουν κρυφά. Τους προσελκύει επειδή προσφέρει ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον για τη διαχείριση μεγάλων περιουσιών. Οι νομοθεσίες άλλαξαν ή αλλάζουν. Το know-how, όμως, παραμένει στη θέση του. Στο Λιχτενστάιν το banking είναι κάτι σαν προϊόν ΠΟΠ. Οι τράπεζες και οι εξειδικευμένοι σύμβουλοί του βοηθούν εύπορες οικογένειες και επιχειρηματίες να επενδύσουν τα χρήματά τους, να οργανώσουν την περιουσία τους και να τη μεταβιβάσουν στις επόμενες γενιές. Η χώρα συνδυάζει χαμηλή φορολογία, πολιτική σταθερότητα, το ελβετικό φράγκο και πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Προσφέρει ακόμη ένα πυκνό δίκτυο ανθρώπων που ειδικεύονται στη διαχείριση μεγάλου πλούτου: τραπεζίτες, δικηγόρους, φορολογικούς συμβούλους και επενδυτικούς διαχειριστές.

Το Μέγαρο είναι η έδρα της κυβέρνησης του Λιχτενστάιν. Στα τέλη του 2024 εργάζονταν στη χώρα περισσότεροι από 43.000 άνθρωποι, ενώ ο μόνιμος πληθυσμός ήταν 41.000. Photo: n.wikipedia.org

Το Λιχτενστάιν παραμένει η τραπεζική Ιθάκη του παγκόσμιου καθαρού ή λεκιασμένου χρήματος. Η τραπεζική του βιομηχανία εξακολουθεί να είναι δυσανάλογα μεγάλη για τα φυσικά όρια της χώρας. Η επιτυχία αυτού του μοντέλου δεν φαίνεται μόνο στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Φαίνεται και στην καθημερινή οικονομία της χώρας αφού έχει περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες θα μπορούσαν να καλύψουν οι κάτοικοί του. Στα τέλη του 2024 εργάζονταν στη χώρα περισσότεροι από 43.000 άνθρωποι, ενώ ο μόνιμος πληθυσμός ήταν περίπου 41.000. Πάνω από τους μισούς εργαζομένους περνούν καθημερινά τα σύνορα, κυρίως από την Ελβετία και την Αυστρία. Κάθε πρωί οι δρόμοι γεμίζουν με ανθρώπους που έρχονται για να εργαστούν σε τράπεζες, εργοστάσια και ιδρύματα. Κάθε απόγευμα ένα μεγάλο μέρος της εργατικής δύναμης φεύγει ξανά.

Η χώρα εξακολουθεί, πάντως, να ζει κάτω από το βάρος της παλιάς της φήμης. Τα καταπιστεύματα, τα ιδρύματα και οι σύνθετες εταιρικές δομές μπορούν να υπηρετήσουν νόμιμους σκοπούς: διαδοχή περιουσίας, προστασία ανηλίκων, φιλανθρωπία και μακροχρόνια διαχείριση οικογενειακού πλούτου. Μπορούν, όμως, να χρησιμοποιηθούν και για την απόκρυψη του πραγματικού ιδιοκτήτη. Η γραμμή ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και στη μυστικότητα είναι λεπτή. Ακόμη λεπτότερη είναι η γραμμή ανάμεσα στη φορολογική οργάνωση και στη φοροδιαφυγή και το Λιχτενστάιν έμαθε να ζει ακριβώς πάνω σε αυτή τη γραμμή. Το βασικό προϊόν, όμως, παρέμεινε σχεδόν ίδιο: ασφάλεια για όσους έχουν πολλά να χάσουν.

Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version