Από τη μία μια τραγική ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και από την άλλη, η πιο δύσκολη αποστολή που έχει αναλάβει ο άνθρωπος στη θάλασσα.
Στον βυθό του κόλπου της Σούμπικ, στις Φιλιππίνες, βρίσκεται ένα βυθισμένο ιαπωνικό πλοίο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν μετέφερε κάποιον θησαυρό, αλλά για πολλούς ανθρώπους το περιεχόμενό του είναι εξαιρετικά πολύτιμο. Γι’ αυτό και αποφασίστηκε η «ανάκτησή» του, παρ’ ότι οι συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολες και επί δεκαετίες κανείς δεν το αποφάσιζε.
Το Oryoku Maru, αυτό είναι το όνομα του πλοίου που ναυάγησε, κρύβει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγκρουσης στον Ειρηνικό. Υπήρξε ένα Hell Ship, ένα πλοίο της κόλασης που έγινε ο τάφος εκατοντάδων Αμερικανών αιχμαλώτων πολέμου. Τα λείψανά τους, που κείτονται στον βυθό για πάνω από 80 χρόνια, είναι ο θησαυρός που έχει κινητοποιήσει χιλιάδες ανθρώπους, να τα ανακτήσουν και να τα παραδώσουν στους οικείους τους.
Η τραγική αποστολή του Oryoku Mare
To πλοίο ξεκίνησε στις 13 Δεκεμβρίου 1944. Τότε απέπλευσε από τη Μανίλα, μεταφέροντας περίπου 1.600 Αμερικανούς αιχμαλώτους πολέμου. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν ήδη επιβιώσει από άθλιες συνθήκες κράτησης και περισσότερα από δύο χρόνια αιχμαλωσίας στις Φιλιππίνες. Οι άνθρωποι αυτοί δεν επιβιβάστηκαν σε ένα συνηθισμένο πλοίο. Στοιβάχτηκαν στα αμπάρια, χωρίς επαρκή αέρα, νερό ή χώρο για να καθίσουν. Οι καταπακτές έκλεισαν, η θερμοκρασία εκτοξεύθηκε σε αφόρητα επίπεδα και οι συνθήκες υγιεινής κατέρρευσαν μέσα σε λίγες ώρες. Επιζώντες περιέγραψαν αργότερα ότι οι κρατούμενοι λιποθυμούσαν από την ασφυξία και τη δίψα, ενώ πολλοί έφτασαν στο σημείο να πίνουν ακόμη και τα ίδια τους τα ούρα για να επιβιώσουν. Το σύστημα εξαερισμού, που λίγο νωρίτερα λειτουργούσε όταν το πλοίο μετέφερε άλογα, είχε πλέον απενεργοποιηθεί.
Τον χαρακρηρισμό «Πλοία της Κόλασης» τον έδωσαν, όπως είναι φυσικό, οι ίδιοι οι αιχμάλωτοι. Οι Ιάπωνες χρησιμοποίησαν συνολικά περισσότερα από 130 εμπορικά πλοία για τη μεταφορά αιχμαλώτων πολέμου και καταναγκαστικών εργατών σε ολόκληρη την Ασία. Τα περισσότερα δεν έφεραν καμία σήμανση που να δείχνει ότι μετέφεραν αιχμαλώτους, με συνέπεια να θεωρούνται νόμιμοι στρατιωτικοί στόχοι από τα αμερικανικά αεροσκάφη και υποβρύχια. Χιλιάδες κρατούμενοι σκοτώθηκαν όχι μόνο από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, αλλά και από επιθέσεις των ίδιων των Συμμάχων, οι οποίοι αγνοούσαν ποιοι βρίσκονταν μέσα στα αμπάρια.
Αυτό ακριβώς συνέβη και στο Oryoku Maru. Μόλις μία ημέρα μετά τον απόπλου του, αμερικανικά αεροσκάφη εντόπισαν το πλοίο και εξαπέλυσαν επίθεση, θεωρώντας ότι επρόκειτο για ένα ακόμη ιαπωνικό μεταγωγικό. Οι βόμβες και τα πυρά προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές. Μέσα στα αμπάρια επικράτησε πανικός. Όσοι κατάφεραν να βγουν στο κατάστρωμα προσπαθώντας να σωθούν, σε πολλές περιπτώσεις δέχθηκαν πυρά από τους Ιάπωνες φρουρούς. Το πλοίο εγκαταλείφθηκε καθώς βυθιζόταν στα νερά του κόλπου της Σούμπικ στις 15 Δεκεμβρίου 1944. Περισσότεροι από 250 αιχμάλωτοι έχασαν τη ζωή τους είτε από τους βομβαρδισμούς είτε προσπαθώντας να φτάσουν στην ακτή. Η τραγωδία, όμως, δεν τελείωσε εκεί. Όσοι επέζησαν δεν ελευθερώθηκαν. Συνελήφθησαν ξανά από τους Ιάπωνες και μεταφέρθηκαν διαδοχικά στην Ιαπωνία. Από τους περίπου 1.600 ανθρώπους που επιβιβάστηκαν στο Oryoku Maru, μόλις περίπου 400 ήταν ζωντανοί όταν τελείωσε ο πόλεμος λίγους μήνες αργότερα.
H μεγάλη υποβρύχια επιχείρηση ανάσυρσης
Για δεκαετίες το ναυάγιο έμεινε σχεδόν ανέγγιχτο. Αν και βρίσκεται σε σχετικά μικρό βάθος, το κουφάρι του πλοίου έχει καταρρεύσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Μεταλλικά τμήματα έχουν παραμορφωθεί, τα αμπάρια έχουν γεμίσει λάσπη και η ορατότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Κάθε κατάδυση ενέχει σοβαρούς κινδύνους, καθώς ακόμη και μια μικρή μετακίνηση μπορεί να προκαλέσει κατάρρευση τμημάτων του ναυαγίου. Αυτή η πραγματικότητα εξηγεί γιατί χρειάστηκαν περισσότερα από ογδόντα χρόνια για να ξεκινήσει η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επιχείρηση ανάκτησης λειψάνων από το συγκεκριμένο σημείο.
Την αποστολή έχει αναλάβει η Defense POW/MIA Accounting Agency (DPAA). Πρόκειται για μια υπηρεσία του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας που είναι υπεύθυνη για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση Αμερικανών στρατιωτών οι οποίοι εξακολουθούν να θεωρούνται αγνοούμενοι από όλους τους πολέμους. Η προετοιμασία διήρκεσε σχεδόν μία δεκαετία, με ιστορικούς, αρχαιολόγους, ανθρωπολόγους και δύτες να μελετούν αρχεία, σχέδια του πλοίου και παλιές μαρτυρίες, πριν αποφασιστεί ότι η ανάκτηση ήταν πλέον τεχνικά εφικτή.
Η πρώτη μεγάλη επιχείρηση ξεκίνησε τον Φεβρουάριο το 2026 και ολοκληρώθηκε πριν από λίγες ημέρες. Εξειδικευμένοι δύτες του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ εργάστηκαν μέσα στο παραμορφωμένο ατσάλι του ναυαγίου. Χρησιμοποίησαν τεχνολογία τρισδιάστατης χαρτογράφησης, ειδικά εργαλεία κοπής μετάλλων και συστήματα αναρρόφησης της λάσπης. Κάθε αντικείμενο που ανασύρεται αντιμετωπίζεται ως πιθανό στοιχείο ταυτοποίησης. Ένα κουμπί, μια αρβύλα με χαραγμένα αρχικά, ένα μεταλλικό βραχιόλι αναγνώρισης ή ακόμη και ένα μικρό ανθρώπινο οστό μπορεί να αποτελέσει το κομμάτι που λείπει από ένα παζλ οκτώ δεκαετιών. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει δημοσιοποιήσει το κόστος της επιχείρησης, η οποία θεωρείται πολυετές πρόγραμμα και εντάσσεται στον συνολικό προϋπολογισμό της DPAA. Εκτιμάται, ωστόσο, ότι πρόκειται για μία από τις πιο σύνθετες και δαπανηρές υποβρύχιες αποστολές ανάκτησης πεσόντων που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ. Συνδυάζει στρατιωτική τεχνολογία, υποβρύχια αρχαιολογία και σύγχρονη εγκληματολογία.
Η επιχείρηση έχει, προφανώς, και έντονη συναισθηματική φόρτιση, την τήρηση της υπόσχεσης που εξακολουθεί να δεσμεύει τον αμερικανικό στρατό: Κανένας στρατιώτης δεν πρέπει να παραμένει αγνοούμενος για πάντα. Για τις οικογένειες όσων χάθηκαν στα σκοτεινά αμπάρια του πλοίου, κάθε κατάδυση είναι μια ευκαιρία να κλείσει ένας οδυνηρός κύκλος, που ξεκίνησε πριν από 80 χρόνια.
Εισαγωγική φωτογραφία: pl.wikipedia.org
