Ένα θετικό πρότυπο ζωής: Από τον φούρνο του πατέρα τους, επιχειρηματίες με 40 μαγαζιά

Από τη Μαρία Λεμονιά
Φωτογραφίες: Νικόλας Κομίνης

Το νόστιμο ελληνικό κουλούρι έχει τη δική του ιστορία, η οποία περνά από το αεροδρόμιο της Μεγάλης Βρετανίας και φτάνει μέχρι και το κέντρο της Νέας Υόρκης (pics + vid)

×
PLAY VIDEO

Οι Θοδωρής και Στάθης Καραδήμας, 36 και 32 ετών, γιοι φουρναρέων, εγκατέλειψαν τον οικογενειακό τους φούρνο κυνηγώντας το δικό τους επιχειρηματικό όνειρο. Ο πατέρας τους τόνισε ότι θα καταστραφούν, αλλά εκείνοι δεν έκαναν πίσω. Σήμερα έχουν σαράντα καταστήματα. Τα γνωστά Mon Κοοloor τα βρίσκουμε παντού μέχρι και στο Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος ενώ αναμένονται σύντομα στο Αεροδρόμιο της Μεγάλης Βρετανίας και στο κέντρο της Νέας Υόρκης

«Όταν ανακοινώσαμε την απόφασή μας να φύγουμε και να κάνουμε κάτι δικό μας ο πατέρας μας ήταν ανήσυχος καθώς πίστευε ότι θα καταστραφούμε. Του πήρε κάτι μήνες για να καταλάβει ότι υπήρχε concept και όραμα. Κάποια χρόνια μετά όχι μόνο ήταν ευτυχής για την επιτυχία μας αλλά και εργάστηκε για εμάς». Παίρνουν ανάσα και συνεχίζουν: «Γεννηθήκαμε μέσα στο αλεύρι. Οι γονείς μας το σπίτι, το είχαν μόνο για ύπνο. Δούλευαν σκληρά και πολλές ώρες. Οι περισσότερες παιδικές μας φωτογραφίες, μας δείχνουν στη στράτα μέσα στον φούρνο».

Το πρώτο τους κατάστημα άνοιξε το 2014 στην Παπαδιαμαντοπούλου, λίγους μήνες μετά έρχεται το δεύτερο στην οδό Μεσογείων. Ο κόσμος θαυμάζει το ιδιαίτερο στήσιμο των χώρων. Τις βιτρίνες με τα κάθε λογής κουλουράκια. Θα μπορούσαν άνετα να είναι μαγαζιά σε μια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα όπως είναι το Παρίσι ή η Ρώμη. Το κοινό αρχίζει να περιμένει υπομονετικά στη σειρά για κουλούρι της αρεσκείας του και έναν καφέ.

Παρατηρεί ότι όλοι οι υπάλληλοι είναι νέοι: «Θέλαμε να κυνηγήσουμε το όνειρό μας μαζί με ανθρώπους που τους ξέρουμε και μας αγαπούν. Τα περισσότερα παιδιά που εργάζονται σε εμάς είναι συμμαθητές και φίλοι μας», παραδέχονται στο Lemon Social Eye, χαμογελώντας.

 

Υπάρχουν και κάποιες άλλες λεπτομέρειες που μαρτυρούν ήθος. Φήμες από τη γειτονιά λένε ότι δεν υπάρχει παιδί από το Νοσοκομείο Παίδων που να επισκεφθεί τον χώρο τους και να μην του προσφέρουν χωρίς αντίτιμο κάποιο κουλούρι. Κάποια Κυριακή μια μητέρα που το παιδί της νοσηλευόταν, τους τηλεφώνησε αργά το βράδυ για να τους παρακαλέσει για κάποια κουλούρια που επιθυμούσε ο γιος της. Το έκαναν με πολύ χαρά!

Σήμερα οι Θοδωρής και Στάθης Καραδήμας, δυο νέοι, που ξεκίνησαν χωρίς κεφάλαια με μοναδικά τους όπλα την τεχνογνωσία και το όραμα, είναι ένα σύγχρονο παράδειγμα επιχειρηματικού success story. Διαθέτουν 40 καταστήματα σε όλη την Ελλάδα (2 δικά τους και όλα τα άλλα franchise) και μάλιστα με τον κόσμο να σχηματίζει ουρά.

«Όταν πρωτοανοίξαμε είχαμε γύρω στα 30 διαφορετικά είδη κουλουριών. Τώρα πια έχει χαθεί το μέτρημα. Πρέπει να έχουμε τουλάχιστον τα διπλάσια ενώ προσθέτουμε συνεχώς νέους κωδικούς» αναφέρει ο Θοδωρής και ο Στάθης συμπληρώνει: «Εκείνο που άρεσε εξάλλου στον κόσμο ήταν το γεγονός ότι υπάρχει ανοικτός χώρος παραγωγής. Οι συνάδελφοί μας ετοιμάζουν τα κουλουράκια μπροστά στον κόσμο. Αυτό συναρπάζει τους μικρούς και πείθει για την ποιότητα τους μεγάλους».

Οι αδελφοί Καραδήμα προσφέρουν δουλειά σε πάνω από 200 άτομα. «Είμαστε νέοι και λειτουργούμε μαζί τους ως οικογένεια. Tι σημαίνει αυτό στη δική μας γλώσσα; Αν δεν έχουν τις ίδιες αξίες με εμάς δεν δένει η μαγιά! Διαθέτουμε τη νοοτροπία της γειτονιάς κι όχι μιας απρόσωπης αλυσίδας» παραδέχονται τα δύο αδέλφια.

Ο Στάθης είναι παντρεμένος και έχει τέσσερα παιδιά «ελπίζω να αποτελέσουν τη συνέχεια του Mon Kooloor», λέει χαμογελώντας, ενώ ο αεικίνητος Θοδωρής απολαμβάνει την ελευθερία του. Και οι δυο τους δουλεύουν σκληρά, πηγαίνοντας τον πήχη όλο και ψηλότερα.

Δεν είναι μόνο εργατικοί, είναι ευρηματικοί και έχουν έξυπνες ιδέες. Κάποτε ήθελαν να μετατρέψουν ένα από γνωστά λουλουδάδικα του Συντάγματος σε Mon Kooloor. «Ονειρεύομαι κάθε τουρίστας να γεύεται τουλάχιστον ένα κουλουράκι μας» μου είχε πει συνωμοτικά πριν από κάποια χρόνια. Μπορεί αυτό το πλάνο να μη βγήκε, βγήκαν άλλα όμως πολύ καλύτερα. Γι΄ αυτό και στο ερώτημα αν μετάνιωσαν που εγκατέλειψαν τον οικογενειακό φούρνο πριν από πολλά χρόνια θα πουν: «Το πρόγραμμα του φούρνου είναι ζόρικο. Το ωράριο των περισσότερων ανθρώπων ξεκινά στις 10 και τελειώνει στις 4. Στον δικό μας στον φούρνο ξεκινούσε στις 3 τα χαράματα και ολοκληρωνόταν στις 11 το πρωί. Από τις 11 και μετά ξεκινούσε ο ελεύθερός μας χρόνος. Ελεύθερος χρόνος που στην ουσία οι άλλοι άνθρωποι τον έχουν το βράδυ. Όταν σχολάς στις 11 και πέφτεις για ύπνο το αργότερο στις 8, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να πας για φαγητό με έναν φίλο, που το πιο πιθανό είναι δεν θα μπορεί εκείνη την ώρα».