Ειρήνη Παναγοπούλου – Από τα σαλόνια της ναυτιλίας στο λονδρέζικο κοινό. Η πρόεδρος της Magna Marine δείχνει για πρώτη φορά τη συλλογή της (pics+vid)
Συνέντευξη στη Μαρία Λεμονιά
Η κόρη του αείμνηστου Περικλή Παναγόπουλου, Ειρήνη και πρόεδρος της ναυτιλιακής Magna Marine Inc., χαρτογραφεί τη Νοσταλγία της στο Λονδίνο και κατακτά με τη συλλογή της το city. Η χρυσή πυξίδα της Ελληνίδας εφοπλίστριας δείχνει ότι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην πόλη που γεννήθηκε
Είναι μια δυναμική γυναίκα της ναυτιλίας. Τιμώντας πάνω από 30 χρόνια εμπειρίας στις μεταφορές ξηρού φορτίου χύδην, η εταιρεία της, η Magna Marine Inc., η οποία ιδρύθηκε το 1989 από τον Περικλή Παναγόπουλο, δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην αγορά φορτηγών πλοίων. Έχοντας διακινήσει περισσότερα από 27 πλοία από την ίδρυσή της, διαχειρίζεται σήμερα έναν στόλο οκτώ κορυφαίων πλοίων μεταφοράς. Η ναυτιλία είναι η μεγάλη της αγάπη αλλά όχι η μόνη. Αγαπά και την τέχνη, είναι συλλέκτρια και πρόσφατα έδειξε μέρος της συλλογής της στη βρετανική πρωτεύουσα.
Η έκθεση Revisiting: Fernweh, ή νοσταλγία για άγνωστους τόπους, σε επιμέλεια της Κατερίνας Χατζή, είναι η πρώτη έκθεση της Συλλογής Ειρήνης Παναγοπούλου, που διοργανώνεται εκτός Ελλάδος. Σε σύμπραξη με το Ελληνικό Κέντρο του Λονδίνου, παρουσιάζονται 17 έργα -τα περισσότερα από τα οποία φιλοξενούνται για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο- από 15 διεθνείς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων οι Βλάσης Κανιάρης, Niki de Saint Phalle, Marc Chagall, Bouchra Khalili. Η έκθεση σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο της συλλογής το οποίο στοχεύει στην ανάπτυξη των διεθνών συνεργασιών και επεκτείνει το εκθεσιακό της πρόγραμμά πέρα από τον χώρο της Αθήνας.
Διατηρώντας το εννοιολογικό πλαίσιο της αρχικής έκθεσης που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα και προσαρμοσμένη στην αίθουσα Friends Room του Ελληνικού Κέντρου, η ανανεωμένη εκδοχή στρέφεται διακριτικά προς μια νέα εστίαση: πώς η Ελλάδα υπάρχει στο φαντασιακό, πώς μνημονεύεται και πώς επανεφευρίσκεται διαρκώς, τόσο ως τόπος όσο και ως ιδέα.
Ναυτιλία και τέχνη
Η ίδια σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της αποκαλύπτει στο Lemon Social Eye «Για μένα η ναυτιλία και η τέχνη είναι δύο κόσμοι που, ενώ εκ πρώτης όψεως μοιάζουν διαφορετικοί, έχουν πολλά κοινά. Και οι δύο έχουν να κάνουν με την ανακάλυψη, την εξερεύνηση, την εξωστρέφεια και την επικοινωνία με διαφορετικούς πολιτισμούς. Η ναυτιλία ανοίγει δρόμους και ενώνει τόπους και ανθρώπους. Η τέχνη κάνει κάτι αντίστοιχο σε πνευματικό και συναισθηματικό επίπεδο: μας ταξιδεύει σε διαφορετικές εποχές, ιδέες και πραγματικότητες. Η μία πλευρά της ζωής μου απαιτεί στρατηγική, αποφάσεις και πειθαρχία, ενώ η άλλη μου επιτρέπει να λειτουργώ περισσότερο με το ένστικτο, την περιέργεια και το συναίσθημα. Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να επιλέξω ανάμεσα στις δύο. Αντιθέτως, πιστεύω ότι η μία εμπλουτίζει την άλλη»
Εν αρχή ην
«Το πρώτο έργο τέχνης που αγόρασα ήταν το Reconstruction #93 (1979) του Lucas Samaras, ενός σπουδαίου καλλιτέχνη της ελληνικής διασποράς. Πρόκειται για ένα έργο σε ξύλινη επιφάνεια, ένα κολάζ από υφάσματα που προέρχονταν από το ραφείο της μητέρας του, η οποία ήταν μοδίστρα. Το έργο έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα, καθώς αναφέρεται στη σχέση του καλλιτέχνη με τη μητέρα του και αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, έναν προσωπικό διάλογο μαζί της, μετά τον θάνατό της. Με συγκίνησε η σύνδεση που δημιουργεί ανάμεσα στην προσωπική μνήμη, την οικογένεια και την ταυτότητα. Άλλωστε, πάντα με ενδιέφεραν οι καλλιτέχνες της ελληνικής διασποράς που πραγματεύονται ζητήματα καταγωγής, μετακίνησης και πολιτισμικού ανήκειν».
Πώς γίνατε συλλέκτρια; Την ρωτώ
«Δεν ξύπνησα ένα πρωί αποφασίζοντας ότι θέλω να γίνω συλλέκτρια. Ήταν μια διαδικασία που εξελίχθηκε πολύ φυσικά, μέσα από την αγάπη μου για την τέχνη και την ανάγκη μου να ανακαλύπτω καινούργια πράγματα. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου η τέχνη ήταν παρούσα. Οι γονείς μου αγαπούσαν ιδιαίτερα να συνδυάζουν σύγχρονη τέχνη με παλαιότερα αντικείμενα. Από μικρή είχα την ευκαιρία να τους συνοδεύω σε μουσεία, γκαλερί και παλαιοπωλεία. Άλλωστε, αρχικά ονειρευόμουν να γίνω καλλιτέχνης και γι’αυτό σπούδασα Καλές Τέχνες. Η δική μου συλλεκτική διαδρομή άρχισε ουσιαστικά πριν από περίπου είκοσι χρόνια. Ξεκίνησα με μερικά έργα Ελλήνων καλλιτεχνών που κάποτε ανήκαν στους γονείς μου και σταδιακά άνοιξα τον ορίζοντά μου στη διεθνή σκηνή, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Ανατολική Μεσόγειο, την «γειτονιά» μας δηλαδή, τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Η Ελλάδα παραμένει στο επίκεντρο της συλλογής. Δεν αγοράζω έργα για να ακολουθήσω μια τάση ή για να αποκτήσω ένα γνωστό όνομα. Με ενδιαφέρει να υπάρχει μια εσωτερική σύνδεση, μια ιστορία ή ένα ερώτημα που να με κινητοποιεί. Σήμερα βλέπω την IYP Collection ως έναν ζωντανό οργανισμό που συνεχώς εξελίσσεται. Δεν είναι απλώς μια συγκέντρωση έργων, αλλά μια διαρκής συνομιλία ανάμεσα σε καλλιτέχνες, πολιτισμούς, εποχές και ιδέες»
Ενας πατέρας-μέντορας
«Ο πατέρας μου, Περικλής Παναγόπουλος, υπήρξε αναμφίβολα καθοριστική παρουσία στη ζωή μου. Μου μετέδωσε εκτός από την αγάπη για την τέχνη, την περιέργεια για τον κόσμο και, κυρίως, την αξία της ανεξάρτητης σκέψης. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο έργα τέχνης, περσικά χαλιά, παλιούς χάρτες και αντικείμενα από διαφορετικούς πολιτισμούς. Θυμάμαι όχι μόνο τις επισκέψεις μας σε μουσεία και παλαιοπωλεία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εκείνος παρατηρούσε τα πράγματα. Χωρίς να το αντιλαμβάνομαι τότε, διαμόρφωνε την αισθητική μου αντίληψη. Στον επιχειρηματικό τομέα, μου έμαθε τη σημασία της επιμονής, της υπευθυνότητας και της διορατικότητας. Δεν μου υπέδειξε, όμως, έναν συγκεκριμένο δρόμο. Μου έδωσε τις βάσεις και την ελευθερία να χαράξω τη δική μου πορεία. Θεωρώ ότι το πιο σημαντικό που κληρονόμησα από εκείνον δεν ήταν μόνο η αγάπη για την τέχνη ή η ενασχόληση με τη ναυτιλία, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος να βλέπω τον κόσμο: με περιέργεια, τόλμη και ανοιχτούς ορίζοντες».
Το Λονδίνο ως σημείο αναφοράς
«Το Λονδίνο έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου. Είναι η πόλη όπου γεννήθηκα, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα διεθνή κέντρα πολιτισμού και τέχνης. Η παρουσία της IYP Collection στο Hellenic Centre αποτελεί, επομένως, ένα πολύ σημαντικό βήμα για εμάς. Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζουμε τη συλλογή εκτός Ελλάδας και ήθελα αυτή η πρώτη διεθνής παρουσίαση να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Δεν με ενδιέφερε απλώς να μεταφέρουμε μια έκθεση στο εξωτερικό, αλλα μέσα από τα έργα της συλλογής να δημιουργήσουμε έναν διάλογο με το διεθνές κοινό. Η έκθεση «Revisiting: Fernweh, or Nostalgia for Unknown Lands» με επιμέλεια της Κατερίνας Χατζη, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την Ελλάδα, τόσο εμείς οι ίδιοι όσο και οι άλλοι. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός τόπος. Είναι μια ιδέα, μια μνήμη, μια προβολή επιθυμιών και προσδοκιών, που διαμορφώνεται μέσα στον χρόνο. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα έργα της συλλογής μπορούν να συνομιλήσουν με ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμικών καταβολών και να δημιουργήσουν νέες αναγνώσεις. Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους βασικούς στόχους μου: η συλλογή να μην παραμένει κλειστή, αλλά να μοιράζεται και να αποκτά ζωή μέσα από το κοινό».
Ένα νέο πλοίο ή ένα ανεκτίμητο έργο τέχνης. Τι σας δίνει μεγαλύτερη χαρά; Λέω χαμογελώντας λίγο πριν ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας
«Δεν θα τα έβαζα σε μια ζυγαριά. Το πλοίο αντιπροσωπεύει τη δημιουργία, την εξέλιξη και την προοπτική. Το έργο τέχνης αντιπροσωπεύει τη μνήμη, τη σκέψη και το συναίσθημα. Και τα δύο, με τον δικό τους τρόπο, εκφράζουν τη χαρά της δημιουργίας και της ανακάλυψης. Ένα καινούργιο πλοίο είναι το αποτέλεσμα μιας μεγάλης συλλογικής προσπάθειας. Προϋποθέτει σχεδιασμό, τεχνογνωσία, επενδύσεις και στρατηγικές αποφάσεις. Κάθε επιτυχημένη επιχειρηματική κίνηση στη ναυτιλιακή μας εταιρεία, είτε αφορά την αγορά ή την πώληση ενός πλοίου είτε κάποια άλλη επενδυτική πρωτοβουλία που αποδεικνύεται επωφελής, μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση. Είναι η επιβράβευση μιας προσπάθειας και η επιβεβαίωση μιας ορθολογικής επιλογής. Ένα έργο τέχνης, από την άλλη, σου προσφέρει μια διαφορετική συγκίνηση. Μπορεί να σε συνοδεύει για χρόνια, να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο το αντιλαμβάνεσαι, να σου γεννά καινούργια ερωτήματα και να σου αποκαλύπτει διαφορετικές πτυχές του εαυτού σου. Ίσως τελικά αυτό που μου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά είναι η ίδια η δυνατότητα να δημιουργώ, να εξελίσσομαι, να ανακαλύπτω και να επενδύω σε πράγματα που έχουν διάρκεια και ουσιαστική αξία».