Αποκλειστικό

Κλωστές Πεταλούδα: O εγγονός του διάσημου βιομήχανου μας διηγείται την ιστορία τους και μας μιλά για τα πλάνα του (pics+vid)

Από τη Μαρία Λεμονιά
Φωτογραφίες: Studio Kominis

×
PLAY VIDEO

Από την προσφυγιά της Σμύρνης ως το βουητό των μηχανών στον Κηφισό, η διαδρομή του Ελευθέριου Μουζάκη μοιάζει με νήμα που περνά μέσα από μια ολόκληρη εποχή ελληνικής ιστορίας.

Η ζωή ενός από τους μεγαλύτερους βιομήχανους της χώρας θυμίζει παραμύθι. «Ο Ελευθέριος Μουζάκης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1915 και ήρθε στην Ελλάδα πρόσφυγας, κουβαλώντας μαζί του την αβεβαιότητα μιας νέας αρχής. Τα παιδικά του χρόνια δεν είχαν άνεση· είχαν δουλειά. Στον Πειραιά έγινε μανάβης, βγήκε στους δρόμους ως πλανόδιος πωλητής και εργάστηκε ως σερβιτόρος στην Τρούμπα. Κάθε μεροκάματο κι ένα ακόμη βήμα σε μια ζωή που δεν του χάρισε τίποτα εύκολα» αναφέρει ο εγγονός του σήμερα.

Το 1933, μια δουλειά σε εμπορική εταιρεία κλωστών τον έφερε κοντά σε έναν κόσμο που θα γινόταν δικός του. Κι έπειτα ήρθε το 1944: η Αθήνα ζούσε μέσα στη σκιά της Κατοχής, όμως εκείνος τόλμησε να ξεκινήσει από την αρχή. Με περιορισμένα μέσα, ίδρυσε τη δική του επιχείρηση και έβαλε στην αγορά την πρώτη κουβαρίστρα με το σήμα της «Πεταλούδας». Ένα μικρό κουβάρι κλωστής, κι ένα σύμβολο που σύντομα θα αναγνωριζόταν σε σπίτια και εργαστήρια σε όλη τη χώρα.

«Η «Πεταλούδα» μεγάλωσε βήμα βήμα. Το 1952, η συνεργασία με τη γαλλική DMC έφερε στην Ελλάδα κλωστές γνωστές σε όλο τον κόσμο. Το 1957, η σύμπραξη με τις «Κλωστές Κιθάρας» οδήγησε στη δημιουργία της Κλωστοβιομηχανίας Ελλάδος Α.Ε. Η μικρή επιχείρηση άρχισε να μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη βιομηχανική δύναμη. Στον Κηφισό, το εργοστάσιο γέμισε με τον σταθερό παλμό των μηχανών· κι από μέσα του ξετυλιγόταν όχι μόνο κλωστή, αλλά κι ένα κομμάτι της μεταπολεμικής Ελλάδας».

Ο Μουζάκης δεν ήταν απλά ένας βιομήχανος με πάνω από 2500 εργαζόμενους. Ηταν πρότυπο. Ήταν διάσημος για την φορολογική του ηθική και δήλωνε περήφανος πως ήταν ο Έλληνας με το μεγαλύτερο δηλωθέν εισόδημα στην εφορία. Σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας Ακρόπολις του 1979, δήλωνε εισόδημα 186.770.500 δραχμών όταν ο δεύτερος στην λίστα Πρόδρομος Μποδοσάκης Αθανασιάδης δήλωνε 114.371.980 δραχμές την εποχή που ένα διαμέρισμα 80τ.μ. κόστιζε 800.000 δραχμές.

Ο Μουζάκης έμεινε στο τιμόνι της εταιρείας έως τον θάνατό του, το 2006, σε ηλικία 93 ετών. Πίσω του άφησε μια επιχείρηση που είχε χτιστεί πάνω στην επιμονή και στη δουλειά, αλλά και μια διαθήκη. Η ιστορία του, ωστόσο, δεν έμεινε κλεισμένη στα αρχεία ή πίσω από τις πύλες του εργοστασίου.

Jon-Pål Gagnum-Μoυζάκης
Μια δυνατή Τρίτη γενιά

Ο χαρισματικός Μουζάκης είχε τέσσερεις κόρες τις Εύη, Μαρία-Διονυσία , Λιάνα  και Κατερίνα στις οποίες μοιράστηκε μέρος της περιουσίας του. Ο γιός της Λιάνας , Jon-Pål Gagnum-Μoυζάκης είναι ο εγγονός του που βρίσκεται σήμερα στο τιμόνι της επιχείρησης. Καθότι ο πατέρας του είναι Νορβηγός, έχει γεννηθεί στην Αθήνα και το DNA του είναι εκατό τοις εκατό ελληνικό.

Ο ίδιος θυμάται τις κοινές στιγμές με τον παππού του

«Τον επισκεπτόμουν στο εργοστάσιο, ανεβαίναμε στο γραφείο του – το οποίο πλέον έχω την χαρά και την τιμή να χρησιμοποιώ– και του έλεγα για τους βαθμούς και τις επιδόσεις μου στο σχολείο. Του άρεσε πάρα πολύ να ακούει πόσο καλά τα πήγαινα και μετά, σχεδόν πάντα, άρχιζε να μιλάει για τις δικές του εμπειρίες: θυμάμαι να διηγείται ιστορίες από τον ξεριζωμό της Σμύρνης, για τα όσα έζησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και φυσικά για το πώς έχτισε την επιχείρησή του”.

«Θα μου μείνει αξέχαστη η συνάντησή μας έναν χρόνο πριν φύγει από τη ζωή. Καθώς είχε υποστεί πολλαπλά εγκεφαλικά δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά και επικοινωνούσαμε κυρίως γράφοντας. Με ρώτησε πώς πήγαινε η δουλειά μου (είχα μόλις ξεκινήσει σε μία πολυεθνική εταιρεία) και μου εξέφρασε την περηφάνια του που χάραζα τη δική μου πορεία. Όταν έφευγα, του είπα ότι θα τα πούμε την επόμενη χρονιά, αφού δεν είχα καθόλου ημέρες άδειας ως νέος υπάλληλος. Μου ζήτησε να του κόψω μια τούφα από τα μαλλιά μου για να μπορεί να θυμάται τις συζητήσεις μας μέχρι να ξανασυναντηθούμε. Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα, καθώς απεβίωσε αργότερα . Φωτογραφία από αυτή την συνάντηση την έχω πάντα στο γραφείο δίπλα μου».

O Jon-Pål Gagnum-Μoυζάκης είναι απόφοιτος του Harvard και του Yale διαθέτει το δυνατό επιχειρηματικό μυαλό του παππού του. Εχει εργαστεί στην εταιρεία Johnson & Johnson , στο Group Folli Follie στην Credit Swiss και έχει αναλάβει μεγάλα project κι άλλων σημαντικών εταιριών στο εξωτερικό. Σήμερα είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της «ΕΛ. Δ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ ΑΕΒΕΜΕ». Στόχος του είναι η αναδιάρθρωση της επιχειρηματικής μονάδας κλωστοϋφαντουργίας με ένα βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο. Βελτιστοποίηση της απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων και ανάπτυξη της επιχειρηματικής μονάδας ακινήτων που ανήκουν σε εταιρείες του «Ομίλου».

Στο portfolio της επιχείρησης που ασχολείται πια και με το real estate ανήκουν ακίνητα πραγματικά φιλέτα όπως η 8ώροφη πολυκατοικία στην παραλία της Θεσσαλονίκης, το ακίνητο που σήμερα φιλοξενεί το εμπορικό κέντρο «River West» στο Αιγάλεω, ένα γειτονικό 3ώροφο κτίριο και φυσικά η τεράστια έκταση 17 στρεμμάτων στο Ποτάμι, που σήμερα φιλοξενεί τις δραστηριότητες της εταιρείας.

Οι εγκαταστάσεις της «Πεταλούδας» έχουν φιλοξενήσει πολιτιστικές δράσεις και εικαστικές εκθέσεις, όπως «Το Φαινόμενο της Πεταλούδας». Το παλιό βιομηχανικό τοπίο απέκτησε μια δεύτερη ζωή: εκεί όπου κάποτε ακούγονταν οι μηχανές, σήμερα συναντιούνται και η μνήμη μαζί με την τέχνη. Σε λίγες ημέρες μάλιστα εκεί πρόκειται να πραγματοποιηθεί και η φετινή Εβδομάδα μόδας.

Οσο για τον στόχο της δυναμικής νέας γενιάς; O Jon-Pål Gagnum-Μoυζάκης είναι ένα δυναμικός οραματιστής «Εχω συνειδητοποιήσει ότι η διατήρηση της κληρονομιάς του παππού μου δεν σημαίνει τόσο το να μένουμε αυστηρά προσκολλημένοι στις επιχειρηματικές πρακτικές του παρελθόντος – αν και, βέβαια, επιμένουμε μέχρι και σήμερα τόσο στην κλωστοϋφαντουργία όσο και στην ηθική του φιλοσοφία. Σημαίνει κυρίως το να ενστερνιστούμε το πραγματικό μάθημα που μας δίνει η πεταλούδα: να σπάσουμε το κουκούλι του χθες για να μεταμορφωθούμε στην πεταλούδα του αύριο. Αυτή είναι η φιλοσοφία που με καθοδηγεί και, ίσως, ο πιο περιεκτικός τρόπος για να εκφράσω το όραμά μου για την εταιρεία και το μέλλον της».