Αποκλειστικό

Ο Νουρέγιεφ, η οικογένεια Εμπειρίκου και τα φιλιά στο στόμα με τον Σταύρο Νιάρχο – Αθέατες πλευρές της συναρπαστικής ζωής του Ρώσου χορευτή με Έλληνες μεγιστάνες… (pics, vid)

Από τη Μαρία Λεμονιά

Φωτογραφίες: Αρχείο Δ. Τσίτουρας

×
PLAY VIDEO

Ένας πολυσέλιδος πολυτελής τόμος – φόρος τιμής για τα 30 χρόνια από τον θάνατο του φιλέλληνα χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ- από το Αρχείο Θηραϊκών Μελετών – αποκαλύπτει τις στενές σχέσεις του απόλυτου σταρ με το Ελληνικό jet set και πικάντικες λεπτομέρειες από την ζωή… μέχρι τον θάνατό του από AIDS

Το 2023, συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από τον θάνατο (1993) του εμβληματικού χορευτή Νουρέγιεφ, αλλά και 60 χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση στο Ηρώδειο (1963). Το Αρχείο Θηραϊκών Μελετών – Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα – ο συλλέκτης Δημήτρης Τσίτουρας επιμελήθηκε και το βιβλίο- κυκλοφορεί μια μοναδική έκδοση με τίτλο «NUREYEV – ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ». Το Lemon Social Eye σας παρουσιάζει αποσπάσματα από ανθρώπους που τον γνώρισαν.

Δημήτρης Τσίτουρας: «Το βιβλίο αυτό το είχα υποσχεθεί στον ίδιο τον Ρούντυ περισσότερα από τριάντα χρόνια πριν. Το 1991 ήταν η τελευταία εμφάνιση του Νουρέγιεφ στο Ηρώδειο ως αρχιμουσικού μιας μικρής αυστριακής ορχήστρας σε ένα σχεδόν άδειο Ηρώδειο, που προσωπικά με γέμισε θλίψη. Συνήθως λέμε ένας μαέστρος διευθύνει σαν χορευτής· τώρα είχαμε ένα χορευτή να διευθύνει μια ορχήστρα. Μετά την παράσταση συναντηθήκαμε στα παρασκήνια ήταν και η μεγάλη μου κόρη η Ελένη, τότε 14 ετών και ο Ρούντυ της αφιέρωσε το πρόγραμμα. Στη συζήτηση που είχαμε, του είπα ότι τον Ιανουάριο (1992) θα ήμουν στο Παρίσι για κάποια έκθεση. Κανονίσαμε, λοιπόν, να βρεθούμε. Όπως και έγινε. Πήγα στο διαμέρισμά του στο Quai Voltaire , αριθμός 23, το Σάββατο 12 Ιανουαρίου 1992 στις 19:15 το απόγευμα. Με περίμενε η μαντάμ Duce, η τελευταία εξ απορρήτων του γυναίκα, η οποία με οδήγησε στο κεντρικό σαλόνι. Τα κλασικά ποταμόπλοια του Σηκουάνα (bateaux mouches), περνώντας έριχναν τα φώτα τους στο παράθυρο του Ρούντυ, λέγοντας στους τουρίστες ότι εδώ μένει ο διάσημος χορευτής Ρούντολφ Νουρέγιεφ»

Θεόδωρος Κρίτας- Παραγωγός, στενός συνεργάτης του Ρώσου Χορευτή:

«Έχω γράψει και σε άλλες ευκαιρίες ότι ο Νουρέγιεφ υπήρξε ένα κράμα μουζίκου και Ρώσου πρίγκιπα. Αυτός ο Τάταρος, που έφτασε πολύ νέος κάποια μέρα από το Ντουσαμπέ (την πρωτεύουσα του Μπασκίρ) στο Λένινγκραντ, με στόχο να τελειοποιήσει την τεχνική του στη φημισμένη σχολή χορού της Βαγκάνοβα, δεν πέρασε πολύς καιρός και έγινε το πιο περιζήτητο πρόσωπο στους κύκλους της ελίτ όλων των πρωτευουσών στον κόσμο. Στο «Μαξίμ» του Παρισιού, στο «Κρόνε» της Ζυρίχης, στο «Ιμπέριαλ» και το «Ζάχερ» της Βιέννης, στο «Russian Tea Room» της Νέας Υόρκης, στο «Σαβόι» του Λονδίνου, οι σεφ κρατούσαν σε μόνιμη βάση τραπέζι για τον Νουρέγιεφ. Γιατί ο Ρούντυ έφτανε πάντοτε απροειδοποίητα με το πολυφορεμένο του μπουφάν, το πέτσινο κασκέτο και το τριμμένο παντελόνι. Όταν έκανε την εμφάνισή του στην είσοδο, τον υποδέχονταν με χειροκροτήματα.

Και αυτός, με την άνεση ενός απογόνου της τσαρικής οικογένειας, υπέγραφε αυτόγραφα και πετούσε πειράγματα. Έσκυβε και φιλούσε το χέρι κάποιας γηραιάς κυρίας που γνώριζε. Άλλοτε πάλι, όταν δεν ήταν στα κέφια του, έμπαινε συνοφρυωμένος και σκυθρωπός. Δεν χαιρετούσε κανένα και έδειχνε ότι τους είχε όλους γραμμένους στα παλιά του τα παπούτσια. Να θυμίσω ότι ο θρύλος Νουρέγιεφ δεν είχε μαγέψει μονάχα το πλατύ κοινό αλλά και πολλούς μεγιστάνες του πλούτου, όπως, π.χ. τον Σταύρο Νιάρχο, ο οποίος κολακευόταν με τη φιλία που του έδειχνε ο Νουρέγιεφ. Ο Νιάρχος, αν και χορτασμένος από χρήμα και φήμη, όχι μόνον επιδίωκε τη φιλία του Ρούντυ, αλλά του άρεσε να το δείχνει με κάθε ευκαιρία.

Τον φιλοξενούσε συχνά στη Σπετσοπούλα και του διέθετε ελικόπτερο για να πηγαινοέρχεται από την Αθήνα στο νησί του. Όταν κάποιο καλοκαίρι έδωσα μεσημεριανό πάρτι προς τιμήν του στο εξοχικό μου σπίτι, στο «Απολλώνειο» του Πόρτο-Ράφτη, ο Ρούντυ έφτασε από τον… ουρανό, με το ελικόπτερο που του έδωσε ο Νιάρχος. Όπως λέμε… ουρανοκατέβατος! Όταν έδωσε στο Ηρώδειο την τελευταία του παράσταση με τη «Ραϋμόνδα» (το άλλο βράδυ θα χόρευε τον «Δον Κιχώτη» στη Στοκχόλμη), ο Νιάρχος του διέθεσε το ιδιωτικό του λίαρ τζετ. Από το αεροδρόμιο της Στοκχόλμης, μου τηλεφωνεί ότι είχε ξεχάσει στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» το κουστούμι που θα φορούσε εκείνο το βράδυ στην παράσταση του «Δον Κιχώτη».

Το έστειλα στο Αεροδρόμιο του Ελληνικού, όπου επέστρεψε το τζετ του Νιάρχου για να το παραλάβει και να του το πάει στη Στοκχόλμη. Όταν έκανε πρόβες με το Μπαλέτο της Όπερας της Ζυρίχης στον «Μάνφρεντ» για το Ηρώδειο, μετά την πρόβα πηγαίναμε για φαγητό στο κοσμικό εστιατόριο «Κρόνε». Και όταν τελειώναμε το φαγητό, ήθελε να πηγαίνουμε στο «Οντεόν» για να πιούμε τον καφέ μας στο ίδιο μαρμάρινο τραπέζι στο οποίο, όταν ήταν εξόριστος, ο Λένιν είχε γράψει το περίφημο μανιφέστο του. Στο Μιλάνο προτιμούσε τις ταπεινές τρατορίες, ενώ στη Βιέννη του άρεσε να του σερβίρουν σαμπάνια στο εστιατόριο του ξενοδοχείου «Ιμπέριαλ», από το μπαλκόνι του οποίου είχε κηρύξει ο Χίτλερ στον λαό της Βιέννης το «άνσλους» της Αυστρίας με τη Γερμανία».

«Προτιμούσε το λευκό ξηρό κρασί και, όταν του το έφερναν, γέμιζε το ποτήρι του με πολλά παγάκια. Έτσι το ήθελε. Χόρευε, αλλά και δίδασκε. Χορογραφούσε, αλλά και αυτοσχεδίαζε τις δικές του φιγούρες. Κάποτε ο ατίθασος χαρακτήρας του με έφερε σε πολύ δύσκολη θέση. Αυτό έγινε όταν χόρεψε την «Ωραία Κοιμωμένη» με το Μπαλέτο της Όπερας της Βιέννης. Είχα φέρει την ορχήστρα που θα συνόδευε τις παραστάσεις από την Πράγα την εποχή που ο Μπρέζνιεφ χαρακτήριζε τον Νουρέγιεφ προδότη της πατρίδας του και αποστάτη. Πριν από την πρες κόνφερανς συνέστησα στον Νουρέγιεφ να αποφύγει να απαντήσει σε ερωτήσεις δημοσιογράφων για την αποστασία του από τη Ρωσία.

Ιδιαίτερα, του είπα να μην εκφραστεί με χαρακτηρισμούς που θα έθιγαν τη Σοβιετική Ένωση. Του εξήγησα ποιο ήταν το πρόβλημα: η ορχήστρα που θα τον συνόδευε ήταν τσεχοσλοβακική, και η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση έπαιρνε εντολές απευθείας από τη Μόσχα. Όταν οι Έλληνες δημοσιογράφοι τον παραστρίμωξαν με τις περί αποστασίας του από τη Ρωσία ερωτήσεις τους, ο Νουρέγιεφ δεν κρατήθηκε και τους είπε: «Γιατί διάλεξα την ελευθερία». Είπε και άλλα πολλά για τις συνθήκες καταπίεσης και τρόμου που είχε επιβάλει το σοβιετικό καθεστώς στη Ρωσία.

Ιδιαίτερα για τον καλλιτέχνη που δεν τον άφηναν ελεύθερο να κάνει τις επιλογές του. Και κατέληξε ότι τώρα, που εργάζεται στη Δύση, μπορεί και διαλέγει τους ρόλους που θα χορέψει και τους παρτενέρ του. Την άλλη μέρα, όσα είπε έγιναν τίτλοι στα ρεπορτάζ των καλλιτεχνικών σελίδων των εφημερίδων. Εκείνο το βράδυ η ατμόσφαιρα ανάμεσα στα μέλη της τσεχοσλοβακικής ορχήστρας και τον Νουρέγιεφ ήταν ψυχρή.

Στο τραπέζι που παρέθεσα μετά την παράσταση προς τιμήν του Νουρέγιεφ στο «Μεριντιέν», στο οποίο ο Ρούντυ είχε φέρει μαζί του τα δύο παιδιά του Νιάρχου και τις κοπέλες τους, κανένα μέλος της τσεχοσλοβακικής ορχήστρας δεν ήρθε. Είχαν πάρει “γραμμή” από την πρεσβεία τους να κρατήσουν απόσταση. Την επόμενη μέρα με καλούν στην Πρεσβεία της Τσεχοσλοβακίας για να μου ανακοινώσουν ότι η ορχήστρα πήρε την απόφαση να μη συνοδεύσει το βιεννέζικο μπαλέτο, εφόσον εξακολουθούσε να είναι σολίστας ο Νουρέγιεφ. Τους παρακάλεσα να αφήσουν να περάσει χωρίς επεισόδιο η παράσταση της ημέρας και να ανακοινώσουν την απόφασή τους την επομένη γιατί, ούτως ή άλλως, στην παράσταση εκείνη που θα ήταν και η τελευταία του μπαλέτου στο Ηρώδειο, δεν θα χόρευε ο Νουρέγιεφ αλλά ο πρώτος χορευτής του βιεννέζικου μπαλέτου.

Ο Νουρέγιεφ, πέρα από τη φήμη που είχε ως ιδανικός ερμηνευτής των ρομαντικών εραστών των κλασικών έργων, ήταν και θαυμάσιος χορευτής «κάρακτερ». Μπορούσε να χορέψει τον «Πετρούτσκα» το ίδιο ιδανικά όπως και τον πρίγκιπα στη «Λίμνη των Κύκνων». Κάποτε μου δόθηκε η ευκαιρία να θαυμάσω τον τρόπο που χόρεψε το μέρος του Μερκούτιο στο μπαλέτο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Έδωσε το σαρκαστικό χιούμορ του ανέμελου φίλου του Ρωμαίου με ένα τρόπο που δεν τον είχα δει στην ερμηνεία κανενός άλλου χορευτή…»

«Από τον σταθμό της Λυών (εκείνη την ημέρα ταξίδευα από Γενεύη για το Παρίσι) είχα πάει κατευθείαν στα γραφεία του Palais Garnier, όπου είχα να κλείσω δύο σημαντικές συμφωνίες: η μία αφορούσε την εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής της σχολής χορού της Κλοντ Μπέσσυ, η άλλη τη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Αθηνών του Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού.

Η ατμόσφαιρα που συνάντησα στα γραφεία της παρισινής όπερας ήταν φορτισμένη από τις πληροφορίες που κυκλοφορούσαν ότι ο Νουρέγιεφ βρισκόταν στα τελευταία του. Πήγα στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν τον τελευταίο καιρό –από την ημέρα, δηλαδή, που τον μετέφεραν άρον άρον από την Καραϊβική, όπου είχε πάει για να ξεκουραστεί μετά το ανέβασμα της «Μπαγιαντέρα». Στον διάδρομο έξω από τον θάλαμο βρήκα συγκεντρωμένους πολλούς από τους φίλους του Ρούντυ.

Όλοι τους ήταν σιωπηλοί και θλιμμένοι. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα. Και τότε ξεχώρισα το –τραγικά αγνώριστο από την αρρώστια– πρόσωπο του θρυλικού χορευτή, που τόσο πολύ αγαπήθηκε και χειροκροτήθηκε. Μου είπαν πως δεν αναγνώριζε πια κανέναν. Στην πραγματικότητα ήταν ήδη φευγάτος από τη ζωή. Ποιος μπορεί τάχατες να ξέρει αν μέσα στο κενό της θύμησής του δεν σχεδίαζε εκείνη τη στιγμή κάποιο καινούριο μπαλέτο; Το τέλος του Ρούντυ επήλθε σε λίγες ημέρες, όπως ακριβώς το περίμεναν όλοι όσοι γνώριζαν ότι η καλπάζουσα πορεία της αρρώστιας του είχε φθάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι»

Τσαρούχης – Νουρέγιεφ
Γράφει ο Αλέξης Σαββάκης

«Στο Παρίσι, λίγες μέρες μετά τις γιορτές, συναντήσαμε τον Πέρη Εμπειρίκο και πήγαμε στον Νουρέγιεφ. Χόρευε τη «Ραϊμόνδα». Μετά το τέλος, πήγαμε όλοι μαζί για φαγητό. «Θέλω να αγοράσω ένα έργο σας», είπε ο Νουρέγιεφ στον Γιάννη, «σαν αυτά που κάνετε με τα φτερά». «Θα πρέπει να κάνεις λίγη υπομονή και θα το λάβεις», απάντησε ο Τσαρούχης. «Πρέπει να έρθετε στο σπίτι μου, να δείτε τον χώρο. Το θέλω σε συγκεκριμένο μέγεθος. Θα μπει δίπλα σε γυμνά του Νταβίντ και του Ενγκρ». Στο σπίτι του Νουρέγιεφ πήγαμε και ξαναπήγαμε σε διάφορα δείπνα. Ένα βράδυ, ήρθε μαζί μας και η Ελένη Αρβελέρ, που είχε εκφράσει στον Πέρη Εμπειρίκο την επιθυμία να γνωρίσει τον Νουρέγιεφ. Το ίδιο βράδυ υπήρχε και μια άλλη έκπληξη εκεί. Η Ροζίτα Σώκου, που είχε έρθει με τον Νίκο Γεωργιάδη, σκηνογράφο του Νουρέγιεφ. Η Αρβελέρ, που τα παλάτια της Σορβόνης ήταν υπό την ηγεμονία της, είπε στον Νουρέγιεφ να χορέψει στη μεγάλη σάλα εκεί. Εκείνος αρνήθηκε»

Eλένη Χέλμη-Μαρκεζίνη:

«Με τον καιρό τον γνώρισα καλύτερα. Είχε καστανό αγέρωχο, υπερήφανο, διαπεραστικό βλέμμα, ενώ αν τύχαινε να σου χαμογελάσει, μία μικρή ουλή που μόλις διακρινόταν στο επάνω χείλος του, τον έκανε πιο γοητευτικό. Μου μιλούσε για την Ελλάδα που τόσο αγαπούσε και για τις συχνές του διακοπές στη Σπετσοπούλα με τον Σταύρο Νιάρχο, αλλά και την Κέρκυρα, όταν τον φιλοξενούσε ο άλλος καλός του φίλος Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας.

Παρτενέρ του τον καιρό εκείνο, ήταν η φίλη μου, από τα μαθήματα, Γκιζέλα Τσεκ. Με εκείνη, λίγα χρόνια μετά, χόρεψαν μαζί στο Ηρώδειο. Θυμάμαι, ακόμα, πως πήγαιναν νωρίς για τις πρόβες, πριν να πιάσει η μεγάλη ζέστη. Εκείνος στην μπάρα να κάνει τις ασκήσεις του, ντυμένος με τα χιλιοφορεμένα ρούχα της δουλειάς και τα φαγωμένα παπούτσια από τη μεγάλη χρήση. Δεν έδιδε καμιά προσοχή στην εμφάνισή του αυτές τις στιγμές. Συγκεντρωνόταν μόνον με μία απίθανη πειθαρχία στην άσκηση. Η καημένη Γκιζέλα, πάλι, αγανακτούσε μαζί του, διότι κουρασμένος πια, βαριόταν να κάνουν και τα pas de deux τους, και τις πρόβες της, και την άφηνε μόνη.

Συνηθισμένος εκείνος στο Ηρώδειο δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, ενώ εκείνη πρώτη φορά σε ανοιχτό χώρο και με ζέστη έχανε την ανάσα της. Τα πόδια του, όμως, ήταν πάντα πληγωμένα. Ματωμένα δάκτυλα, πληγές τυλιγμένες με επιδέσμους κάτω από τα παπουτσάκια του χορού που δείχνουν πόδια τόσο ανάλαφρα και ξεκούραστα. Έκανα χρόνια να τον δω ξανά. Είχε πια μεγαλώσει, άρρωστος με AIDS και μη μπορώντας ίσως να συνηθίσει τη ζωή εκτός σκηνής, ήλθε πάλι στην Ελλάδα»

«Είχαν περάσει κάπου 10 χρόνια από εκείνη την παράσταση του 1981. Είχε μείνει ο μισός του εαυτός. Χλωμός, κουρασμένος, με λίγες μόνον αραιές τούφες, από τα πλούσια άλλοτε μαλλιά του, ανέβηκε στο podium, αυτήν τη φορά για να διευθύνει (1991). Δεν μπορούσε πια να χορέψει. Αλλά και που στεκόταν, φαινόταν τόσο κουρασμένος. Με τον Γιώργο, βλέποντας τη διαφορά, στεναχωρηθήκαμε πολύ. Το Ηρώδειο δεν ήταν γεμάτο, τα χειροκροτήματα ήταν χλιαρά και σε τίποτα δεν θύμιζε τον ενθουσιασμό άλλων χρόνων. Πήγαμε στα παρασκήνια. Το άλλοτε αγέρωχο βλέμμα, που τόσο με είχε εντυπωσιάσει, ήταν κουρασμένο. Το ωραίο, δυνατό σώμα είχε συρρικνωθεί κάπως.

Ηταν ένας καλλιτέχνης που έκανε λαμπρή καριέρα και έξαλλη ζωή. Χορευτές υπήρξαν πολλοί και πριν και μετά από αυτόν. Ο Νουρέγιεφ, όμως, άγγιζε την τελειότητα. Θα μπορούσε, ίσως να τον συγκρίνει κανείς μόνο με τον σπουδαίο συμπατριώτη του Βάτσλαφ Νιζίνσκι, που και εκείνος διέπρεψε στα μέσα του 20ού αιώνα με τα ρωσικά μπαλέτα του Monte Carlo του Ντιαγκίλεφ. Και οι δύο αυτοί Ρώσοι είχαν κατά κάποιον τρόπο παράλληλες ζωές. Για τον Νιζίνσκι, μάλιστα, ελέγετο, ότι στα πέλματά του υπήρχε ένα επιπλέον κόκκαλο σαν πουλιού, που τον έκανε έτσι σχεδόν να πετάει»

Εμυ Πανάγου – Δημοσιογράφος:

«Μόνιμος θεατής του Ηρωδείου, παρέα με τους γιους και τους φίλους του, στις εμφανίσεις του Νουρέγιεφ, ο Σταύρος Νιάρχος. Ο Έλληνας εφοπλιστής φιλοξενούσε πάντα τον διάσημο χορευτή στο νησί του, τη Σπετσοπούλα, και δεν δίσταζε μάλιστα στις συναντήσεις τους να τον φιλάει με πάθος στο στόμα σε κοινή θέα».

«Ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1960, έως τον θάνατό του, σχεδόν επί τριάντα χρόνια, δεν παρέλειπε να έρχεται στη χώρα μας κάθε καλοκαίρι. Και όχι μόνο για παραστάσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών. Τα πρώτα χρόνια εμφανιζόταν ως παρτενέρ της Μαργκότ Φοντέιν, και όταν εκείνη σταμάτησε να χορεύει, ακολούθησε τη δική του εκθαμβωτική πορεία. Αυτόν τον αίλουρο της χορευτικής σκηνής τον θυμάμαι να εκτινάσσεται από την αριστερή πύλη του Ηρωδείου και να φθάνει με μια κίνηση στο κέντρο, διαγράφοντας ένα ανθρώπινο ουράνιο τόξο. Δεν ξέρω πώς ήταν στις ιδιωτικές στιγμές του ο Ρούντυ, μπορεί να ήταν και νάρκισσος, όπως έλεγαν.

Γιατί όχι! Ποιος δεν θα τον συγχωρούσε! Αλλά ποτέ μπροστά μας δεν χρησιμοποίησε τη φήμη του για να μας εντυπωσιάσει. Απεναντίας, είχες την αίσθηση πως βρίσκεσαι πλάι σε ένα ντροπαλό παιδί, που λίγο ακόμη και θα ζητούσε την προστασία και τη φροντίδα σου. Μιλούσε με νοσταλγία για την πατρίδα του, και τα Μπαλέτα Κίροφ, που εγκατέλειψε τη μέρα της απόδρασής του στη Δύση. «Ελπίζω κάποτε να μπορέσω να χορέψω στη Ρωσία», έλεγε και διέκρινες κάποια πικρία στο ύφος του. Η μέρα που η Ρωσία θα μπορούσε να δεχθεί τον Ρούντυ ξανά στην αγκαλιά της ήρθε όταν για κείνον ήταν πλέον αργά».

«Τον πρόλαβε το AIDS, για να επιβεβαιώσει τον κανόνα της τραγικής μοίρας των μυθικών προσώπων. Κάποια φορά ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1981, ο τρομερός Τάταρος ξεσπάθωσε στη συνέντευξη Τύπου εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης: «Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι στη Σοβιετική Ένωση έγινα χορευτής. Η Δύση με έκανε χορευτή και μου έδωσε την ευκαιρία να πολλαπλασιάσω αυτό που είχα μέσα μου. Εκεί δεν θα γινόμουν ποτέ τίποτα. Λέτε ότι έφυγα από τη Σοβιετική Ένωση γιατί στη Δύση υπάρχει το περίφημο “σταρ σίστεμ”. Απεναντίας, το “σταρ σίστεμ” για τους χορευτές το ανακάλυψε πρώτη η Ρωσία, με την Ουλάνοβα και την Πάβλοβα. Στη Ρωσία δεν θα μπορούσα να χορέψω ό,τι ήθελα»

Ρούντολφ Ντουρέγιεφ – O άνθρωπος πίσω από τον μύθο

O Ρουντόλφ Χαμέτοβιτς Νουρέγιεφ (17 Μαρτίου 1938 – 6 Ιανουαρίου 1993) ήταν ταταρικής καταγωγής Ρώσος χορευτής και χορογράφος, εκ των κορυφαίων του 20ού αιώνα στο κλασικό μπαλέτο. Ο Νουρέγιεφ γεννήθηκε σε ένα βαγόνι της υπερσιβηρικής αμαξοστοιχίας κοντά στην πόλη Ιρκούτσκ, και ενώ η μητέρα του βρισκόταν καθ’οδόν προς το Βλαδιβοστόκ, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του στον Κόκκινο Στρατό. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της μουσουλμανικής στο θρήσκευμα οικογένειάς του (είχε τρεις μεγαλύτερες αδελφές). Μεγάλωσε κοντά στην πόλη Ουφά, στη Δημοκρατία του Μπασκορτοστάν. Ξεκίνησε την καριέρα του από τα διάσημα Μπαλέτα Κίροφ το 1958, αφού πρώτα σπούδασε στην Ακαδημία Βαγκάνοβα της Αγίας Πετρούπολης, έχοντας γίνει δεκτός το 1955 σε ηλικία 17 ετών.

Σύντομα αναδύθηκε η τεχνική, η αρμονία και το ταλέντο του, κάτι που συνέτεινε ώστε να γίνει πρωταγωνιστής στους περισσότερους βασικούς ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου. Ο πατέρας του είχε αντίρρηση στο να γίνει χορευτής. Ο ίδιος περιέγραψε τη ζωή του στο φτωχικό σπίτι των νεανικών του χρόνων, όπου υπήρχε μόνον ένα δωμάτιο για μια εξαμελή οικογένεια: Όποιος ήθελε να πάει στην τουαλέτα περπατούσε ώς την άκρη του δρόμου και επειδή ποτέ δεν είχαμε χρήματα, τις πιο πολλές φορές πηγαίναμε ξυπόλητοι. Δεν είχα ούτε δικά μου ρούχα να φορέσω και για να βγω στον δρόμο ντυνόμουν με τα ρούχα των τριών αδελφών μου.

Το 1961 στο Παρίσι, σε μια περιοδεία των Μπαλέτων Κίροφ του Λένινγκραντ, ο 23χρονος τότε Ρούντολφ Νουρέγιεφ, που ήταν πρώτος χορευτής των μπαλέτων, ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Γαλλία, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει με τον θίασο για την Αγγλία. Η ιστορία, με γαργαλιστικές λεπτομέρειες που αφορούσαν την ερωτική ζωή του Νουρέγιεφ, απασχόλησε επί μακρόν τον Τύπο της εποχής.

Την απόφαση, πάντως, την πήρε ο Ρώσος χορευτής στο αεροδρόμιο Λε Μπουρζέ (Παρίσι), όταν τον πλησίασαν δύο πράκτορες της υπηρεσίας πληροφοριών KGB, της οποίας στο μεταξύ είχε γίνει στόχος, και του ζήτησαν να επιστρέψει στη Μόσχα. Εκείνος κάλεσε σε βοήθεια τους Γάλλους αστυνομικούς και οδηγήθηκε στο γαλλικό Υπουργείο Εσωτερικών. Έκτοτε έγινε ανεπιθύμητος στη Σοβιετική Ένωση και του απαγορεύθηκε η είσοδος στη χώρα. Κάτι που άρθηκε 28 χρόνια αργότερα (1989), όταν με προσωπική παρέμβαση του τότε ηγέτη της χώρας, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, του επετράπη η είσοδος προκειμένου να παρευρεθεί στην κηδεία της μητέρας του»

Ο Νουρέγιεφ ήταν ομοφυλόφιλος και ουδέποτε έκρυψε το σεξουαλικό του προσανατολισμό. Η ζωή του, πέρα από τη λάμψη, συνοδεύτηκε και από ιστορίες γεμάτες έρωτα, σεξ και σκάνδαλα»

«Συνδέθηκε ερωτικά με τον Δανό χορευτή Έρικ Μπρουν, ο οποίος υπήρξε ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του. Ανάμεσα στις συναναστροφές του υπήρξαν πολλά ονόματα του ευρύτερου καλλιτεχνικού χώρου, αλλά και του διεθνούς “τζετ σετ”. Το 1961 δεν δίστασε να φωτογραφηθεί γυμνός στο Παρίσι.
Προσβλήθηκε από τον ιό του HIV και πέθανε από AIDS στις 6 Ιανουαρίου 1993, σε ηλικία 55 ετών. Τάφηκε στο Παρίσι.