search icon

Δημήτρης Μαρκόπουλος

Εθελόδουλοι

Γράφει ο Δημήτρης Μαρκόπουλος περί «εθνικής αποχαύνωσης»

Ανήκω στη γενιά της μεταπολίτευσης. Κάπου στα 40 plus, είμαστε εκείνοι που γεννηθήκαμε λίγο πριν ή λίγο μετά την πτώση της χούντας. Μεγαλώσαμε με τις παραστάσεις της ήττας στην Κύπρο, της τραυματικής δηλαδή απώλειας ελληνικού εδάφους από την Τουρκία. Μαθητές ακόμα στη δεκαετία του ’80, παρακολουθούσαμε τα ασπρόμαυρα ντοκιμαντέρ με την εθνική αυτή τραγωδία.

Στη συνέχεια προέκυψε το «Μακεδονικό πρόβλημα». Ένα ακόμα εθνικό αγκάθι στα πλευρά μιας Ελλάδας βαθιά υπνωτισμένης από τον καταναλωτισμό στα 90s.

Κάπου στα 20 μας χρόνια (κάποιοι το έζησαν κι ως εμπειρία στη στρατιωτική τους θητεία), προστέθηκαν τα Ίμια. Επρόκειτο για μία ακόμα ήττα. Πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί η αναγκαστική υποστολή σημαίας εντός εθνικού χώρου; Μετά ακολούθησαν οι «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο για να μάθουμε πως οι Τούρκοι διεκδικούν καμιά 20αριά νησιά μας, μεταξύ των οποίων και το …Καστελόριζο. Πάλι καλά που δεν αμφισβητούν την Αίγινα…

Ποιος ο λόγος όμως αυτής της εθνικής αποχαύνωσης; Αυτής της απλής παρακολούθησης των γεγονότων και της παθητικής αποδοχής αρνητικών τετελεσμένων; Γιατί από ένα ετοιμοπόλεμο έθνος, εξελισσόμαστε σε έναν λαό φοβικό; Πως μετατραπήκαμε μέσα σε 70 χρόνια (από το έπος του ’40) σε πολίτες που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η στενά προσωπική …ζωούλα τους, η μικροαστική βολή κι όχι η ασφάλεια του Κράτους;

Ήδη από τα φιλειρηνικά Κινήματα των 60s αλλά κυρίαρχα από την πτώση της χούντας κι έπειτα, στην Ελλάδα καλλιεργήθηκε μια κουλτούρα ήττας. Οποιοσδήποτε τολμούσε να μιλήσει «πατριωτικά» αντιμετωπιζόταν ως οπισθοδρομικός ή γραφικός. Ως «εθνικιστής» και «νοσταλγός της επταετίας». Η σημαία στα μπαλκόνια ήταν δείγμα «συντήρησης». Η αναφορά στις ένοπλες δυνάμεις θεωρήθηκε ύποπτη. Προοδευτικός ήταν εκείνος ο οποίος σνομπάριζε τον στρατό, όσοι ασκούσαν κριτική κατά του «μιλιταρισμού» και in χαρακτηρίζονταν εκείνοι που γλίτωναν με τρελόχαρτα τη στράτευση. Μάλιστα κάποιοι εξ αυτών αργότερα αναδείχθηκαν ως «εθνικοί κωμικοί» ασκώντας σάτιρα και προπαγάνδα. Αντιθέτως, η ύψιστη τιμή για κάθε Έλληνα πολίτη, η στράτευση, θεωρήθηκε «αγγαρεία». Κάτι περιττό. Ένας «βραχνάς». Η κουλτούρα της προσφοράς στην πατρίδα λοιδορήθηκε.

Σύντομα αυτή η κατάσταση οδήγησε σε αυτό που σήμερα προσπαθούν κάποιοι με το ζόρι να μας επιβάλλουν. Στην βάπτιση ως «ρεαλισμού» ή ως «πολιτικής στάσης» της αδυναμίας μας ως έθνους. «Τρελοί» και «στρατόκαβλοι» είναι όσοι δεν θέλουν να χαρίσουν τα εθνικά δίκαια, «σώφρονες», «ψύχραιμοι» και «λογικοί» όσοι διαρκώς υποχωρούν στο όνομα ενός δήθεν political correct καθωσπρεπισμού και ρεαλισμού.

Σε μια χώρα όμως που εντός των τελευταίων 100 περίπου ετών απώλεσε τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, της Αιγύπτου, της βορείου Ηπείρου, σε μια Ελλάδα που εγκατέλειψε τους Ρωμιούς της Πόλης και από 100.000 στα 60s, σήμερα φθάνουν με τα βίας τους 3.000, το να μιλάμε πλέον για «λύση του Σκοπιανού προβλήματος» με σύνθετη ονομασία, σημαίνει μια ακόμη υποχώρηση. Έναν ακόμα επώδυνο και εθνικά επιζήμιο συμβιβασμό. Πολύ απλά μιλάμε για κάτι που έχουμε μάθει πολύ καλά αυτά τα χρόνια. Για μια ακόμα ΗΤΤΑ.

Κάποιοι θα βιαστούν και θα χαρακτηρίσουν τις παραπάνω γραμμές προϊόν «εθνικισμού» ή άσκησης κριτικής από τα …Δεξιά. Άλλοι θα μιλήσουν έως και για «ακροδεξιό παραλήρημα». Είναι όμως ακραίο το να μιλάς για την ανάγκη η χώρα σου να μην ηττάται διπλωματικά διαρκώς; Είναι παράλογο το να υπερασπίζεσαι την ιστορία, τα σύνορα ή τη σημαία σου; Κι αν εμείς ως Έλληνες που ενστερνιζόμαστε τα παραπάνω είμαστε οπισθοδρομικοί, είναι άραγε το ίδιο οι Ισπανοί που υπερασπίστηκαν τη σημαία και την ενότητα τους απέναντι στους ακραίους εθνικιστές Καταλανούς ή οι Ουκρανοί που πάλεψαν κατά των Ρώσων για την Κριμαία (και τούμπαλιν); Οι Ισραηλινοί που έχουν μακροχρόνια εκκρεμότητα με τους Άραβες ή οι Πολωνοί που εξοπλίζονται για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο προς Δύση και Ανατολή είναι παρανοϊκοί;

Στους εθελόδουλους λοιπόν που ετοιμάζονται για μια ακόμα εθνική υποχώρηση, εμείς προτείνουμε κάτι διαφορετικό. Λέμε πως ήλθε η ώρα η χώρα να θωρακιστεί και να αποκτήσει νέο αμυντικό δόγμα. Να εκσυγχρονίσει επί της ουσίας την άμυνα της, να αναβαθμίσει τη διπλωματία και τις εξωτερικές σχέσεις της, να βρει συμμάχους, να ξεχάσει τις μίζες στα ζητήματα εθνικής άμυνας και να σοβαρευτεί. Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία οφείλει να ανοίξει τα μάτια, να καινοτομήσει και να βρει επαφές με ισχυρές χώρες στον τομέα αυτό. Πρέπει επίσης να δημιουργήσουμε ένα νέο εθνικό φρόνημα. Να καταλάβει ο Έλληνας ότι έχει δυναμική και ότι δεν είναι ένας λαός – παρίας στην άκρη των Βαλκανίων. Όλα αυτά ονομάζονται «εθνικός δυναμισμός», ως απάντηση στην κακομοιριά ετών κι ετών.

Exit mobile version