Μιλούσαμε την προηγούμενη εβδομάδα για τη «σύγκρουση» μεταξύ των -δικαιολογημένων- παραπόνων και αιτημάτων των Ευρωπαίων αγροτών και την -αδήριτη- ανάγκη να τεθεί σε εφαρμογή χωρίς καθυστερήσεις και «εκπτώσεις» η «πράσινη μετάβαση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι το μόνο παράδειγμα, όχι ακριβώς αντικρουόμενων συμφερόντων ή απόψεων, αλλά διαφορετικών οπτικών γωνιών και των αντίστοιχων πολιτικών επιλογών, που γεννούν όλα τα μεγάλα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται, εξ ορισμού, η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ένα άλλο παράδειγμα, κι ένα εξίσου δύσκολο δίλημμα, συνδέεται με τη στάση έναντι της τεχνητής νοημοσύνης.
Σε πολύ πρόσφατη δημόσια τοποθέτησή της, η Επίτροπος Έρευνας και Καινοτομίας Iliana Ivanova εξέφρασε, σωστά από την πλευρά της, ανησυχία για την καθυστέρηση της Ένωσης στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και ειδικά της χρήσης της για την ανακάλυψη και αξιοποίηση εξελιγμένων μεθόδων για την κατασκευή σειράς σημαντικών προϊόντων, όπως οι μπαταρίες, οι υπολογιστές, τα ηλεκτρικά σώματα, οι ηλιακού συλλέκτες και πολλά άλλα. Ελλείψει παραγωγής τέτοιων καινοτομικών προϊόντων από την ίδια την Ένωση, δηλαδή τις χώρες της Ένωσης κατά μόνας ή σε συνεργασία, δημιουργείται αφενός υπερβολική εξάρτηση από τη μεγάλη δύναμη παραγωγής στον συγκεκριμένο τομέα, την Κίνα, και αφετέρου προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα που οδηγεί αυτά τα προϊόντα στα χέρια ή στα σπίτια των Ευρωπαίων πολιτών. Κανείς δεν θα ήθελε ό,τι έπαθε η Ένωση στον τομέα της ενέργειας και την εξάρτηση από τη Ρωσία, να επαναληφθεί στον τεχνολογικό εκείνον τομέα που θα καθορίσει -καθορίζει, στην πραγματικότητα, ήδη- τη ζωή όλων μας. Έχει δίκιο, συνεπώς, η Επίτροπος να ζητά άρση εμποδίων, μεγαλύτερη ταχύτητα, ώθηση στην καινοτομία made in Europe κ.λπ.
Από την άλλη, τις ίδιες σχεδόν ημέρες που η ίδια έδινε, εκ μέρους της Επιτροπής, αυτόν τον τόνο, τα κράτη-μέλη της Ένωσης, εντός του Συμβουλίου, αλλά και πάλι βάσει πρότασης της Επιτροπής, συμφωνούσαν και προωθούσαν για έγκριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια σημαντικότατη νομοθετική πράξη για την τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή για έλεγχο και ρύθμιση, όσο γίνεται, της χρήσης της. Δικαίως, και εδώ, αυτοεπαινέθηκαν οι ηγέτες και οι αξιωματούχοι της Ένωσης για «πρωτοποριακή ρύθμιση», που προσπαθεί να χαλιναγωγήσει το «συστημικό κίνδυνο», σε μια σειρά πεδίων που αγγίζουν τη ζωή και τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών. Η Ένωση υπήρξε ήδη πρωτοπόρος στο -επιτυχημένο, σε γενικές γραμμές- πείραμα «χαλιναγώγησης» της χρήσης προσωπικών δεδομένων, μέσω του Κανονισμού GDPR, καθώς και της λιγότερο επιτυχημένης -βρίσκεται βέβαια ακόμα στα σπάργανα- αντίστοιχης προσπάθειας στο χώρο λειτουργίας των «τεχνολογικών γιγάντων». «Μην μας λέτε ότι τουλάχιστον δεν προσπαθούμε στα δύσκολα και ακανθώδη μέτωπα της ανθρωπότητας», είναι σαν να λέει η Ένωση μέσα από όλες αυτές τις –πρωτοποριακές αλλά αναγκαστικά ατελείς- πρωτοβουλίες.
Πώς όμως θα συνυπάρξουν και θα συμβαδίσουν και οι δυο στόχοι; Πώς θα εναρμονιστεί και, κυρίως, πώς θα οδηγήσει σε ικανοποιητικό αποτέλεσμα, ο έλεγχος, που, ειδικά στο χώρο της τεχνολογίας, σημαίνει καθυστέρηση, εγκρίσεις, γραφειοκρατία, γνωστοποιήσεις, απώλεια ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, με τη δημιουργία ευρωπαϊκής «βιομηχανίας» για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία και ανάπτυξη; Μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου -και είναι σε κάποιο βαθμό.
Σε σχέση με τους βασικούς τεχνολογικούς και οικονομικούς «ανταγωνιστές» της, τις ΗΠΑ και την Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο αργή, πιο προσκολλημένη στο νόμο και στα δικαιώματα, λιγότερο δοσμένη στο κέρδος και στην Αγορά. Είναι όμως κι εκείνη που προσφέρει, ως τώρα τουλάχιστον, το καλύτερο επίπεδο ζωής και τη μεγαλύτερη προστασία στους κατοίκους της. Η κρίσιμη, σε κάθε πεδίο, ευρωπαϊκή έννοια είναι η ισορροπία –κι έτσι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μείνει, ακόμα και μέσα από τα πιο δύσκολα διλήμματα.