search icon

Κώστας Μελάς

Οι δυσκολίες για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ

Παρά το ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας για το 2019 θα ξεπεράσει το 2,0% και για το 2020 εκτιμάται ότι θα κυμανθεί περί το 2,5%, δεν θα πρέπει να αποφευχθεί η υπογράμμιση των υπαρκτών δυσκολιών στους τρεις βασικούς πυλώνες της μεγεθυντικής διαδικασίας του ελληνικού ΑΕΠ (εξαγωγές - επενδύσεις - ιδιωτική κατανάλωση)

Συγκεκριμένα:

1. Οι συνολικές εξαγωγές αγαθών, το 2019, αυξήθηκαν μόλις κατά 1,0% έναντι 16,0% την αντίστοιχη περίοδο του 2018. Χωρίς καύσιμα η αύξηση ήταν 4,7% έναντι 11,0% αντίστοιχα. Παρότι οι ελληνικές εξαγωγές συνεχίζουν να κερδίζουν μερίδια στις ξένες αγορές, διατηρείται δηλαδή η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές των ελληνικών εξαγώγιμων αγαθών (ο μέσος δείκτης περιόδου της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας – έτος βάσης 2010=100) παρουσιάζεται μειωμένος το πρώτο εννεάμηνο του 2019 με τιμή 82,0 έναντι 83,2 στο σύνολο του 2018), εντούτοις παρατηρείται μια επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των ελληνικών εξαγωγών. Οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην αντίστοιχη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και στη βιομηχανική ύφεση στην Ε.Ε. που συμπαρασύρει τις βασικές εξαγωγικές μας αγορές (Γερμανία, Ιταλία, Τουρκία κ.λπ.). Η επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης περιορίζει σημαντικά τον ρόλο των εξαγωγών αγαθών ως σημαντικού παράγοντα της οικονομικής μεγέθυνσης. Αντίθετα οι εξαγωγές υπηρεσιών (τουρισμός – μεταφορές) διατηρούν τη δυναμική τους, για την ώρα, με ετήσια άνοδο 9,2% έναντι 8,5% το αντίστοιχο διάστημα του 2018. Οι αναταραχές που πυκνώνουν στην Ευρώπη και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου θέτουν ένα ερωτηματικό για τις μελλοντικές εξελίξεις.

2. Παρά τις σημαντικές αλλαγές στο θεσμικό και επιχειρηματικό περιβάλλον που ακολούθησαν την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια, την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική αμφοτέρων των δύο τελευταίων κυβερνήσεων, οι παραγωγικές επενδύσεις δεν δείχνουν σημάδια σημαντικής ανάκαμψης. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (αλυσωτοί δείκτες όγκου), το α’ τρίμηνο του 2019 παρουσίασαν αύξηση 11,1%, το β’ τρίμηνο μείωση κατά 4,3%, ενώ το γ’ τρίμηνο ασήμαντη άνοδο 1,6%, παρά την πολύ χαμηλή βάση του αντίστοιχου τριμήνου του 2018 (-22,5%). Παρά τις ρητορείες των πολιτικών κομμάτων και των θεσμικών οργάνων των επιχειρηματιών (προεξαρχόντως του ΣΕΒ) για την ανάγκη μείωσης της απόστασης από τις χώρες της Ευρωζώνης, αυτή μεγάλωσε ακόμη περισσότερο τη διετία 2017-2018. Συνολικά, τα 10 τελευταία τρίμηνα η μέση αύξηση του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) στην Ελλάδα ήταν μηδενική, ενώ αντίστοιχα στην Ευρωζώνη 3,0%. Παράλληλα και τα ποιοτικά στοιχεία των επενδύσεων στην Ελλάδα την ίδια περίοδο δεν είναι αυτά που θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν κάποια αλλαγή στο υφιστάμενο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά προς αυτή την κατεύθυνση, δεδομένου ότι στο σύνολο των επενδύσεων το εννεάμηνο του 2019 οι επενδύσεις σε κατοικίες παρουσιάζουν 10 φορές ταχύτερη αύξηση έναντι του συνόλου.

3. Η ιδιωτική κατανάλωση το εννεάμηνο του 2019 αυξήθηκε μόνο κατά 0,2% σε ετήσια βάση, έναντι 1,0% του αντίστοιχου διαστήματος το 2018, παρά την αύξηση της απασχόλησης, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, την αύξηση του κατώτατου μισθού, την κατάργηση του υποκατώτατου, συνεισφέροντας όλα μαζί στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος κατά 4,7% [στην αύξηση αυτή συνέβαλαν κυρίως οι αμοιβές των μισθωτών (+2,7 π.μ.) και οι συντάξεις (+1,1 π.μ.)].

Η αδυναμία της κατανάλωσης να ακολουθήσει την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος οφείλεται κυρίως στις υψηλές υποχρεώσεις των νοικοκυριών και στις ρυθμίσεις οφειλών όσων εξ αυτών δεν εξυπηρετούνται υπό την πίεση των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών. Η εν λόγω εξέλιξη αντανακλάται στη μείωση -σε απόλυτους όρους- του αρνητικού ρυθμού αποταμίευσης των νοικοκυριών απομειώνοντας έτσι το ποσοστό αρνητικής αποταμίευσης σε -2,6% στο εννεάμηνο του 2019 έναντι -6,6% στο εννεάμηνο του 2018. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ιδιωτική κατανάλωση είναι και θα παραμείνει τουλάχιστον και το 2020 δέσμια του βάρους ανειλημμένων χρεών και συνεπώς είναι πιθανό να μην μπορεί να επιδράσει με την προσδοκώμενη επεκτατική συνεισφορά της στην ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας.

4. Παράλληλα υπάρχουν οι εξελίξεις σε δύο μεγέθη που χρειάζεται να ληφθούν υπόψη: α) Η αύξηση της απασχόλησης των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα έχει αρχίσει να επιβραδύνεται. Η τάση αυτή, αν δεν αντιστραφεί πρωταρχικά με αύξηση της επενδυτικής δαπάνης, θα αρχίσει να επηρεάζει αρνητικά την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος το 2020.

Σημειώνεται ότι οι καθαρές προσλήψεις αυξήθηκαν κατά 127,6 χιλ. το 2019, επιβραδυνόμενες σε σχέση με το 2018, όταν είχαν αυξηθεί κατά 141 χιλ. Μάλιστα, ακόμη και ο τουρισμός εμφανίζει επιβράδυνση στις καθαρές προσλήψεις (κατά -3% ή -0,9 χιλ., ενώ στην υπόλοιπη οικονομία η τάση είναι εντονότερη (κατά -11,1% ή -12,4 χιλ.). β) Η συνεχιζόμενη αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών: το εννεάμηνο 2019 ανήλθε σε 17.468,8 εκατ. ευρώ έναντι 16.577,0 την αντίστοιχη περίοδο του 2018.

Exit mobile version