Η συμφωνία για την οποία έχει γίνει τόση μάχη έχει μέγιστη σημασία γιατί μπορεί να εξασφαλίσει μια ανάσα από τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος αλλά και μια αναδιάρθρωση του χρέους στη συνέχεια, η οποία μπορεί να φτάσει τα 7-8 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Γι’ αυτό και η επίπονη προσπάθεια αλλά και το ρίσκο.
Αξίζει, όμως, να δούμε μια ακτινογραφία της γερμανικής πλευράς από τον Χένρι Κίσινγκερ στο βιβλίο «Παγκόσμια Τάξη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη. Από την εποχή της Συνθήκης της Βεστφαλίας, όπως αναφέρεται, η ισορροπία στην Κεντρική Ευρώπη βασιζόταν στη Γαλλία, η οποία είχε στόχο να αποτρέψει τη δημιουργία της ενωμένης Γερμανίας.
Η Συνθήκη των Βερσαλλιών στη συνέχεια και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο άφησε χώρο στη Γερμανία. Ετσι, η Γερμανία δεν δεσμευόταν ηθικά, ούτε βρισκόταν αντιμέτωπη με μια σαφή ισορροπία δυνάμεων που θα απέτρεπε νέες προκλήσεις από μέρους της. Η τάξη που είχε προκύψει, λοιπόν, αδυνατούσε να ανασχέσει τον γερμανικό ρεβιζιονισμό. Από τη στιγμή που η Γερμανία θα άρχιζε να αμφισβητεί τη συνθήκη, οι όροι που αυτός προέβλεπε θα μπορούσαν να εφαρμοστούν μόνο με την ανελέητη παρέμβαση των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων ή με τη μόνιμη εμπλοκή της Αμερικής στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Τίποτα από τα δύο, όμως, δεν επρόκειτο να συμβεί.
Τι λέει, άραγε, ο μεγάλος Αμερικανός πολιτικός για το σήμερα; Η ενοποίηση της Γερμανίας μετέβαλε τις ισορροπίες στην Ευρώπη και το ενιαίο νόμισμα εξασφάλισε έναν βαθμό ενότητας που η Ευρώπη είχε να ζήσει από την εποχή της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Ενωση, όμως, περιορίζει την κυριαρχία των κρατών-μελών και τις παραδοσιακές κυβερνητικές λειτουργίες, όπως τον έλεγχο του νομίσματος και των συνόρων τους. Από την άλλη, η άσκηση πολιτικής στο πλαίσιο της Ευρώπης παραμένει σε μεγάλο βαθμό εθνική υπόθεση. Οι αντιρρήσεις, μάλιστα, από πολλές χώρες για την πολιτική που ασκεί η Ε.Ε. έχουν καταστεί κεντρικό ζήτημα του εσωτερικού πολιτικού διαλόγου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα υβρίδιο, που βρίσκεται θεσμικά κάπου ανάμεσα σε κράτος και συνομοσπονδία και λειτουργεί μέσω των υπουργικών διασκέψεων θυμίζοντας περισσότερο την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επιδιώκει τη νομισματική ένωση την ώρα που συντηρεί παράλληλα τον οικονομικό κατακερματισμό. Ειδικά σε περιπτώσεις κρίσεων όπως αυτή που ξέσπασε το 2009 οι ευρωπαϊκές δομές ωθούνται σε ολοένα πιο παρεμβατικά έκτακτα μέτρα για να επιβιώσουν. Οταν όμως οι λαοί καλούνται να υποστούν θυσίες στο όνομα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεν είναι πάντα σαφείς οι λόγοι για τους οποίους οφείλουν να ανταποκριθούν στις απορρέουσες υποχρεώσεις.
To ευρωπαϊκό «κοινωνικό μοντέλο» εξαρτάται από τη δυναμική των αγορών απέναντι στις οποίες, όμως, εξακολουθεί να δυσφορεί. Οι πολιτικές της Ε.Ε. δίνουν έμφαση στις αρχές της ανεκτικότητας και της ένταξης, την ώρα που οι εσωτερικές πολιτικές των κρατών-μελών καθορίζονται από τον φόβο της εισροής μεγάλου αριθμού μη Ευρωπαίων. Η έκδοση καταλήγει: «Η Ευρώπη εκδηλώνει εσωστρέφεια την ώρα που η προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της παγκόσμιας τάξης που η ίδια σχεδίασε απειλείται, αφήνοντας μετέωρο το ευρωπαϊκό εγχείρημα». Με αυτήν την Ευρώπη διαπραγματευόμαστε και όλα αυτά τα λέει ο Χένρι Κίσινγκερ.