search icon

Γνώμες

Τι ξέρουν οι Ελληνες και δεν επενδύουν στην Ελλάδα;

Εάν λοιπόν θέλουμε να έχουμε μια πολιτική βιώσιμης μακροπρόθεσμα ανάπτυξης χρειάζεται να αλλάξουμε πολλά και να διαμορφώσουμε ένα φιλικό για τις επιχειρήσεις -και όχι μόνο για τις επενδύσεις των funds- περιβάλλον

Οι ανακοινώσεις Μητσοτάκη για την ενίσχυση των πορτοφολιών όλων των νοικοκυριών μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού και του αφορολογήτου βελτιώνουν σημαντικά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και τους βοηθούν να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια. Σε αντίθεση με τα επιδόματα που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα για εισοδηματικές ενισχύσεις, αυτά τα μέτρα είναι μόνιμα και ενισχύουν παράλληλα και τη διάθεση για εργασία, η οποία είχε υποχωρήσει σε πρωτοφανώς χαμηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια. Η ενίσχυση των εισοδημάτων μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της οικονομίας και στη βελτίωση της αγοράς εργασίας.

Δημοσιονομικά η δυνατότητα υπάρχει και δεν δημιουργείται πρόβλημα. Αυτό που πρέπει όμως να γίνει παράλληλα είναι η ταχύτερη μείωση του κόστους για τις επιχειρήσεις, αφού με την αύξηση των μισθών αυξάνονται και τα επιπλέον ποσά για ασφαλιστικές εισφορές και φόρους που επιβαρύνουν τους μισθούς. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα έχουν αύξηση του κόστους τους εξαιτίας των αυξήσεων και αυτό δημιουργεί πράγματι πρόβλημα στην οικονομία.

Οσον αφορά στο συνολικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, δυστυχώς παραμένει διότι σχετίζεται με τη δομή της. Είναι μια οικονομία χωρίς παραγωγική βάση που στηρίζεται στις εισαγωγές. Κάθε μονάδα ανάπτυξης που κερδίζουμε, τη χάνουμε από το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, το οποίο παρουσιάζει τεράστιο και διευρυνόμενο έλλειμμα. Φεύγουν δηλαδή τα λεφτά από τη χώρα για εισαγωγές επειδή εισάγουμε τα πάντα. Από πρώτες ύλες και γεωργικά προϊόντα μέχρι ανταλλακτικά, συσκευές, τα πάντα. Δεν παράγουμε και γι’ αυτό εισάγουμε. Και μπορεί όλοι να αντιδρούν όταν μιλάμε για παραγωγή, λέγοντας ότι είμαστε χώρα παροχής υπηρεσιών -που πράγματι είμαστε-, αλλά τότε μοιάζει παράλογη η διεκδίκηση ξένων επενδύσεων.

Καλούμε τους ξένους επιχειρηματίες να επενδύσουν εδώ, αλλά δεν επενδύουν οι Ελληνες. Και είναι λογικό, αν κάποιος ξένος θελήσει να επενδύσει στην Ελλάδα να ρωτήσει: γιατί να επενδύσω εγώ αφού δεν επενδύουν οι Ελληνες; Μήπως ξέρουν κάτι που εγώ δεν το ξέρω; Και πράγματι οι Ελληνες ξέρουν ότι θα τους τρελάνει η γραφειοκρατία, ότι θα μπλέξουν με την Πολεοδομία, την Αρχαιολογία, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, ότι αν μπλέξουν με τη Δικαιοσύνη θα ξεμπερδέψουν σε δέκα χρόνια, ότι θα αντιμετωπίσουν ένα τεράστιο μη μισθολογικό κόστος και άλλα κόστη που θα εμφανιστούν ξαφνικά και δεν μπορούν να τα υπολογίσουν, ότι ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί λόγω καρτέλ, ότι οι θεσμοί είναι διάτρητοι και ότι οι νόμοι δεν ισχύουν για όλους κ.λπ. Ολα αυτά που ξέρουν οι Ελληνες επιχειρηματίες τους αποτρέπουν από το να επενδύσουν στην Ελλάδα. Οταν όμως θέλεις να έρθουν οι ξένοι επιχειρηματίες να επενδύσουν, θα πρέπει πρώτα να υπάρχει μεγάλη αύξηση των ελληνικών επενδύσεων, που δεν υπάρχει. Οι ξένοι επιχειρηματίες δεν θα έρθουν να επενδύσουν αν δεν επενδύσουν πρώτα οι Ελληνες συνάδελφοί τους. Μα, θα μου πείτε, τώρα έχουμε ξένες επενδύσεις και προβλέπεται ότι θα αυξηθούν όταν πάρουμε την επενδυτική βαθμίδα. Οι ξένες επενδύσεις που έχουμε και που θα έχουμε στο μέλλον προέρχονται από funds και όχι από επιχειρηματίες. Είναι βραχυπρόθεσμες επενδύσεις, τα χρήματα χρησιμοποιούνται για την εξαγορά μετοχών και επιχειρήσεων, τοποθετούνται με βραχυχρόνιο ορίζοντα και ξαναφεύγουν στο εξωτερικό μαζί με όλα τα κέρδη που παράγονται. Το αποτέλεσμα για την εγχώρια οικονομία είναι προσωρινό και περιορισμένο.

Εάν λοιπόν θέλουμε να έχουμε μια πολιτική βιώσιμης μακροπρόθεσμα ανάπτυξης χρειάζεται να αλλάξουμε πολλά και να διαμορφώσουμε ένα φιλικό για τις επιχειρήσεις -και όχι μόνο για τις επενδύσεις των funds- περιβάλλον. Χρειάζονται πολύ γενναίες μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς που σχετίζονται με τη δημόσια διοίκηση, με τη Δικαιοσύνη, με το περιβάλλον, με το ασφαλιστικό σύστημα, με τη γραφειοκρατία, με τους ανεξάρτητους θεσμούς. Η διαμόρφωση ενός φιλικού για τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος δεν είναι εύκολη υπόθεση και απέχουμε πάρα πολύ από την πραγματοποίησή της.

Πολλοί θεωρούν ότι τα έσοδα από τον τουρισμό θα λύσουν το πρόβλημα. Πράγματι, όταν έρχονται πολλοί τουρίστες έχουμε πολλά έσοδα. Αν όμως τα ξενοδοχεία τα έχουν αγοράσει ξένα funds και μάλιστα με ειδικούς ευνοϊκούς όρους για τις ξένες επενδύσεις, τα κέρδη τους φεύγουν στο εξωτερικό. Και τι μένει εδώ; Τα λεφτά που καταναλώνουν οι τουρίστες σε σουβλάκια και καφέδες – αν το ξενοδοχείο δεν είναι all inclusive, που είναι.

Με λίγα λόγια, καλές οι επενδύσεις από τα funds, καλό να πάρουμε και την επενδυτική βαθμίδα, αλλά αν δεν δούμε επενδύσεις από Ελληνες επιχειρηματίες που να προσφέρουν σταθερές θέσεις εργασίας, που θα έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα και που θα αυξάνουν την εγχώρια παραγωγή ώστε να περιοριστεί η αιμορραγία των εκροών χρήματος από τις εισαγωγές, ξένους επιχειρηματίες που θα επενδύουν με προοπτική δεν θα δούμε και βιώσιμη μακροπρόθεσμα ανάπτυξη δεν θα έχουμε.

Exit mobile version