Ο Ντόναλντ Τραμπ πιστεύει ότι η Αμερική μπορεί να διεξάγει πολέμους χωρίς να παγιδεύεται σε αυτούς. Τα πλήγματα στο Ιράν αποτελούν την πιο πρόσφατη έκφραση αυτής της αντίληψης: ταχεία, αποφασιστική ισχύς από απόσταση, χωρίς πολυεθνικές συμμαχίες ή ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων. Στόχος είναι η επιβολή ισχυρής αλλά περιορισμένης βίας για την εξαναγκαστική πίεση των αντιπάλων, χωρίς να σύρεται η Ουάσινγκτον σε ένα νέο Ιράκ ή Αφγανιστάν, παρατηρεί το Bloomberg.
Η προσέγγιση του Τραμπ απορρίπτει πολλά από τα δόγματα του αμερικανικού τρόπου πολέμου, που διαμορφώθηκαν μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Στο δικό του μοντέλο, οι ΗΠΑ ασκούν πίεση, διαμορφώνουν τα αποτελέσματα και στη συνέχεια αποχωρούν. Όχι μεγάλοι χερσαίοι πόλεμοι. Όχι εκστρατείες χωρίς χρονικό ορίζοντα. Όχι «συμμαχίες των προθύμων» ή οικοδόμηση κρατών ως τελικό στόχο.
Καθώς ο πόλεμος με το Ιράν εισέρχεται στην τέταρτη εβδομάδα, οι εγγενείς αντιφάσεις αυτής της στρατηγικής γίνονται όλο και πιο εμφανείς. Ο Τραμπ ίσως διατύπωσε ένα δόγμα πολέμου χωρίς εμπλοκή, όμως παραμένει αβέβαιο αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Η δεύτερη θητεία του δείχνει προτίμηση στη χρήση περιορισμένης ισχύος, αλλά και αυξανόμενη διάθεση να τη χρησιμοποιεί. Ωστόσο, αυτή η πιο επιθετική στρατιωτική προσέγγιση σπάνια οδηγεί στα πολιτικά αποτελέσματα που επιδιώκει. Αντίθετα, τον ωθεί να εγκρίνει διαδοχικά πλήγματα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο, που τελικά συνιστά μια διαφορετική μορφή εμπλοκής.
Ο τρόπος πολέμου του Τραμπ
Ο Τραμπ εξελέγη υποσχόμενος να βάλει τέλος στους «αέναους πολέμους» και να σταματήσει τη σπατάλη αμερικανικού αίματος και πόρων σε συγκρούσεις όπως στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Απέρριψε τον ρόλο των ΗΠΑ ως «παγκόσμιου χωροφύλακα», αποστασιοποιούμενος όχι μόνο από τους προκατόχους του αλλά και από πτυχές της δικής του πρώτης θητείας. Η αποφυγή μακροχρόνιων συγκρούσεων έγινε βασικός πυλώνας της πολιτικής «America First». Ο ίδιος βλέπει τον εαυτό του ως έναν αντισυμβατικό διαπραγματευτή, απαλλαγμένο από θεσμικούς περιορισμούς και διεθνείς δεσμεύσεις.
Η προσέγγισή του έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μεταπολεμική στρατηγική των ΗΠΑ, που περιλάμβανε μακροχρόνιες στρατιωτικές επεμβάσεις σε περιοχές όπως το Βιετνάμ, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, καθώς και επιχειρήσεις συμμαχιών στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, υπάρχει ένα ιστορικό ανάλογο: στα τέλη του 19ου αιώνα, η Βρετανία ακολουθούσε τη λεγόμενη «λαμπρή απομόνωση», αποφεύγοντας δεσμευτικές συμμαχίες και βασιζόμενη στη ναυτική της ισχύ για να προβάλλει δύναμη από απόσταση. Για χρόνια, η στρατηγική αυτή λειτουργούσε — μέχρι που οι κρίσεις κατέστησαν δύσκολη τη διατήρησή της.
Η «λαμπρή απομόνωση» μπορεί να περιγράψει και τον τρόπο πολέμου του Τραμπ. Ο Πρόεδρος επιδιώκει να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ, για να διαμορφώνει τη διεθνή τάξη σύμφωνα με τη βούλησή του, μέσω σύντομων, αιφνίδιων εκρήξεων βίας. Η στρατηγική αυτή βασίζεται σε τρεις πυλώνες: ταχύτητα, μονομερή δράση και περιορισμένη χρήση βίας από απόσταση.
Ο Τραμπ προτιμά γρήγορες και αποφασιστικές στρατιωτικές ενέργειες. Τείνει προς περιορισμένα, τιμωρητικά πλήγματα, απορρίπτοντας μακροχρόνιους πολέμους και ανάπτυξη στρατευμάτων. Επενδύει στην αεροπορική ισχύ, στις ειδικές δυνάμεις και σε προηγμένα, υψηλής τεχνολογίας οπλικά συστήματα μεγάλης εμβέλειας. Δεν διστάζει να δαπανήσει δισεκατομμύρια σε πυραύλους και βόμβες για να επηρεάσει εξελίξεις. Ωστόσο, αποφεύγει τις παραδοσιακές συμμαχίες, προτιμώντας είτε μονομερείς ενέργειες είτε συνεργασίες με έναν «πρότυπο σύμμαχο», που ανταποκρίνεται στο δικό του όραμα.
Παρά τη ρήξη με τον παραδοσιακό αμερικανικό τρόπο πολέμου, ο Τραμπ φαίνεται να αποκαλύπτει και τα όρια της εναλλακτικής του προσέγγισης. Παρότι δηλώνει ότι θέλει να τερματίσει τους πολέμους, έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ συχνότερα από τους προκατόχους του. Δεν τη θεωρεί έσχατη λύση, αλλά εργαλείο πίεσης για να οδηγήσει αντιπάλους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το παράδοξο είναι εμφανές: ένας Πρόεδρος που εξελέγη για να τερματίσει τους πολέμους, εμφανίζεται ιδιαίτερα πρόθυμος να χρησιμοποιήσει βία — αρκεί να γίνεται με τους δικούς του όρους.
Και στις δύο θητείες του, έχει παραμείνει πιστός στη λογική της περιορισμένης χρήσης ισχύος. Τα πλήγματα κατά του χημικού προγράμματος της Συρίας το 2017 και το 2018 ήταν μεμονωμένα. Η εξόντωση του στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί το 2020 ήταν μια γρήγορη επιχείρηση «αποκεφαλισμού». Οι επιθέσεις στη Νιγηρία το 2025 ολοκληρώθηκαν ταχύτατα. Ακόμη και η επιχείρηση σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο σχεδιάστηκε, ώστε να του αφαιρέσει την ηγεσία χωρίς περαιτέρω εμπλοκή. Σε όλες τις περιπτώσεις, στόχος ήταν η επιβολή πίεσης χωρίς ανάπτυξη στρατευμάτων.
Ωστόσο, η βία από απόσταση έχει όρια. Μπορεί να καταστρέψει υποδομές και να αποδυναμώσει δυνατότητες, αλλά δεν εξαλείφει πλήρως απειλές ούτε αναδιαμορφώνει πολιτικά συστήματα. Στην πρώτη του θητεία, ο Τραμπ φαινόταν να αποδέχεται αυτά τα όρια. Στη δεύτερη, διευρύνει τις φιλοδοξίες του — και έρχεται αντιμέτωπος με τους περιορισμούς τους.
Επαναλαμβανόμενα πλήγματα
Η απειλή ισχύος λειτουργεί μόνο αν υπάρχει προθυμία να υλοποιηθεί. Ο Τραμπ έχει βρεθεί να πλήττει επανειλημμένα τις ίδιες χώρες, δοκιμάζοντας τα όρια της στρατηγικής του.
Ο πόλεμος στο Ιράν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ήδη, στην τέταρτη εβδομάδα του, έχει ξεπεράσει κατά πολύ τη «μικρή επιχείρηση», που αρχικά περιέγραφε ο ίδιος. Επιπλέον, πρόκειται ουσιαστικά για επανάληψη: λιγότερο από έναν χρόνο μετά την επιχείρηση κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, οι ΗΠΑ επανέρχονται, καθώς ο αρχικός στόχος δεν επιτεύχθηκε πλήρως.
Και το Ιράν δεν είναι το μόνο μέτωπο. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ έχει εγκρίνει χιλιάδες στρατιωτικά πλήγματα. Επιχειρήσεις στην Υεμένη κατά των Χούθι, επιθέσεις κατά του ISIS σε Συρία και Ιράκ, πλήγματα κατά της αλ-Σαμπάμπ και επιχειρήσεις σε θαλάσσιες ζώνες συνθέτουν ένα μοτίβο συνεχούς στρατιωτικής δράσης. Παρότι δεν περιλαμβάνουν μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη στρατευμάτων, θυμίζουν παρατεταμένες αεροπορικές εκστρατείες.
Οι κίνδυνοι στο Ιράν
Το Ιράν αναδεικνύει ξεκάθαρα τα όρια αυτής της στρατηγικής. Ο Τραμπ έχει αναφέρει ακόμη και την αλλαγή καθεστώτος ως στόχο, ενώ οι δηλώσεις για τους σκοπούς του πολέμου μεταβάλλονται συχνά. Όσο περισσότεροι στόχοι προστίθενται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα νέων πληγμάτων — ή ακόμη και χερσαίας εμπλοκής.
Εδώ βρίσκεται το παράδοξο: η στρατηγική του Τραμπ επιδιώκει να αποφύγει την εμπλοκή μέσω περιορισμένης δράσης. Όμως, όταν αυτή δεν επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα, οι ΗΠΑ αναγκάζονται να επιστρέφουν ξανά και ξανά. Η εμπλοκή γίνεται κυκλική και κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν νέο τύπο «αέναου πολέμου».
Το στοίχημα του Τραμπ θυμίζει τη βρετανική στρατηγική του 19ου αιώνα: κυριαρχία μέσω μονομερούς δράσης και αποφασιστικής ισχύος. Όμως, όταν η βία πρέπει να επαναλαμβάνεται για να διατηρηθεί η αξιοπιστία, η απομόνωση παύει να λειτουργεί.
Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «όποτε θελήσω να τελειώσει, θα τελειώσει». Ωστόσο, όπως λέγεται συχνά, και ο αντίπαλος έχει λόγο. Είτε πρόκειται για παρατεταμένη σύγκρουση είτε για μελλοντική επιστροφή στο ίδιο μέτωπο, ο «πόλεμος χωρίς εμπλοκή» ίσως τελικά να μην είναι εφικτός.
Διαβάστε ακόμη
O πόλεμος στη Μέση Ανατολή αλλάζει τον παγκόσμιο χάρτη του LNG
Reuters: Γιατί ο Τραμπ χάνει τον έλεγχο στον πόλεμο με το Ιράν
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: Η Ελλάδα από το Grexit στο Grecovery
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
