Καθώς ο πόλεμος που εξαπέλυσε ο Βλαντιμίρ Πούτιν στην Ουκρανία παρατείνεται, η Raiffeisen Bank International AG παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο που τη βαραίνει εδώ και τέσσερα χρόνια: ο αυστριακός όμιλος ελέγχει τη μεγαλύτερη ξένη τράπεζα στη Ρωσία και αδυνατεί — ή δεν κατορθώνει — να αποχωρήσει.
Σε αντίθεση με ανταγωνιστές όπως η Société Générale SA και η HSBC Holdings Plc, που έκλεισαν τα ρωσικά τους κεφάλαια, η Raiffeisen έμεινε και, ειρωνικά, κατέγραψε τεράστια κέρδη, συσσωρεύοντας δισεκατομμύρια. Το αδιέξοδο: τα κεφάλαια αυτά δεν μπορούν να μεταφερθούν εκτός Ρωσίας, ενώ η πώληση της μονάδας σκοντάφτει ακόμη και στην τιμή που επιβάλλει το Κρεμλίνο — περίπου στο μισό της πραγματικής αξίας.
«Από την αρχή προσπαθήσαμε να βρούμε αγοραστή», δηλώνει ο διευθύνων σύμβουλος Γιόχαν Στρομπλ. «Αυτό δεν συνέβη».
Μετά την εισβολή του Φεβρουαρίου 2022, ο Στρομπλ πέρασε μήνες σε διαδοχικές συναντήσεις με συμβούλους και ρυθμιστικές αρχές, εξετάζοντας σενάρια ακόμη και κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων. Η τράπεζα ανέστειλε νέες χορηγήσεις στη Ρωσία και επιχείρησε να αποκόψει διασυνοριακούς δεσμούς, περιορίζοντας ουσιαστικά τη δραστηριότητα της μονάδας.
Η εικόνα περιπλέκεται από το γεγονός ότι η Raiffeisen είναι και ο μεγαλύτερος ξένος δανειστής στην Ουκρανία. Εκεί, προχώρησε σε εκκενώσεις οικογενειών υπαλλήλων, έκλεισε υποκαταστήματα σε περιοχές κινδύνου και άνοιξε προσωρινά γραφεία σε καταφύγια για να εξυπηρετεί πελάτες εν μέσω αεροπορικών επιδρομών.
Αρχικά, σύμφωνα με πρόσωπο που συμμετείχε στη διαχείριση της κρίσης, η διοίκηση εκτιμούσε ότι ο πόλεμος θα τελείωνε γρήγορα. Καθώς όμως η σύγκρουση παρατεινόταν, εντάθηκαν οι φόβοι για αντιδράσεις από κοινό και εργαζομένους. Ωστόσο, μια απλή αποχώρηση που θα παρέδιδε δισεκατομμύρια περιουσιακά στοιχεία στο ρωσικό κράτος κρίθηκε αδύνατη.
Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Raiffeisen ήταν από τους πρώτους δυτικούς δανειστές που επεκτάθηκαν στο πρώην Ανατολικό Μπλοκ. Εισήλθε στη ρωσική αγορά το 1996, λίγο πριν από τη χρεοκοπία και την υποτίμηση του ρουβλίου — εμπειρία που, κατά τον Στρομπλ, τη βοήθησε να διαχειριστεί τη σημερινή αναταραχή. Παραμένει επίσης βασικός χρηματοδότης Ουκρανών αγροτών και αυστριακών επιχειρήσεων στην Ανατολική Ευρώπη.
Σήμερα, ο Στρομπλ διερωτάται αν η ρωσική μονάδα μπορεί να θεωρηθεί πλήρως «τράπεζα». Οι νέες χορηγήσεις έχουν σχεδόν μηδενιστεί, οι διεθνείς πληρωμές περιορίζονται σε λίγους μεγάλους πελάτες λόγω κόστους συμμόρφωσης με κυρώσεις, ενώ δεν προσφέρονται τόκοι σε καταθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, Ρώσοι πελάτες διατηρούν πάνω από 10 δισ. ευρώ. Τα κεφάλαια τοποθετούνται στην κεντρική τράπεζα της Ρωσίας, αποφέροντας διψήφια επιτόκια και δημιουργώντας αποθεματικό 5 δισ. ευρώ. «Αν δεν έχεις χορηγήσει νέο δάνειο για τρία χρόνια», αναρωτιέται, «διατηρείς ακόμη τις δεξιότητες;».
Η ρωσική μονάδα παραμένει μηχανή κερδών — κέρδη που δεν μπορούν να εξέλθουν από τη χώρα.
Ακόμη και τεχνικά ζητήματα δημιουργούν σκιές. Τον Ιανουάριο, η εφαρμογή της μονάδας φαινόταν να προσφέρει υποθήκες και καταναλωτικά δάνεια. Ο Στρομπλ παραδέχθηκε ότι επρόκειτο για μη ενημερωμένη πλατφόρμα και ότι δεν είχαν εγκριθεί νέα δάνεια. «Ακόμη κι αν είναι τεχνικό ζήτημα», είπε, «δεν δίνει καλή εικόνα».
Οι επικριτές ζητούν άμεση αποχώρηση. Οργανώσεις υπέρ της Ουκρανίας έχουν διακόψει γενικές συνελεύσεις και πιέζουν ευρωπαϊκές αρχές, υποστηρίζοντας ότι τα συστήματα της Raiffeisen χρησιμοποιήθηκαν για πληρωμές ρωσικών ενεργειακών και βιομηχανικών εταιρειών, ενίοτε με έμμεση σύνδεση με κυρώσεις. Η τράπεζα δηλώνει ότι ουδέποτε παραβίασε κυρώσεις. Ωστόσο, οι φόροι που καταβάλλει στη Ρωσία ενισχύουν το δημόσιο ταμείο. «Δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη τις συνέπειες της παρουσίας της», λέει ο Μαξ Χάμερ της BankTrack.
Ο 66χρονος Στρομπλ δεν θα διεκδικήσει τρίτη θητεία και αποχωρεί την 1η Ιουλίου. Δηλώνει ότι αναζήτησε αγοραστές τόσο στη Μόσχα όσο και διεθνώς — ακόμη και με προσωπικό ταξίδι το 2024. Κάθε συμφωνία, όμως, απαιτεί έγκριση από αυστριακές, ρωσικές, αμερικανικές και ευρωπαϊκές αρχές, καθώς και από τον ίδιο τον Πούτιν. «Αν λείψει μία έγκριση, δεν θα γίνει».
Στο μεταξύ, η λειτουργία ενός ομίλου 34.000 εργαζομένων σε 23 χώρες συνεχίζεται. Η προσοχή στρέφεται και στην Πολωνία, όπου αγωγές για δάνεια σε ξένο νόμισμα έχουν κοστίσει άνω του 1 δισ. ευρώ.
Τη σκυτάλη θα λάβει το καλοκαίρι ο Μίχαελ Χέλερερ, πρώην οικονομικός διευθυντής. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τη διαδρομή προς λύση «πορεία με εμπόδια, όχι σπριντ».
Η αναζήτηση αγοραστή παραμένει η βασική στρατηγική. Οι ρωσικοί κανόνες περιορίζουν την τιμή πώλησης στο 40% της εύλογης αξίας και επιβάλλουν φόρο εξόδου 35%. Ο Στρομπλ έχει προσεγγίσει περίπου δώδεκα ενδιαφερόμενους, αλλά δηλώνει ότι δεν θα πουλήσει «για ψίχουλα».
Πολλά θα εξαρτηθούν από τις μελλοντικές σχέσεις Ευρώπης–Ρωσίας. Το εμπόριο έχει μειωθεί πάνω από 70% από το 2021 και η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει πλήρη απεξάρτηση από ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο έως το 2027. Με τον Τραμπ να επιχειρεί ειρηνευτική πρωτοβουλία παρακάμπτοντας την Ευρώπη, η Ένωση ενδέχεται να μην έχει κίνητρο ταχείας επαναπροσέγγισης. «Δεν νομίζω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα επιστρέψει σύντομα στην κανονικότητα», εκτιμά η Όλγκα Πίντιουκ του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σπουδών της Βιέννης. «Αυτό αντίκειται στα συμφέροντά της στον τομέα της ασφάλειας».
Διαβάστε ακόμη
Μόρνος: Ανάσα από τις βροχές αλλά όχι τέλος στη λειψυδρία – Τι δείχνουν τα δορυφορικά δεδομένα
Τραμπ: Το σχέδιο για επιθέσεις στο Ιράν και οι φόβοι για αντίποινα (χάρτης)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
