Ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι ευρέως γνωστός ως ο πιο επιτυχημένος πρόεδρος στην ιστορία της Ρεάλ Μαδρίτης, του συλλόγου με τις περισσότερες κατακτήσεις Champions League στην Ευρώπη. Λιγότερο γνωστό εκτός Ισπανίας είναι ότι ο 79χρονος είναι επίσης ιδρυτής, πρόεδρος και βασικός μέτοχος μιας κατασκευαστικής εταιρείας που αναδεικνύεται σε έναν από τους μεγάλους κερδισμένους της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης.
Η ACS SA, μέσω της μηχανικής εταιρείας Turner Construction Co. που ελέγχει, έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας κούρσας για την κατασκευή υποδομών τεχνητής νοημοσύνης. Μεταξύ άλλων, έχει αναλάβει έργο για την κατασκευή ενός από τα μεγαλύτερα data centers στον κόσμο για τη Meta Platforms στην Ιντιάνα, με έκταση που θα μπορούσε να καλύψει μεγάλο μέρος του Μανχάταν. Παράλληλα, έχει συνάψει συμφωνία και με τη BlackRock για παρόμοια έργα.
Η μετοχή της ACS έχει εκτοξευθεί, ενισχύοντας σημαντικά την περιουσία του Πέρεθ. Το ποσοστό 14% που κατέχει στην εταιρεία αποτιμάται πλέον έτσι ώστε η καθαρή περιουσία του να φτάνει τα 6,6 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τον Bloomberg Billionaires Index. Η άνοδος αυτή τον φέρνει κοντά στην είσοδο στη λίστα με τις 500 μεγαλύτερες περιουσίες παγκοσμίως, δίπλα σε άλλους Ισπανούς δισεκατομμυριούχους, όπως ο Χουάν Ρόιγκ της Mercadona και ο Αμάνθιο Ορτέγα, ιδρυτής της Zara.
Η ACS στην καρδιά της έκρηξης των data centers
Η ACS ελέγχει την Turner Construction, μία από τις κορυφαίες εταιρείες κατασκευής data centers στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό της δίνει προνομιακή θέση σε μια περίοδο κατά την οποία οι τεχνολογικοί κολοσσοί επενδύουν μαζικά σε υποδομές για την τεχνητή νοημοσύνη. Καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να ξεχωρίσουν την πραγματική αξία από την υπερβολή γύρω από την AI, ο ρόλος της ACS ως παρόχου φυσικών υποδομών για τους μεγάλους ψηφιακούς ομίλους ενισχύει τη θέση της στην αγορά.
Η εταιρεία έχει ενταχθεί σε έναν ευρωπαϊκό κύκλο ανταγωνιστών, μαζί με τη γαλλική Bouygues και τη σουηδική Skanska, που διεκδικούν μερίδιο από την αγορά ψηφιακών υποδομών. Η αγορά αυτή αποτιμήθηκε περίπου στα 439 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι και εκτιμάται ότι θα υπερτριπλασιαστεί, αγγίζοντας τα 1,38 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030.
«Η άποψή μας είναι ότι ο κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα ενός κύματος ανακατασκευής υποδομών, αντίστοιχου με εκείνο που παρατηρήθηκε στις δεκαετίες του 1970 και του 1980», δήλωσε στο Bloomberg, ο διευθύνων σύμβουλος της ACS, Χουάν Σανταμαρία. «Είναι μια πραγματική ευκαιρία».
Ο άνθρωπος που διάλεξε ο Πέρεθ
Ο Σανταμαρία, ο οποίος δεν είχε παραχωρήσει συνέντευξη από τότε που ο Πέρεθ τον επέλεξε προσωπικά για τη θέση το 2022, θεωρείται κεντρικό πρόσωπο στην εντυπωσιακή άνοδο της ACS. Ο Πέρεθ έχει μακρά παράδοση στο να επιλέγει νικητές στη Ρεάλ Μαδρίτης, την οποία διοικεί από το 2000, με εξαίρεση ένα διάλειμμα τριών ετών. Μετέτρεψε τον σύλλογο σε ένα από τα πιο πολύτιμα αθλητικά brands στον κόσμο.
Παρότι η Ρεάλ Μαδρίτης αποκλείστηκε στα προημιτελικά του Champions League τον Απρίλιο και έχασε τον τίτλο του ισπανικού πρωταθλήματος αυτόν τον μήνα, ο Πέρεθ παραμένει ο πιο επιτυχημένος πρόεδρος στην ιστορία του συλλόγου, με 37 τίτλους επί των ημερών του. Το ίδιο εμμονικά προσηλωμένος στα αποτελέσματα εμφανίζεται και στην ACS. Σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν τη διοίκηση του ομίλου, ο Πέρεθ εντόπισε στον Σανταμαρία, έναν πολιτικό μηχανικό στα μέσα της δεκαετίας των 40, το πρόσωπο που θα μπορούσε να οδηγήσει την εταιρεία σε νέα φάση ανάπτυξης.
Ο στόχος ήταν να εκσυγχρονίσει την ACS και να τη μετατρέψει από ένα σύνολο διάσπαρτων μονάδων σε έναν πραγματικά παγκόσμιο όμιλο. Η κίνηση αυτή μετέτρεψε μια παραδοσιακή βιομηχανική εταιρεία σε μετοχή ανάπτυξης. «Συνήθως δεν βρίσκει κανείς πολλές ευκαιρίες ανάπτυξης στον χώρο των υποδομών, όμως η ACS προσφέρει τέτοια προοπτική σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, ειδικά μετά τις ανακοινώσεις για τα data centers», σημειώνει ο Ρόμπερτ Γιαν, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην High Street Asset Management, η οποία κατέχει μετοχές της ACS.
Από χαμηλό προφίλ σε μετοχή-πρωταγωνίστρια
Για χρόνια, η ACS διατηρούσε χαμηλό προφίλ, μακριά από τη λάμψη της Silicon Valley. Το διοικητικό της συμβούλιο, με ορισμένα από τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη του δείκτη Stoxx 600, εξασφάλιζε ότι η εταιρεία παρέμενε ένας σταθερός παίκτης στον κλάδο της. Αυτό αποτυπωνόταν και στη μετοχή της. Για σχεδόν μία δεκαετία πριν από το 2022, κινούνταν σε περιορισμένο εύρος, μεταξύ 20 και 40 ευρώ.
Από το 2022, όμως, η μετοχή έχει αυξηθεί περισσότερο από πέντε φορές, φτάνοντας αυτόν τον μήνα σε ιστορικό υψηλό 140,4 ευρώ, δηλαδή 162,9 δολάρια. Η αποστολή του Σανταμαρία ήταν ξεκάθαρη: να ενώσει τις τοπικές εταιρείες του ομίλου, από τη διαχείριση ορυχείων και τη μηχανική στην Αυστραλία μέχρι τη διαχείριση αποβλήτων στην Ισπανία και τους αυτοκινητοδρόμους στις ΗΠΑ, δημιουργώντας έναν ενιαίο παγκόσμιο παίκτη.
Λίγο μετά την ανάληψη της θέσης του, συγκέντρωσε στελέχη από όλο τον κόσμο στο Έσεν της Γερμανίας για να εντοπίσουν τομείς με ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης. Εστίασε στην ψηφιοποίηση, την άμυνα, την ενέργεια και την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών. Πέρα από τα data centers, τα τεχνολογικά έργα της εταιρείας περιλαμβάνουν την κατασκευή εργοστασίων ημιαγωγών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ACS συμμετέχει επίσης στην κατασκευή μικρών πυρηνικών μονάδων και στο Vulcan, το μεγαλύτερο έργο λιθίου στην Ευρώπη.
Οι κινήσεις αυτές έφεραν στην εταιρεία πελάτες όπως η Rolls Royce και η Hitachi. «Η ACS βρίσκεται στα σωστά σημεία τη σωστή στιγμή», αναφέρει ο Γκράχαμ Χαντ, αναλυτής της Jefferies. «Η μετοχή έχει αφήσει τους πάντες πίσω. Και ενώ αυτό είναι συνηθισμένο στις ιστορίες που συνδέονται με την AI, είναι αρκετά σπάνιο στον χώρο των υποδομών».
Η νέα στρατηγική του ομίλου
Ο όμιλος άρχισε να μετασχηματίζεται, μπαίνοντας σε νέες αγορές και δημιουργώντας διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και αποθέματα κρίσιμων υλικών. Διεύρυνε επίσης τις υπηρεσίες του, προσελκύοντας πελάτες που μέχρι πρότινος δεν βρίσκονταν στο στόχαστρό του. Στη Rolls Royce, για παράδειγμα, η ACS κέρδισε συμβάσεις όχι μόνο για κατασκευές, αλλά και για αναβαθμίσεις και αποσυναρμολογήσεις πυρηνικών εγκαταστάσεων.
«Έπρεπε να ενισχύσουμε τις κατασκευαστικές μας δυνατότητες με μηχανική τεχνογνωσία, ώστε να μπορούμε να συμβάλουμε σε όλη την αλυσίδα αξίας», δήλωσε ο Σανταμαρία. Η ανάπτυξη της ACS τροφοδοτείται από έναν κόσμο που ψηφιοποιείται ταχύτατα, από τις γεωπολιτικές αναταράξεις που αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες και από την αναζήτηση καθαρότερων πηγών ενέργειας.
Τα έσοδά της σχεδόν διπλασιάστηκαν, από 27,8 δισεκατομμύρια ευρώ το 2021 σε 49,9 δισεκατομμύρια ευρώ πέρυσι. Πλέον, αφού κατασκεύαζε data centers για πελάτες επί σειρά ετών, η ACS περνά και στην ανάπτυξη και ιδιοκτησία τέτοιων έργων, ακολουθώντας το μοντέλο που είχε εφαρμόσει ιστορικά και σε άλλους τομείς, με κατασκευή και κατοχή παραχωρήσεων. Σύμφωνα με τον αναλυτή του Bloomberg, Κέβιν Κουάμ, το ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων της εταιρείας έχει φτάσει σε επίπεδο ρεκόρ, στα 99,8 δισεκατομμύρια ευρώ, αυξημένο κατά 16,1% σε συγκρίσιμη βάση προσαρμοσμένη για συναλλαγματικές διαφορές.
Οι παραγγελίες αυτές οδήγησαν την ACS να πουλήσει μετοχές αυτή την εβδομάδα, αντλώντας περίπου 2,1 δισεκατομμύρια ευρώ για να χρηματοδοτήσει data centers και άλλες υποδομές που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Από μια σχεδόν χρεοκοπημένη κατασκευαστική σε παγκόσμιο όμιλο
Λίγα από όλα αυτά θα μπορούσαν να προβλεφθούν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο Πέρεθ, μηχανικός στο επάγγελμα, εγκατέλειψε τη δημόσια διοίκηση και αγόρασε μια σχεδόν χρεοκοπημένη κατασκευαστική εταιρεία. Με έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική, στην οποία τελικά δεν κατάφερε να χτίσει καριέρα, ο Πέρεθ απέκτησε σταδιακά σειρά προβληματικών ή αποτυχημένων εταιρειών, τις οποίες χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει τον όμιλο που σήμερα είναι γνωστός ως ACS.
Όπως πολλοί Ισπανοί επιχειρηματίες του κλάδου της μηχανικής, ευνοήθηκε από τον εκσυγχρονισμό της Ισπανίας μετά την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1986 και τις τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές τις επόμενες δεκαετίες. Όμως, όπως και άλλοι, βρέθηκε σε δύσκολη θέση όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Για να προστατευθεί, η ACS επεκτάθηκε στο εξωτερικό και το 2011 αποφάσισε να αποκτήσει τη Hochtief, γερμανική κατασκευαστική εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, στην οποία κατείχε ήδη μειοψηφικό ποσοστό από το 2007.
Η διοίκηση της Hochtief αντιστάθηκε για μήνες πριν τελικά υποχωρήσει. Με την εξαγορά της, η ACS απέκτησε την Turner στις ΗΠΑ και την Cemic στην Αυστραλία. Ο Πέρεθ, ως μεγαλύτερος μέτοχος της ACS, παραμένει βαθιά εμπλεκόμενος στη λειτουργία της εταιρείας και προεδρεύει των εβδομαδιαίων διοικητικών συσκέψεων.
Η Criteria Caixa, ο μεγαλύτερος επενδυτικός όμιλος της Ισπανίας, απέκτησε πέρυσι ποσοστό 10% στην ACS, καθιστώντας την τον δεύτερο μεγαλύτερο μέτοχο της εταιρείας. Η Criteria αναζητούσε διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου της και ο Πέρεθ προσέγγισε τον επικεφαλής της, τον 83χρονο τραπεζίτη Ισίδρο Φαϊνέ. Τρίτος μεγαλύτερος επενδυτής της ACS, με ποσοστό 5%, είναι εταιρεία συμμετοχών που συνδέεται με τους Αλμπέρτο Αλκοθέρ και Αλμπέρτο Κορτίνα, δύο Ισπανούς επιχειρηματίες που γνωρίζουν τον Πέρεθ από τη δεκαετία του 1970, όταν εκείνος εργαζόταν στο Δημόσιο.
Διαβάστε ακόμη
Τραμπ: Δεν είναι τελική η συμφωνία με το Ιράν – Αν δεν μου αρέσει θα τους ξαναβομβαρδίσουμε
Ανελκυστήρες: Το ελληνικό φαινόμενο που ξάφνιασε Αμερικανούς ερευνητές (γράφημα)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
