Στην Ευρώπη της συγκρατημένης κατανάλωσης, η πολυτέλεια αλλάζει στρατηγική. Οι μεγάλοι οίκοι, από την Gucci έως τη Fendi και τη Bulgari, συνεχίζουν να επενδύουν σε φυσική παρουσία, ανοίγοντας νέα καταστήματα σε επιλεγμένες τοποθεσίες, ακόμη και σε ένα περιβάλλον επιβράδυνσης του κλάδου.
Τα στοιχεία της Cushman & Wakefield δείχνουν ότι οι κορυφαίοι εμπορικοί δρόμοι της ηπείρου κατέγραψαν αύξηση 13% στα νέα καταστήματα το 2025. Οι όμιλοι LVMH Moët Hennessy Louis Vuitton, Kering και Cie Financiere Richemont κυριάρχησαν, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το ένα τρίτο των συνολικών ανοιγμάτων, μια ένδειξη ότι η αγορά συγκεντρώνεται ακόμη περισσότερο γύρω από τους ισχυρούς παίκτες.
Συνολικά, άνοιξαν 96 νέα καταστήματα, περισσότερα από το 2024 αλλά λιγότερα από τα 107 του 2023, επιβεβαιώνοντας ότι η ανάπτυξη συνεχίζεται με πιο μετρημένο ρυθμό. Το Παρίσι επανήλθε δυναμικά μετά την κάμψη της προηγούμενης χρονιάς λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων, απορροφώντας πάνω από το 20% των νέων σημείων πώλησης και επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως πρωτεύουσα της πολυτέλειας.
Πίσω από αυτή τη δραστηριότητα βρίσκεται μια σαφής μετατόπιση στρατηγικής. Με τους καταναλωτές να γίνονται πιο επιλεκτικοί και τη μεταπανδημική άνθηση να υποχωρεί, οι οίκοι επενδύουν λιγότερο στην έκταση και περισσότερο στην εμπειρία. Το φυσικό κατάστημα μετατρέπεται σε σημείο επαφής, σε εργαλείο αφήγησης και σε χώρο όπου η μάρκα χτίζει σχέση με τον πελάτη.
«Το φυσικό κατάστημα είναι πλέον πιο στρατηγικό από ποτέ», σημειώνει η Sally Bruer, επικεφαλής έρευνας λιανικής EMEA στην Cushman & Wakefield, συνοψίζοντας τη στροφή του κλάδου.
Το timing δεν είναι τυχαίο. Η LVMH, βαρόμετρο για τη βιομηχανία, κατέγραψε ασθενείς επιδόσεις στην εορταστική περίοδο και προειδοποίησε ότι το 2026 δεν θα φέρει ουσιαστική βελτίωση. Τρία από τα πέντε βασικά της τμήματα υπολείφθηκαν των εκτιμήσεων, οδηγώντας τον Μπερνάρ Αρνό να μιλήσει για περιορισμό δαπανών. Αντίστοιχα, η Gucci της Kering είδε τις πωλήσεις της να υποχωρούν κατά 10%, αν και με σημάδια σταθεροποίησης.
Παρά την επιβράδυνση, η σύνθεση της ζήτησης αλλάζει. Η μόδα και τα αξεσουάρ παραμένουν ο βασικός πυλώνας, καλύπτοντας περίπου το ήμισυ των νέων ανοιγμάτων, ενώ τα αρώματα αναδεικνύονται σε «πύλη εισόδου» για νέους καταναλωτές. Η χαμηλότερη τιμή τους τα καθιστά πιο προσιτά, χωρίς να αποδυναμώνεται το prestige της μάρκας.
Η LVMH διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στις επενδύσεις, με την Kering να ακολουθεί επιλεκτικά και τη Richemont να περιορίζει τη δραστηριότητά της μετά από μια περίοδο έντονης επέκτασης. Το κοινό στοιχείο είναι η στόχευση: λιγότερα, αλλά καλύτερα σημεία.
Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη διαθεσιμότητα χώρων στους premium εμπορικούς δρόμους ανεβάζει τα ενοίκια, τα οποία αυξήθηκαν κατά 3,5% το 2025. Η έλλειψη «καλών» τοποθεσιών λειτουργεί πλέον ως βασικό φίλτρο εισόδου.
Και όμως, η ζήτηση δεν δείχνει να υποχωρεί. Όπως σημειώνει ο Duncan Gilliard από την Cushman & Wakefield, ακόμη και αν μειωθεί ο αριθμός των συμφωνιών, αυτό θα οφείλεται κυρίως στην έλλειψη διαθέσιμων χώρων και όχι σε κάμψη του ενδιαφέροντος.
Στην πράξη, η πολυτέλεια επανατοποθετείται. Και σε αυτή τη νέα φάση, το κατάστημα δεν είναι απλώς σημείο πώλησης είναι το ίδιο το brand σε φυσική μορφή.
Διαβάστε ακόμη
Ακόμα και μόνο ένα διάλειμμα από τα social media βελτιώνει τη μνήμη μας
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Η έλλειψη στα λιπάσματα απειλεί την επάρκεια στα τρόφιμα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
