search icon

Bloomberg

Η «ντετέκτιβ» του blockchain: Ποια είναι η γυναίκα που ξήλωσε ένα παγκόσμιο δίκτυο crypto-απάτης

Μια εισαγγελέας του Μπρούκλιν μετατρέπει το blockchain σε εργαλείο καταπολέμησης διεθνών crypto απατών, εντοπίζει δίκτυα στην Ανατολική Ευρώπη, προστατεύει θύματα και συντονίζει τη μεγαλύτερη επιχείρηση της καριέρας της

123RF

Όταν η Αλόνα Κατς έφυγε βιαστικά από το γραφείο της στο κέντρο του Μπρούκλιν, αργά το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου, η παγίδα είχε ήδη στηθεί. Ύστερα από μήνες προετοιμασίας, η επικεφαλής της μονάδας αντιμετώπισης crypto απάτης του Μπρούκλιν ετοιμαζόταν να συντονίσει μία από τις μεγαλύτερες διεθνείς επιχειρήσεις που είχε επιχειρήσει ποτέ εισαγγελική αρχή σε τοπικό επίπεδο.

Η επιχείρηση, η οποία εξελίχθηκε σε τρεις διαφορετικές ζώνες ώρας, αποτέλεσε την κορύφωση μιας έρευνας που η Κατς είχε ξεκινήσει σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη της ηγεσίας της Virtual Currency Unit του Εισαγγελέα του Μπρούκλιν, τρία χρόνια νωρίτερα.

Αν όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, η Κατς θα κατάφερνε να εξαρθρώσει ένα δίκτυο ηλεκτρονικού εγκλήματος με βάση την Ανατολική Ευρώπη, το οποίο εξαπατούσε κατοίκους του Μπρούκλιν και είχε αποσπάσει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια.

Η ένταση κορυφώθηκε καθώς ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση για την επιχείρηση.

«Δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε πλήρως τι θα συνέβαινε στη συνέχεια», δήλωσε η Κατς.

Στις 2 τα ξημερώματα, δεκάδες διακομιστές υπολογιστών που είχαν στοχοποιήσει οι ερευνητές άρχισαν να τίθενται εκτός λειτουργίας. Η ίδια δεν θα κοιμόταν εκείνο το βράδυ.

Η έκρηξη της crypto απάτης

Καθώς η χρήση των κρυπτονομισμάτων έχει εξαπλωθεί, η παγκόσμια οικονομία της crypto απάτης έχει διογκωθεί θεαματικά. Το 2025, οι καταγεγραμμένες απώλειες στις ΗΠΑ από απάτες που σχετίζονται με κρυπτονομίσματα έφτασαν τα 11,4 δισ. δολάρια, περίπου τριπλάσιες σε σχέση με τρία χρόνια νωρίτερα.

Αυτό το νέο πεδίο εγκληματικότητας έχει προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες στις παραδοσιακές υπηρεσίες επιβολής του νόμου, ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο. Πριν ο εισαγγελέας του Μπρούκλιν δημιουργήσει τη VCU, θύματα που απευθύνονταν στην αστυνομία της Νέας Υόρκης συχνά παραπέμπονταν αλλού, επειδή οι αρχές δεν κατανοούσαν τον τρόπο λειτουργίας των συγκεκριμένων απατών.

«Τους έλεγαν: “Πηγαίνετε στα πολιτικά δικαστήρια”. Μερικές φορές: “Καλέστε το FBI, γιατί δεν έχουμε τη δυνατότητα να βοηθήσουμε, αφού πρόκειται για διεθνή απάτη”».

Ούτε οι ομοσπονδιακές αρχές μπορούσαν πάντα να βοηθήσουν. Οι περισσότερες απάτες που πλήττουν κατοίκους του Μπρούκλιν αφορούν ποσά από μερικές εκατοντάδες έως δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Πρόκειται για σημαντικές απώλειες για τα θύματα, αλλά όχι απαραίτητα για υποθέσεις που προσελκύουν το ενδιαφέρον των ομοσπονδιακών αρχών, οι οποίες συνήθως επικεντρώνονται σε απάτες εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων δολαρίων.

To «μαύρo πρόβατo» που έγινε crypto-αστυνομικός

Καθώς ο αριθμός των θυμάτων αυξανόταν, ο εισαγγελέας του Μπρούκλιν Έρικ Γκονζάλες αποφάσισε ότι χρειαζόταν μια ειδική μονάδα και το 2023 προσέλαβε την Κατς από το τμήμα ηλεκτρονικού εγκλήματος και κλοπής ταυτότητας του εισαγγελέα του Μανχάταν.

Με την πρώτη ματιά, η επιλογή της δεν έμοιαζε αυτονόητη. Η Κατς, που βρίσκεται στη δεκαετία των 40 και γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη, δεν έχει σπουδάσει προγραμματισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών. Διαβάζει ποίηση και τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς της είναι καλλιτέχνες.

«Ήμουν το μαύρο πρόβατο επειδή πήγα στη Νομική», έχει πει.

Το τηλέφωνό της άρχισε να χτυπά ασταμάτητα μόλις ανέλαβε τη νέα της θέση. Οι υποθέσεις έφταναν η μία μετά την άλλη και σχεδόν όλες αφορούσαν επενδυτικές απάτες με κρυπτονομίσματα. Και δεν σταμάτησαν ποτέ.

Το ίδιο κόλπο, ξανά και ξανά

Η Κατς σύντομα εντόπισε ένα μοτίβο στις καταγγελίες. Πολλά θύματα προέρχονταν από τις περιοχές Μπράιτον Μπιτς και Σίπσιντ Μπέι του Μπρούκλιν, όπου ζουν πολλοί Ρώσοι και Ουκρανοί μετανάστες.

Οι απατεώνες συνήθως επικοινωνούσαν στα ρωσικά και παρουσιάζονταν ως συμπατριώτες τους που είχαν καταφέρει να πλουτίσουν επενδύοντας στις ΗΠΑ.

Το μήνυμα ήταν απλό: «Μπορείς να το κάνεις κι εσύ».

Οι απάτες ακολουθούσαν μια σχετικά απλή συνταγή. Τα θύματα προσεγγίζονταν μέσω κοινωνικών δικτύων, όπως το Facebook, και πείθονταν να επενδύσουν μερικές εκατοντάδες δολάρια σε συναλλαγές κρυπτονομισμάτων. Στη συνέχεια έβλεπαν λογαριασμούς που φαινομενικά παρουσίαζαν εντυπωσιακές αποδόσεις.

Όσο υποτίθεται ότι αυξάνονταν τα κέρδη, οι απατεώνες πίεζαν τα θύματα να βάλουν ακόμη περισσότερα χρήματα.

Συχνά τους επέτρεπαν να κάνουν μικρές αναλήψεις μερικών εκατοντάδων δολαρίων, ώστε να δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση νομιμότητας.

Όταν όμως τα θύματα επιχειρούσαν τελικά να πάρουν τα χρήματά τους, πληροφορούνταν ότι έπρεπε να καταβάλουν υψηλές προμήθειες για να εισπράξουν τα κέρδη τους ή απλώς έπαυαν να λαμβάνουν απαντήσεις. Μέχρι τότε, ορισμένοι είχαν επενδύσει δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια.

Ένα κύμα απάτης χωρίς σύνορα

«Το διασυνοριακό έγκλημα κλέβει από εμάς πλούτο μιας ολόκληρης γενιάς», δήλωσε η Έριν Γουέστ, πρώην εισαγγελέας στην Καλιφόρνια και ιδρύτρια της μη κερδοσκοπικής Operation Shamrock, η οποία ερευνά τηλεφωνικά κέντρα crypto απάτης.

Παρά την εκρηκτική αύξηση των περιστατικών, οι περισσότερες πολιτειακές και ομοσπονδιακές υπηρεσίες δεν διαθέτουν ούτε το προσωπικό ούτε την τεχνολογία για να ανταποκριθούν αποτελεσματικά. Η Κατς αποτελεί εξαίρεση.

Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή μεγάλο μέρος της απάτης οργανώνεται στο εξωτερικό, σε χώρες όπως η Καμπότζη, η Μαλαισία και η Ουκρανία. Για τους εισαγγελείς των πόλεων και των πολιτειών όπου βρίσκονται τα θύματα, ο εντοπισμός και η δίωξη των δραστών είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.

«Πώς μπορεί μια τοπική εισαγγελική αρχή να αντιμετωπίσει ένα έγκλημα που διαπράττεται στην άλλη πλευρά ενός ωκεανού;» αναρωτήθηκε η Κατς.

Αδυνατώντας αρχικά να βρει τρόπο να φτάσει στους δράστες, η Κατς επικεντρώθηκε στην προστασία των θυμάτων.

Η εισαγγελία του Μπρούκλιν άρχισε να μεταδίδει ραδιοφωνικά μηνύματα δημόσιας ενημέρωσης στα ρωσικά, προειδοποιώντας για τις συγκεκριμένες απάτες. Παράλληλα, η Κατς δημιούργησε μια ομάδα αναλυτών με γνώσεις πληροφορικής, κρυπτονομισμάτων και τραπεζικών εργασιών.

Αντί να κινείται στους διαδρόμους των δικαστηρίων, όπως έκανε στην εισαγγελία του Μανχάταν, περνούσε πλέον μεγάλο μέρος της ημέρας μπροστά σε μια οθόνη, παρακολουθώντας Bitcoin και Tether να μετακινούνται από ψηφιακό πορτοφόλι σε ψηφιακό πορτοφόλι.

Στόχος της ήταν να κατανοήσει τη δομή των τεράστιων διεθνών δικτύων απάτης και να βρει τρόπο να τα σταματήσει.

Το blockchain γίνεται όπλο εναντίον των απατεώνων

Η παρακολούθηση των ψηφιακών ιχνών μοιάζει, σύμφωνα με την Κατς, με τη δουλειά ενός παραδοσιακού ντετέκτιβ που συλλέγει κάλυκες, φωτογραφίζει στοιχεία και αναζητά αποτυπώματα.

Το πλεονέκτημα των κρυπτονομισμάτων για τους ερευνητές είναι ότι μεγάλο μέρος των συναλλαγών είναι διαφανές. Οι κινήσεις καταγράφονται σε ένα δημόσιο λογιστικό βιβλίο, το blockchain, επιτρέποντας στους ερευνητές που διαθέτουν το κατάλληλο λογισμικό να παρακολουθούν τη διαδρομή των χρημάτων από το ένα ψηφιακό πορτοφόλι στο άλλο.

Ακολουθώντας τις συναλλαγές και εντοπίζοντας τα θύματα που συνδέονταν με αυτές, η Κατς και η ομάδα της κατάφεραν να ανακαλύψουν ιστοσελίδες που είχαν δημιουργήσει οι απατεώνες, καθώς και τα ψηφιακά πορτοφόλια που χρησιμοποιούσαν, και να προχωρήσουν γρήγορα στο κλείσιμό τους.

Καθώς η έρευνα προχωρούσε, άρχισαν να εμφανίζονται νέα μοτίβα. Πολλές fake ιστοσελίδες είχαν παρόμοια αισθητική και επωνυμία. Η ομάδα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε απέναντί της δεκάδες ή εκατοντάδες ανεξάρτητες επιχειρήσεις, αλλά λίγες ομάδες που βρίσκονταν πίσω από μεγάλο μέρος των απατών.

Η υποδομή τους φαινόταν να βρίσκεται στην Ανατολική Ευρώπη, μεταξύ άλλων και στην Ουκρανία.

Το παιχνίδι της «γάτας με το ποντίκι»

Τον Ιούνιο του 2024, μόλις 10 μήνες μετά την πρόσληψη της Κατς, η VCU κατάσχεσε ένα δίκτυο 70 ιστοσελίδων απάτης, οι οποίες συνδέονταν με μια επιχείρηση που είχε αποσπάσει 5 εκατ. δολάρια από ρωσόφωνους στις ΗΠΑ.

Οι απώλειες των θυμάτων κυμαίνονταν από 18.000 έως περίπου 117.000 δολάρια, ενώ μόνο στο Μπρούκλιν ξεπερνούσαν συνολικά το 1 εκατ. δολάρια.

Όμως τα τηλεφωνήματα συνέχισαν να έρχονται.

Ο Μαρκ, ένας 74χρονος Ουκρανός μετανάστης που ζει στο Μπρούκλιν, ανταποκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 σε διαφήμιση στο Facebook που στόχευε ρωσόφωνους χρήστες. Ένας εκπρόσωπος επικοινώνησε μαζί του και μέσα σε λίγες ημέρες άρχισε να στέλνει χρήματα για έναν λογαριασμό που πίστευε ότι αφορούσε επενδύσεις.

Στην αρχή, οι επενδύσεις του έδειχναν να αυξάνονται. «Στην αρχή είναι τόσο ευγενικοί και σωστοί, αλλά μόλις αρχίσεις να ζητάς τα χρήματά σου πίσω, γίνονται αγενείς», είπε.

Περίπου έναν μήνα αργότερα, οι απατεώνες εξαφανίστηκαν. Ο Μαρκ είχε χάσει περίπου 200.000 δολάρια.

«Υπήρχε άγχος, θυμός. Ήταν πολύ δύσκολο να το πω στην οικογένειά μου».

Η Κατς άρχισε να συνεργάζεται με ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων για τον εντοπισμό και τη μαύρη λίστα ύποπτων πορτοφολιών που συνδέονταν με απάτες. Οι απατεώνες, όμως, συχνά μετακινούνταν σε άλλο ανταλλακτήριο και η καταδίωξη ξεκινούσε από την αρχή.

Ήταν, όπως το περιέγραψε, ένα παιχνίδι «χτυπάω τον τυφλοπόντικα».

Η εισαγγελέας που τηλεφωνεί στα θύματα

Η Κατς και η ομάδα της δοκίμασαν και άλλες μεθόδους. Εξασφάλισαν εντάλματα που τους επέτρεπαν να αποκλείουν τους απατεώνες από τους λογαριασμούς email που συνδέονταν με τις ιστοσελίδες τους. Στη συνέχεια αντλούσαν από αυτές στοιχεία επικοινωνίας πελατών, ώστε να εντοπίζουν και να προειδοποιούν τα θύματα.

Η Γιούλια Μαρινένκο βρισκόταν στο σπίτι με το μωρό της στις αρχές του περασμένου έτους, όταν είδε στο Facebook μια διαφήμιση που υποσχόταν τεράστιες αποδόσεις μέσω μιας εφαρμογής επενδύσεων με τεχνητή νοημοσύνη.

Μόλις 15 λεπτά αφότου συμπλήρωσε τα προσωπικά της στοιχεία, δέχθηκε τηλεφώνημα στο WhatsApp από έναν άνθρωπο που μιλούσε ρωσικά.

Σύντομα, η 36χρονη ανθοπώλισσα από το Καζακστάν πίστεψε ότι κέρδιζε μεγάλα ποσά επενδύοντας σε νομίσματα και εμπορεύματα. Εκείνη και ο σύζυγός της αποφάσισαν να βάλουν ακόμη περισσότερα χρήματα, ανεβάζοντας τη συνολική επένδυση στα 10.000 δολάρια.

Τα πράγματα πήραν σκοτεινή τροπή όταν οι απατεώνες της είπαν ότι είχε καταχωρίσει λανθασμένα μια συναλλαγή και ότι χρωστούσε δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Η ίδια προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει τα χρήματα, τα οποία οι δράστες προσφέρθηκαν μάλιστα να της δανείσουν.

Τότε ο σύζυγός της δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από την Κατς.

Η ομάδα της παρακολουθούσε ένα γνωστό cluster crypto απάτης όταν εντόπισε μια κατάθεση μερικών εκατοντάδων δολαρίων σε Bitcoin. Πολλές απάτες ξεκινούν με μικρές μεταφορές χρημάτων σε ύποπτους λογαριασμούς ανταλλακτηρίων.

Η Κατς ζήτησε από το ανταλλακτήριο τα στοιχεία KYC (Know Your Customer) και έλαβε τον αριθμό τηλεφώνου του συζύγου της Μαρινένκο.

«Ήταν σοκ», είπε η Μαρινένκο. Εκείνη και ο σύζυγός της είχαν πειστεί τόσο πολύ ότι τα κέρδη ήταν πραγματικά, ώστε σκεφτόντουσαν να χρησιμοποιήσουν αυτό που πίστευαν ότι ήταν ένα κέρδος 50.000 δολαρίων για προκαταβολή σε ένα σπίτι.

Αντί γι’ αυτό, έχασαν τα πραγματικά 10.000 δολάρια που είχαν δώσει στους απατεώνες.

«Η περιγραφή της δουλειάς μου είναι ότι είμαι αυτή που φέρνει τα άσχημα νέα», είπε η Κατς.

Συχνά είναι αδύνατο να ανακτηθούν τα χρήματα που έχουν ήδη καταλήξει στα δίκτυα των απατεώνων. Η Κατς, ωστόσο, προσπάθησε να κατασχέσει όσο περισσότερα κρυπτονομίσματα μπορούσε και να τα επιστρέψει στα θύματα.

Στις αρχές Οκτωβρίου, η ομάδα της βρισκόταν στη διαδικασία επιστροφής περίπου 300.000 δολαρίων από απάτες που είχαν στοχοποιήσει τη ρωσόφωνη κοινότητα του Μπρούκλιν.

Η μεγάλη τεχνολογική ανακάλυψη

Η Κατς ένιωθε ικανοποίηση όταν κατάφερνε να επιστρέψει χρήματα στα θύματα. Υποθέσεις όπως εκείνες της Μαρινένκο και του Μαρκ, όμως, επιβεβαίωναν ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζε από την πρώτη ημέρα: όταν έφτανε σε ένα θύμα, μεγάλο μέρος της ζημιάς είχε ήδη γίνει.

Η κατάσχεση και το κλείσιμο των απατηλών ιστοσελίδων δεν αρκούσαν.

Έτσι, στις αρχές του 2026 άρχισε να σχεδιάζει μια στρατηγική που θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερο πλήγμα, χτυπώντας την ίδια τη μηχανή που επέτρεπε στα δίκτυα απάτης να λειτουργούν.

Αντί να κατασχέσει απλώς τις ιστοσελίδες, θα στρεφόταν εναντίον της υποδομής που βρισκόταν πίσω από αυτές.

«Η μεγάλη, μεγάλη τεχνολογική ανακάλυψη ήταν οι διακομιστές», είπε.

Η ομάδα της κατάφερε να εντοπίσει ποιοι διακομιστές βρίσκονταν πίσω από τις απάτες, χρησιμοποιώντας τεχνικές που η Κατς αρνήθηκε να αποκαλύψει, ώστε να προστατεύσει τα επιχειρησιακά μυστικά της.

Όταν διαπιστώθηκε ότι πολλοί από τους διακομιστές βρίσκονταν στην Ανατολική Ευρώπη, η εισαγγελία του Μπρούκλιν ζήτησε τη συνδρομή του FBI.

Από το σπίτι της, η Κατς κάθισε μπροστά στην οθόνη της όταν ξεκίνησε η επιχείρηση και παρακολούθησε την ομάδα της να καταλαμβάνει και να διακόπτει τη λειτουργία περισσότερων από 240 ιστοσελίδων crypto απάτης και 112 διακομιστών υπολογιστών που ελέγχονταν από το εγκληματικό δίκτυο.

Ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία στην καριέρα της. Παρότι δεν έγιναν συλλήψεις, η εισαγγελία του Μπρούκλιν χαρακτήρισε την επιχείρηση «μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις κυβερνοδιατάραξης που έχει πραγματοποιήσει τοπική εισαγγελική αρχή».

Λίγες ημέρες αργότερα, άρχισαν να καταφθάνουν τηλεφωνήματα από θύματα που είχαν δει τις προειδοποιητικές ανακοινώσεις στις ιστοσελίδες που είχαν κατασχεθεί.

«Επιστρέψαμε και πάλι στο να φέρνουμε άσχημα νέα», είπε η Κατς.

Exit mobile version