Η ρωσική αμυντική βιομηχανία οδεύει προς αισθητή επιβράδυνση μέσα στο έτος, καθώς το Κρεμλίνο φαίνεται να μετατοπίζει το βάρος από τη συνεχή κλιμάκωση των πολεμικών δαπανών στην ανάγκη διατήρησης της μακροοικονομικής ισορροπίας και της δημοσιονομικής αντοχής, εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία.
Οι κλάδοι που εξαρτώνται από τις κρατικές αμυντικές παραγγελίες – όπως η παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού και εξαρτημάτων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυρομαχικών – αναμένεται να καταγράψουν ετήσια αύξηση μόλις 4% έως 5% το 2026, έναντι ρυθμών κοντά στο 30% που σημειώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, σύμφωνα με την τριετή πρόβλεψη του ρωσικού Υπουργείου Οικονομίας.
Η εκρηκτική διεύρυνση της οπλοπαραγωγής, που στηρίχθηκε σε γενναίες κρατικές χρηματοδοτήσεις, συνεχή λειτουργία εργοστασίων σε 24ωρη βάση και μετακίνηση εργατικού δυναμικού από πολιτικούς τομείς, αρχίζει να χάνει την ορμή της, καθώς η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εισέρχεται στο τέταρτο έτος της. Η επιβράδυνση αυτή αντανακλά την αντίδραση της κυβέρνησης στις εντεινόμενες πιέσεις που δέχεται η ρωσική οικονομία, την ώρα που ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν εξακολουθεί να προβάλλει μαξιμαλιστικές εδαφικές αξιώσεις στις συνομιλίες υπό την αιγίδα των ΗΠΑ για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Οι αμυντικές δαπάνες, αν και παραμένουν η μεγαλύτερη επιμέρους κατηγορία στον κρατικό προϋπολογισμό, αποτέλεσαν το μοναδικό σημαντικό κονδύλι στο οποίο προχώρησαν περικοπές οι ρωσικές αρχές, ενώ οι συνολικές κρατικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν απλώς με ρυθμό αντίστοιχο του πληθωρισμού. Συνολικά, οι δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τον πόλεμο προβλέπεται να μειωθούν φέτος σχεδόν κατά 11%, μετά την άνοδο άνω του 30% που κατεγράφη το προηγούμενο έτος.
Ανώτατα κυβερνητικά στελέχη έχουν ήδη προαναγγείλει αλλαγή προσανατολισμού. Ο υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ, ο οποίος πριν από δύο χρόνια είχε δηλώσει ότι η δημοσιονομική πολιτική εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση της στρατιωτικής νίκης, έχει έκτοτε επανακαθορίσει τους στόχους γύρω από έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, ικανό να αντέξει χαμηλότερες τιμές πετρελαίου και αυστηρότερες κυρώσεις.
Ο πρώτος αναπληρωτής πρωθυπουργός Ντένις Μαντούροφ ενημέρωσε τον Πούτιν, σε συνάντηση τον Ιανουάριο, ότι το ποσοστό των πολιτικών προϊόντων στην παραγωγή των εργοστασίων της αμυντικής βιομηχανίας ξεπέρασε το 30% το 2025, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να διευρύνει περαιτέρω τα πολιτικά έργα που αναλαμβάνουν στρατιωτικές επιχειρήσεις.
«Η πρόβλεψη του Υπουργείου Οικονομίας έχει μια απλή εξήγηση: το 2026 η δημοσιονομική πολιτική θα γίνει πιο περιοριστική», δήλωσε η Τατιάνα Ορλόβα, επικεφαλής οικονομολόγος της Oxford Economics.
Η περαιτέρω αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε περιβάλλον μειωμένων εσόδων θα απαιτούσε μεταφορά πόρων από άλλες κυβερνητικές προτεραιότητες και αύξηση του δημόσιου χρέους. Παράλληλα, θα ενίσχυε τις πληθωριστικές πιέσεις, παρατείνοντας την περίοδο υψηλών επιτοκίων και επιβαρύνοντας περαιτέρω τους πολιτικούς κλάδους της οικονομίας.
Παρότι οι δημοσιονομικοί στόχοι βασίζονται σε μακροοικονομικές εκτιμήσεις που μπορούν να αναθεωρηθούν εντός του έτους, αντικατοπτρίζουν τη σημερινή προσέγγιση των υπευθύνων χάραξης πολιτικής ως προς την εξισορρόπηση μεταξύ οικονομικής σταθερότητας και στρατιωτικής ισχύος.
«Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, οι επιλογές θα κινούνται σε ένα σταυροδρόμι – μεταξύ της συνέχισης της διοχέτευσης πόρων στον πόλεμο ή της σταδιακής μετάβασης σε μια κατάσταση ημιπολέμου», ανέφερε ο Alexander Gabuev, διευθυντής του Carnegie Russia Eurasia Center στο Βερολίνο, επισημαίνοντας ως κρίσιμες μεταβλητές τις διαπραγματεύσεις και την κατάσταση στο πεδίο των μαχών.
Η Ρωσία αντιμετωπίζει αυξανόμενους περιορισμούς στα έσοδα λόγω χαμηλότερων τιμών πετρελαίου, μεγαλύτερων εκπτώσεων στο αργό και αυστηρότερων λογιστικών εμποδίων από τις κυρώσεις. Το ισχυρό ρούβλι επιτείνει την πίεση, ενώ τα ρευστά διαθέσιμα του κρατικού επενδυτικού ταμείου πλησιάζουν το κατώτατο όριο ασφάλειας, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να καλύπτει το δημοσιονομικό έλλειμμα κυρίως μέσω νέου δανεισμού.
«Οι δημόσιες δαπάνες έχουν φτάσει σε επίπεδα κοντά στα όρια αντοχής της σημερινής ρωσικής οικονομίας», σημείωσε ο Alexander Shirov, επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Προβλέψεων της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών.
Τα μηνιαία στοιχεία δείχνουν ήδη επιβράδυνση στον αμυντικό τομέα. Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομίας, η αύξηση της παραγωγής στον κλάδο οπτικών και ηλεκτρονικών συστημάτων – που περιλαμβάνει εξαρτήματα στρατιωτικού εξοπλισμού – υποχώρησε στο 11% το 2025 από 28% το 2024. Η παραγωγή ειδών μεταφορών, όπως άρματα μάχης και οχήματα μάχης, μειώθηκε στο 27% από 34%, ενώ τα τελικά μεταλλικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων όπλων και βομβών, κατέγραψαν αύξηση 14% από 32% έναν χρόνο πριν.
Τα διαρθρωτικά οικονομικά εμπόδια αυξάνουν επιπλέον το κόστος της διατήρησης της αμυντικής επέκτασης. Η εντατική πρόσληψη από στρατιωτικά εργοστάσια – περίπου 800.000 εργαζόμενοι τα τελευταία τρία χρόνια – επιδείνωσε την έλλειψη προσωπικού και ενίσχυσε τον ανταγωνισμό μισθών με τους πολιτικούς κλάδους. Η απότομη άνοδος των μισθών τροφοδότησε τον πληθωρισμό, οδηγώντας την κεντρική τράπεζα στη διατήρηση ιστορικά υψηλών επιτοκίων, πριν αρχίσει σταδιακή χαλάρωση.
Η δημοσιονομική σύσφιξη ενδέχεται να δώσει μεγαλύτερο περιθώριο για περαιτέρω νομισματική χαλάρωση, προσφέροντας πολυπόθητη ανάσα στην ευρύτερη οικονομία.
«Συνολικά, η κρατική ζήτηση θα είναι σαφώς πιο περιορισμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια», δήλωσε ο Σεργκέι Κονίγκιν, επικεφαλής οικονομολόγος της Sinara Bank. «Ο βασικός υποστηρικτικός παράγοντας για το 2026 θα είναι η συνέχιση της νομισματικής χαλάρωσης, που μπορεί να ενισχύσει την επενδυτική δραστηριότητα σε όλους τους τομείς».
Διαβάστε ακόμη
Κέβιν Γουόρς: Ποιος είναι ο εκλεκτός του Τραμπ για επικεφαλής της Fed
Αλουμίνιο: Γιατί η Goldman Sachs παραμένει «αρκούδα» – Ο ρόλος της Κίνας και η Ινδονησία (γραφήματα)
Η ιδέα πίσω από το πρώτο ρομπότ που αλλάζει τις χειρουργικές επεμβάσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
