search icon

Bloomberg

ΗΠΑ: Στα 1,99 τρισ. δολάρια το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2026 λόγω αύξησης των δαπανών

Το έλλειμμα διευρύνθηκε κατά περίπου 12%, καθώς οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν ταχύτερα από τα έσοδα – Προειδοποιήσεις για την πορεία του αμερικανικού χρέους τα επόμενα χρόνια

Το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού των ΗΠΑ διευρύνθηκε σε σχεδόν 2 τρισ. δολάρια κατά το δημοσιονομικό έτος 2026, υπενθυμίζοντας για ακόμη μία φορά το μέγεθος των δανειακών αναγκών της αμερικανικής κυβέρνησης και διατηρώντας τη χώρα σε τροχιά καταγραφής ιστορικά υψηλού επιπέδου χρέους τα επόμενα χρόνια.

Για το δημοσιονομικό έτος που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, το έλλειμμα αυξήθηκε στα 1,99 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε την Παρασκευή το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών. Πρόκειται για αύξηση περίπου 12% σε σχέση με το έλλειμμα των 1,78 τρισ. δολαρίων που καταγράφηκε το προηγούμενο έτος. Οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 5%, φτάνοντας τα 7,4 τρισ. δολάρια, ενώ τα έσοδα ενισχύθηκαν κατά περίπου 3%, στα 5,4 τρισ. δολάρια.

Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει επισημάνει ότι οι επιστροφές δασμών αποτελούν βασικό παράγοντα διεύρυνσης του ελλείμματος, αφού προηγουμένως είχε τονίσει τη μείωσή του το 2025. Οι επιστροφές αυτές συνδέονται με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο, με την οποία ακυρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων δασμών που επέβαλε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατά τη δεύτερη θητεία του. Η κυβέρνηση βρίσκεται στη διαδικασία δημιουργίας ενός νέου πλέγματος δασμών, αξιοποιώντας άλλες νομοθετικές διατάξεις, μεταδίδει το Bloomberg.

Πρόκειται για την τέταρτη συνεχόμενη χρονιά κατά την οποία το έλλειμμα διαμορφώνεται κοντά στα 2 τρισ. δολάρια. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι το έλλειμμα αντιστοιχούσε περίπου στο 6% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), ποσοστό ασυνήθιστα υψηλό σε μια περίοδο σχετικά χαμηλής ανεργίας. Επισήμως, το έλλειμμα μειώθηκε πέρυσι, ωστόσο αυτό οφειλόταν σε έναν λογιστικό χειρισμό: ο φορολογικός νόμος που ψήφισαν οι Ρεπουμπλικανοί το 2025 περιόρισε περαιτέρω τη χορήγηση φοιτητικών δανείων και το υπουργείο Οικονομικών κατέγραψε την αλλαγή αυτή ως μείωση των δαπανών του 2025.

Παρότι ο Μπέσεντ έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντιστρέψουν γρήγορα την ανοδική πορεία του χρέους —κυρίως χάρη σε έναν υψηλότερο και διατηρήσιμο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, καθώς η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύει την αμερικανική παραγωγικότητα— πολλοί οικονομολόγοι, επενδυτές, ακόμη και άλλοι υψηλόβαθμοι κρατικοί αξιωματούχοι, εμφανίζονται επιφυλακτικοί.

Προειδοποίηση από το ΔΝΤ

Η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, δήλωσε στις 14 Οκτωβρίου ότι «η ανάπτυξη, φυσικά, βοηθά, αλλά δεν μπορεί να επιφέρει αρκετά γρήγορα τις αναγκαίες προσαρμογές». Ο Ντέιβιντ Ζέρβος, ο οποίος διορίστηκε πρόσφατα σύμβουλος του Μπέσεντ, διαφώνησε με την εκτίμηση αυτή, δηλώνοντας στο CNBC ότι το ΔΝΤ έχει κάνει στο παρελθόν «προβληματικές» προβλέψεις.

Η προκάτοχος της Γκεοργκίεβα και σημερινή πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε την ίδια ημέρα ότι το έλλειμμα των ΗΠΑ «πρέπει να αντιμετωπιστεί, όπως συμβαίνει με κάθε χώρα που βρίσκεται, ξέρετε, σε αυτή την κατηγορία». Ο διευθυντής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), Φίλιπ Σουάγκελ, δήλωσε στις 8 Οκτωβρίου ότι δεν είναι «ρεαλιστικό» να σταθεροποιηθούν τα επίπεδα του αμερικανικού χρέους μόνο μέσω της οικονομικής ανάπτυξης.

Το ανεξάρτητο από κομματικές επιρροές CBO προειδοποίησε τον Φεβρουάριο ότι το χρέος των ΗΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται σε τροχιά να ξεπεράσει έως το 2030 το ιστορικό υψηλό του 106% που είχε καταγραφεί το 1946, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, σύμφωνα με έναν από τους δείκτες μέτρησής του, ξεπέρασε τον περασμένο μήνα το ιστορικό επίπεδο των 40 τρισ. δολαρίων.

Ο Μπέσεντ έχει δεσμευτεί να παρουσιάσει σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης, ενδεχομένως κατά τη μεταβατική περίοδο συνεδριάσεων του Κογκρέσου μετά τις εκλογές, εάν οι Ρεπουμπλικανοί χάσουν τον έλεγχο είτε της Βουλής των Αντιπροσώπων είτε της Γερουσίας.

Ωστόσο, στο μεταξύ, ο Τραμπ εξακολουθεί να προτείνει πρόσθετες δαπάνες. Έχει ζητήσει αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά σχεδόν 500 δισ. δολάρια, ενώ έχει επίσης υποσχεθεί επιταγές ύψους 5.000 δολαρίων σε κάθε Αμερικανό, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του επόμενου μήνα.

Exit mobile version