Η Σ. Αραβία θα ξεμείνει από περιουσιακά στοιχεία τα οποία μπορούν να στηρίξουν τις δαπάνες της εντός των επόμενων πέντε ετών εάν η κυβέρνησή της συνεχίσει την τρέχουσα οικονομική πολιτική, όπως τονίζει το ΔΝΤ, τονίζοντας ότι και η πλούσια χώρα της αραβικής χερσονήσου θα πρέπει να προχωρήσει σε δημοσιονομική προσαρμογή, με δεδομένη και την πτώση της τιμής του μαύρου χρυσού.
Το ίδιο ισχύει και για χώρες όπως το Μπαχρέιν και το Ομάν, προσθέτει το Ταμείο. Αντίθετα Κουβέιτ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κατάρ διαθέτουν περισσότερες χρηματοοικονομικές πηγές, οι οποίες μπορούν να στηρίξουν τις οικονομίες τους για την επόμενη 20ετία.
Πάντως οι αρχές της Σ. Αραβίας έχουν, ήδη, ανακοινώσει ότι θα προχωρήσουν σε μείωση των δαπανών, με στόχο να μειωθεί το έλλειμμα προϋπολογισμού της χώρας. Πάντως αρκετοί αξιωματούχοι έχουν υποστηρίξει ότι η οικονομία του βασιλείου, του μεγαλύτερου του αραβικού κόσμου, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αντέξει την πτώση στην τιμή πετρελαίου, κάτι το οποίο αποδείχθηκε και κατά την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Όμως το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι τα μέτρα που έχουν λάβει οι μεγάλοι εξαγωγείς πετρελαίου «δεν είναι τα αρκετά προκειμένου να επιτευχθούν οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής». «Με τις πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα, οι χώρες θα ξεμείνουν από χρηματοοικονομικούς πόρους σε λιγότερο από πέντε χρόνια, εξαιτίας των υψηλών ελλειμμάτων», προσθέτει το Ταμείο.
Συγκέντρωση συναλλαγματικών αποθεμάτων
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Σ. Αραβία έχει συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό συναλλαγματικών αποθεμάτων κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, κάτι που βοήθησε την οικονομία της να «απορροφήσει» την αρνητική επίδραση από την πτώση της τιμής πετρελαίου. Άλλωστε το χρέος της χώρας υποχώρησε στο 2% του ΑΕΠ το 2014, όντας το μικρότερο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Όμως η πτώση στην τιμή του πετρελαίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% των εσόδων της Σ. Αραβίας, αναγκάζει την κυβέρνηση να καθυστερήσει σειρά από projects αλλά και να προχωρήσει στην πώληση ομολόγων, για πρώτη φορά από το 2007.
Έλλειμμα προϋπολογισμού
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το έλλειμμα της Σ. Αραβίας θα διαμορφωθεί στο 20% του ΑΕΠ φέτος, μετά την ανακοίνωση του Βασιλιά Salman ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πάρουν εφάπαξ μπόνους φέτος, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο όταν ανέβηκε στον θρόνο. Το 2016 το έλλειμμα εκτιμάται ότι θα αγγίξει το 19,4% του ΑΕΠ.
«Υπάρχουν ορισμένες προτάσεις για εφάπαξ δαπάνες φέτος, οι οποίες έχουν εφαρμοστεί και αυτό έχει αυξήσει τις ανάγκες», τονίζει ο Masood Ahmed, επικεφαλής του ΔΝΤ για Μέση Ανατολή και Κεντρική Ασία.
«Το έλλειμμα της χώρας θα υποχωρήσει σημαντικά ως ποσοστό επί του ΑΕΠ την επόμενη 5ετία, αλλά θα παραμείνει υψηλό και ως εκ τούτου υπάρχουν πολλοί λόγοι να βρεθούν τρόποι ώστε να υποχωρήσει σε περισσότερο διαχειρίσιμα επίπεδα», προσθέτει το στέλεχος του ΔΝΤ.
Από την πλευρά του ο David Butter, στέλεχος του Chatham House, υποστηρίζει ότι η κρίση δεν πρόκειται να εκδηλωθεί άμεσα.
«Διαθέτουν την επιλογή του δανεισμού αλλά και αυτή της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Επίσης μπορούν να εφαρμόσουν μία πιο αποτελεσματική φορολογική πολιτική και ίσως να προχωρήσουν σε κάποιες ιδιωτικοποιήσεις», τόνισε μιλώντας στο Bloomberg. Προσέθεσε, πάντως, ότι «εάν η κυβέρνηση δεν αναπτύξει τρόπους αύξησης των εσόδων που δεν προέρχονται από την πώληση πετρελαίου τότε εντός των επόμενων πέντε έως δέκα ετών θα υπάρξουν μεγάλα προβλήματα».
Πώληση χρέους
Η Σ. Αραβία έχει προχωρήσει στην έκδοση χρέους ύψους 55 δισ. ρεάλς (14,7 δισ. δολ.) από την αρχή του έτους, με το ΔΝΤ να εκτιμά ότι το χρέος θα φθάσει στο 17% του ΑΕΠ το 2016.
Η Σ. Αραβία έχει ταχθεί υπέρ της αύξησης παραγωγής από τον ΟΠΕΚ προκειμένου να διατηρήσει το μερίδιο που κατέχει στην παγκόσμια αγορά, ακόμη και εάν η τιμή πετρελαίου έχει υποχωρήσει χαμηλότερα από τα 50 δολ. το βαρέλι.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι Ομάν και Μπαχρέιν αντιμετωπίζουν περισσότερους κινδύνους από τους πλούσιους γείτονές τους, λόγω της πτώσης των πετρελαϊκών τιμών, καθώς διαθέτουν μικρότερες ποσότητες πετρελαίου προς πώληση, έχουν πιο αδύναμα δημοσιονομικά μεγέθη, ενώ το Μπαχρέιν έχει υψηλότερο χρέος.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το χρέος του Ομάν θα φθάσει στο 17,7% του ΑΕΠ φέτος και στο 20% του ΑΕΠ το 2016. Για το Μπαχρέιν προβλέπει χρέος στο 14,2% του ΑΕΠ φέτος και στο 13,9% του ΑΕΠ το 2016.
