Οι Κεντρικοί Τραπεζίτες δεν είναι πλέον ικανοί να «κόψουν» την πτώση των διεθνών αγορών.
Οι ασκούντες τη νομισματική πολιτική, σωτήρες των αγορών κατά τη διάρκεια της προηγούμενης 10ετίας, είτε μέσω της υπόσχεσης για μείωση επιτοκίων είτε μέσω της εφαρμογής προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, δεν έχουν πλέον περιθώρια για περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων ή για επιπλέον αγορές. Ακόμη και όσοι είναι πρόθυμοι να κλιμακώσουν τη δράση του, μάλλον εμφανίζονται αβέβαιοι εάν αυτή η κίνηση θα έχει κάποιο αποτέλεσμα.
Ως εκ τούτου οι επενδυτές θα πρέπει να μάθουν μόνοι τους να χειρίζονται τις αγορές όταν συμβαίνουν γεγονότα όπως αυτά με την Κίνα ή τα μακροοικονομικά δεδομένα απογοητεύουν .
«Ο μύθος της νομισματικής πολιτικής ολοκληρώνει τον κύκλο του», τονίζει ο Didier Saint Georges, στέλεχος της επενδυτικής επιτροπής της Carmignac Gestion, εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων και προσθέτει ότι «καθώς οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν μεγάλες δυνατότητες με την εφαρμογή προγραμμάτων στήριξης, το 2016 αναμένεται ότι θα είναι ένα ακόμη έτος που οι αγορές θα «ξυπνήσουν» στην οικονομική πραγματικότητα».
Πάντως στελέχη της Fed υποστήριξαν αυτήν την εβδομάδα ότι η τράπεζα θα συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια. Οι ΕΚΤ και Τράπεζα της Ιαπωνίας ολοκλήρωσαν το περασμένο έτος υποβαθμίζοντας τις εκτιμήσεις ότι θα αυξήσουν τα προγράμματα στήριξης.
Όμως θα πρέπει να κατανοήσουν ότι αυτοί φταίνε (σ.σ.: οι κεντρικοί τραπεζίτες) που μετατράπηκαν σε παράγοντα μεταβλητότητας, όπως τονίζει ο Christopher Walen, κορυφαίο στέλεχος της Kroll Bond Rating Agency Inc.
Σε δηλώσεις του στην τηλεόραση του Bloomberg Television υπογράμμισε ότι η απόφαση των Κεντρικών Τραπεζών να διατηρήσουν κοντά στο μηδέν τα βασικά επιτόκια και να συνεχίζουν να αγοράζουν ομόλογα και άλλου τύπου ενεργητικό σημαίνει ότι «ασχολήθηκαν πολύ με την παγκόσμια οικονομία», ενώ θα έπρεπε να έχουν πιο περιορισμένο ρόλο και να αφήσουν μεγαλύτερα περιθώρια δράσης στις κυβερνήσεις.
Πάντως οι αναλυτές συναλλαγματικών αγορών της HSBC, σύμφωνα με report που δημοσιοποιήθηκε την τρέχουσα εβδομάδα, εξακολουθούν να είναι «ευαίσθητοι» στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών και μάλιστα κατά τον ισχυρότερο βαθμό των τελευταίων 15 ετών.
«Οι αγορές συναλλάγματος θα παραμείνουν υπερευαίσθητες αναφορικά με τις προοπτικές της νομισματικής πολιτικής έως ότου ξεπεράσουμε την τρέχουσα περίοδο εξαιρετικά ήπιας νομισματικής πολιτικής», υποστήριξε ομάδα αναλυτών της HSBC, με επικεφαλής τον David Bloom.
