Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ κατέθεσε αγωγή κατά του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της Υπηρεσίας Εσωτερικών Εσόδων (IRS), διεκδικώντας αποζημίωση τουλάχιστον 10 δισ. δολαρίων για μη εξουσιοδοτημένη διαρροή των φορολογικών του δηλώσεων στον Τύπο κατά την πρώτη του θητεία. Η υπόθεση ενδέχεται να μετακυλήσει ένα τεράστιο οικονομικό βάρος στους Αμερικανούς φορολογουμένους.
Η αγωγή κατατέθηκε την Πέμπτη σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Μαϊάμι από τον Τραμπ, τους γιους του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ, καθώς και από την Trump Organization, τον όμιλο που διαχειρίζεται τις ακίνητες περιουσίες του προέδρου. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα κατηγορήσει την IRS ότι επιχείρησε να τον υπονομεύσει για πολιτικούς λόγους.
Η υπόθεση των διαρροών πριν από τις εκλογές του 2020
Η αγωγή επαναφέρει στο προσκήνιο τη σύγκρουση που κορυφώθηκε λίγες εβδομάδες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2020, όταν οι New York Times δημοσίευσαν αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για τα φορολογικά στοιχεία του Τραμπ, βασισμένο σε δεδομένα που είχαν διαρρεύσει από την IRS. Ο πρώην εξωτερικός συνεργάτης της υπηρεσίας, Τσαρλς Λίτλτζον, παραδέχθηκε την ενοχή του για την κλοπή των φορολογικών δεδομένων του Τραμπ και τη διαρροή τους στην εφημερίδα. Παράλληλα, είχε υποκλέψει φορολογικά στοιχεία χιλιάδων ακόμη εύπορων Αμερικανών –μεταξύ αυτών του Κεν Γκρίφιν, του Έλον Μασκ και του Τζεφ Μπέζος– τα οποία διέρρευσαν στο ProPublica.
Στην αγωγή, ο δικηγόρος του Τραμπ, Αλεχάντρο Μπρίτο, υποστηρίζει ότι το Υπουργείο Οικονομικών και η IRS είχαν υποχρέωση να διασφαλίσουν την προστασία των εμπιστευτικών φορολογικών δηλώσεων από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση και δημοσιοποίηση, καθώς και να διαθέτουν επαρκή τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για να αποτρέψουν παράνομες ενέργειες όπως αυτές του Λίτλτζον.
Ένας πρόεδρος απέναντι στο ίδιο του το κράτος
Η αγωγή ενός εν ενεργεία προέδρου κατά της κυβέρνησης που ο ίδιος ηγείται δημιουργεί μια εξαιρετικά ασυνήθιστη θεσμική κατάσταση. Στελέχη του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα οποία υπηρετούν την κυβέρνησή του, ενδέχεται να κληθούν να αποφασίσουν αν θα υπάρξει συμβιβασμός και ποιο θα είναι το ύψος της αποζημίωσης.
Το Υπουργείο Οικονομικών δεν σχολίασε άμεσα την υπόθεση, ενώ ούτε οι New York Times ούτε το ProPublica απάντησαν σε αιτήματα για σχόλιο. Τα δύο μέσα δεν κατηγορούνται για παράνομη πράξη.
Αγωγές δεκάδων δισεκατομμυρίων
Η συγκεκριμένη υπόθεση προστίθεται σε μια σειρά αγωγών που έχει καταθέσει ο Τραμπ ή ο επιχειρηματικός του όμιλος τον τελευταίο χρόνο, στοχεύοντας μέσα ενημέρωσης και τράπεζες, μεταξύ των οποίων και η JPMorgan Chase. Το συνολικό ύψος των αποζημιώσεων που διεκδικεί πλέον ξεπερνά τα 50 δισ. δολάρια.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των New York Times, τα στοιχεία της IRS έδειχναν ότι ο Τραμπ είχε καταβάλει μόλις 750 δολάρια σε ομοσπονδιακούς φόρους εισοδήματος το 2016 και το 2017, ενώ δεν πλήρωσε καθόλου φόρους σε 10 από τα προηγούμενα 15 χρόνια, λόγω μεγάλων ζημιών που συμψήφιζαν τα κέρδη. Το δημοσίευμα ανέφερε επίσης ότι πολλές από τις επιχειρήσεις του αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες, ενώ ο Τραμπ είχε εισοδήματα εκατομμυρίων δολαρίων από το εξωτερικό κατά την πρώτη του θητεία στον Λευκό Οίκο.
Τότε, ο Τραμπ είχε απορρίψει το ρεπορτάζ χαρακτηρίζοντάς το «εντελώς ψευδές». Η υπόθεση πυροδότησε πολυετή πολιτική και θεσμική αντιπαράθεση, με Δημοκρατικούς βουλευτές να επιδιώκουν τη δημοσιοποίηση των φορολογικών του στοιχείων.
Ο Λίτλτζον καταδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2024 σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών, αφού παραδέχθηκε ότι εργάστηκε στην IRS με στόχο να αποκτήσει πρόσβαση στα φορολογικά δεδομένα του Τραμπ. Ο συνήγορός του δήλωσε στο δικαστήριο ότι ενήργησε από «βαθιά ηθική πεποίθηση» πως οι Αμερικανοί πολίτες είχαν δικαίωμα να γνωρίζουν.
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, το Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι ακύρωσε συμβάσεις ύψους 21 εκατ. δολαρίων με την Booz Allen Hamilton, όπου εργαζόταν ο Λίτλτζον, κατηγορώντας τη συμβουλευτική εταιρεία ότι δεν προστάτευσε επαρκώς τα δεδομένα φορολογουμένων. Σύμφωνα με την IRS, 406.000 φορολογούμενοι επηρεάστηκαν από τη διαρροή που σημειώθηκε την περίοδο 2018–2020.
Η Booz Allen δήλωσε ότι επιθυμεί να συζητήσει το ζήτημα με το Υπουργείο Οικονομικών, αποστασιοποιήθηκε από τον Λίτλτζον και υποστήριξε ότι η παράνομη δράση του έλαβε χώρα σε κυβερνητικά συστήματα, όχι στα δικά της.
Οι άλλες νομικές μάχες
Η νέα αγωγή κατά της IRS έρχεται σε συνέχεια σωρείας προσφυγών του Τραμπ, με τις οποίες κατηγορεί την JPMorgan και την Capital One ότι τον «αποτραπεζοποίησαν» για πολιτικούς λόγους. Παράλληλα, έχει καταθέσει αγωγές δυσφήμισης κατά των New York Times, της Wall Street Journal και του BBC. Οι υποθέσεις του κατά των ABC και CBS έκλεισαν με συμβιβασμό συνολικού ύψους 31 εκατ. δολαρίων.
Η IRS δεν είναι ο μοναδικός κρατικός φορέας που έχει βρεθεί στο στόχαστρο του Τραμπ. Ο πρόεδρος έχει δηλώσει ότι διεκδικεί εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του στις έρευνες για πιθανή συνεργασία της εκστρατείας του 2016 με τη Ρωσία και για τη διαχείριση διαβαθμισμένων εγγράφων μετά την αποχώρησή του από την προεδρία.
Ο ίδιος έχει αναγνωρίσει τη θεσμική ιδιαιτερότητα της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι ουσιαστικά «διαπραγματεύεται με τον εαυτό του», ενώ έχει δεσμευθεί ότι δεν θα κρατήσει προσωπικά οποιαδήποτε αποζημίωση προκύψει από χρήματα φορολογουμένων.
Όπως είπε πέρυσι: «Αν πάρω χρήματα από τη χώρα μας, θα κάνω κάτι καλό με αυτά, όπως να τα δώσω σε φιλανθρωπία ή στον Λευκό Οίκο, όσο αποκαθιστούμε το κτήριο».
Διαβάστε ακόμη
Η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει την αγορά εργασίας
Mega deal Sony – GIC: $3 δισ. για τη μουσική του αύριο και την εξαγορά μουσικών καταλόγων
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
