search icon

Bloomberg

Βρετανία προϋπολογισμός: Φοροελαφρύνσεις τώρα, αυξήσεις μετά – Στο 6% ο πρόσθετος φόρος στις τράπεζες (γραφήματα)

Προσωρινές ελαφρύνσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις προβλέπει ο βρετανικός προϋπολογισμός που παρουσιάστηκε την Τετάρτη, με τον συμπληρωματικό φόρο στις τράπεζες να διπλασιάζεται στο 6% για 15 μήνες και το Λονδίνο να επιδιώκει υψηλότερα φορολογικά έσοδα

EPA/NEIL HALL

Προσωρινές φορολογικές ελαφρύνσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά και νέες επιβαρύνσεις για τον τραπεζικό κλάδο, περιλαμβάνει ο βρετανικός προϋπολογισμός, σε μια προσπάθεια της κυβέρνησης Μπέρναμ να αντιμετωπίσει την κρίση του κόστους ζωής χωρίς να εκτροχιάσει τα ήδη πιεσμένα δημόσια οικονομικά.

Το βασικό χαρακτηριστικό του σχεδίου που παρουσίασε σήμερα ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι είναι ότι η δημοσιονομική ανακούφιση θα είναι περιορισμένη χρονικά. Παρότι προβλέπονται μέτρα στήριξης για την τρέχουσα οικονομική χρήση, από το 2027-2028 η εικόνα αντιστρέφεται, καθώς η κυβέρνηση σχεδιάζει να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα.

Σύμφωνα με το ανεξάρτητο Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης της Βρετανίας (OBR), οι παρεμβάσεις του προϋπολογισμού θα μειώσουν τα δημόσια έσοδα κατά 1,7 δισ. στερλίνες (2,3 δισ. δολάρια) κατά την τρέχουσα οικονομική χρήση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η παράταση της μείωσης του ΦΠΑ στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.

Ωστόσο, η ανακούφιση αυτή δεν αναμένεται να έχει διάρκεια. Από τη δημοσιονομική χρήση 2027-2028, η κυβέρνηση σχεδιάζει να αντιστρέψει την τάση, επιδιώκοντας υψηλότερα έσοδα προκειμένου να καλύψει τις αυξημένες δαπάνες της.

Πρόσθετα φορολογικά έσοδα 20,6 δισ. στερλινών

Για τη χρηματοδότηση του προγράμματός του, ο Χίλι στηρίζεται κυρίως στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας με την οποία το κράτος εισπράττει τους ήδη υφιστάμενους φόρους, αλλά και σε στοχευμένες αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας, οι οποίες αφορούν πρωτίστως τις επιχειρήσεις.

Τα πέντε σημαντικότερα μέτρα αύξησης των εσόδων εκτιμάται ότι θα αποφέρουν συνολικά 20,6 δισ. στερλίνες από την τρέχουσα οικονομική χρήση έως το 2031-2032.

Στις παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνονται η μείωση των ορίων για τις φορολογικές αποσβέσεις κεφαλαιουχικών επενδύσεων, καθώς και η καθιέρωση νέου φορολογικού καθεστώτος για ξένα κράτη και κρατικούς φορείς.

Η επιλογή αυτή αποτυπώνει τη δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση που αντιμετωπίζει η βρετανική κυβέρνηση: από τη μία πλευρά επιδιώκει να περιορίσει την οικονομική πίεση στους πολίτες και από την άλλη να εξασφαλίσει πρόσθετους πόρους, χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα τις προοπτικές ανάπτυξης.

Στο 6% ο πρόσθετος φόρος των τραπεζών

Μία από τις σημαντικότερες ανακοινώσεις του προϋπολογισμού αφορά τις βρετανικές τράπεζες, στις οποίες επιβάλλεται πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση τριών ποσοστιαίων μονάδων, με αποτέλεσμα ο υφιστάμενος συμπληρωματικός φόρος να αυξηθεί από το 3% στο 6%.

Ο Τζον Χίλι ανακοίνωσε ότι η αύξηση θα έχει αυστηρά προσωρινό χαρακτήρα, καθώς θα ισχύσει για 15 μήνες, από τον Ιανουάριο του 2027 έως τις 31 Μαρτίου 2028.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του OBR, το μέτρο θα αποφέρει στα δημόσια ταμεία 1,5 δισ. στερλίνες (2 δισ. δολάρια) κατά τη διάρκεια εφαρμογής του, εκ των οποίων το 1 δισ. στερλίνες θα εισπραχθεί κατά τη δημοσιονομική χρήση 2027-2028.

Στα επίσημα έγγραφα του προϋπολογισμού του 2026 διευκρινίζεται μάλιστα ότι η περίοδος εφαρμογής του αυξημένου φόρου δεν πρόκειται να παραταθεί.

Η απόφαση αποτέλεσε ανακούφιση για τον τραπεζικό κλάδο, καθώς αρκετές τράπεζες φοβούνταν ότι η κυβέρνηση θα επανέφερε τον συμπληρωματικό φορολογικό συντελεστή στο 8%, επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν μειωθεί το 2023.

Η αντίδραση στο χρηματιστήριο του Λονδίνου ήταν θετική, με τις μετοχές των αγγλικών τραπεζών όπως η NatWest Group, η Lloyds Banking Group  και η Barclays να καταγράφουν σημαντική άνοδο, καθώς οι επενδυτές αξιολόγησαν τη φορολογική αύξηση ως ηπιότερη από εκείνη που φοβόταν ο κλάδος.

Καμία εξαίρεση για τις ξένες τράπεζες

Παρά την ανακούφιση των βρετανικών τραπεζών, η απόφαση δεν έμεινε χωρίς αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στη χώρα.

Στα έγγραφα του βρετανικού υπουργείου Οικονομικών δεν προβλέπεται εξαίρεση για τις ξένες τράπεζες με δραστηριότητα στη Βρετανία. Αυτό σημαίνει ότι εταιρείες όπως η JPMorgan Chase και η Citigroup, οι οποίες ήδη καταβάλλουν τον συμπληρωματικό φόρο, αναμένεται επίσης να επιβαρυνθούν από την αύξησή του.

Εκπρόσωπος της JPMorgan αναγνώρισε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η βρετανική οικονομία, αλλά επέκρινε την απόφαση της κυβέρνησης να επιβάλει εκ νέου πρόσθετους φόρους στον τραπεζικό κλάδο. Όπως υποστήριξε, η στοχοποίηση ενός κλάδου που αποτελεί σημαντική πηγή ανάπτυξης και απασχόλησης δεν στηρίζεται σε ορθές αρχές, ενώ παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι τράπεζες λειτουργούν σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά.

Από την πλευρά του, ο Τζον Χίλι αναγνώρισε τη συμβολή του χρηματοπιστωτικού τομέα στη βρετανική οικονομία. «Οι βρετανικές τράπεζες προσφέρουν τεράστια συνεισφορά στη χώρα, μέσω των φόρων που καταβάλλουν, των θέσεων εργασίας, της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των επενδύσεων που στηρίζουν», δήλωσε.

Απευθυνόμενος μάλιστα στους τραπεζικούς ομίλους, τόνισε ότι αναγνωρίζει και εκτιμά τον ρόλο τους στην οικονομία.

Πριν από την παρουσίαση του προϋπολογισμού, ο τραπεζικός κλάδος είχε ασκήσει έντονες πιέσεις για την αποτροπή νέων φορολογικών επιβαρύνσεων. Σε πρόσφατη επιστολή προς τον Χίλι και τον πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ, ο κλαδικός φορέας UK Finance είχε προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενη αύξηση του συμπληρωματικού φόρου στο 8% θα μπορούσε να μειώσει την οικονομική παραγωγή κατά 6 δισ. στερλίνες (8 δισ. δολάρια) μέσα σε πέντε χρόνια, πλήττοντας περισσότερο τις περιοχές εκτός Λονδίνου.

Μετά την ανακοίνωση του προϋπολογισμού, η UK Finance επανέλαβε ότι, κατά την άποψή της, η αύξηση της φορολογίας των τραπεζών δεν αποτελεί τον ενδεδειγμένο τρόπο ενίσχυσης της ανάπτυξης.

Χαρακτήρισε, ωστόσο, σημαντική τη δέσμευση του υπουργού Οικονομικών για τον προσωρινό χαρακτήρα του μέτρου, υποστηρίζοντας ότι το υφιστάμενο φορολογικό καθεστώς χρειάζεται ήδη αλλαγές ώστε να καταστεί περισσότερο ανταγωνιστικό διεθνώς.

Ο κίνδυνος μεταφοράς κερδών εκτός Βρετανίας

Το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης αναγνώρισε ότι η αύξηση του φορολογικού συντελεστή ενδέχεται να οδηγήσει ορισμένες τράπεζες στη μεταφορά μέρους των κερδών τους εκτός Βρετανίας.

Το OBR σημειώνει ότι το ενδεχόμενο αυτό έχει ληφθεί υπόψη στις εκτιμήσεις του, διευκρινίζοντας όμως ότι το μέγεθος μιας πιθανής μεταφοράς κερδών παραμένει αβέβαιο.

Πιο καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Barclays, Σ. Σ. Βενκατακρίσναν, ο οποίος είχε δηλώσει την προηγούμενη εβδομάδα, σε συνομιλία με δημοσιογράφους, ότι οι επιπτώσεις μιας φορολογικής αύξησης θα ήταν πιθανότατα διαχειρίσιμες. Είχε μάλιστα εκφράσει την πλήρη υποστήριξή του προς τον υπουργό Οικονομικών.

Ο αναλυτής της Shore Capital, Γκάρι Γκρίνγουντ, εκτίμησε ότι οι τράπεζες απέφυγαν τελικά τις βαρύτερες επιβαρύνσεις που είχαν συζητηθεί πριν από την παρουσίαση του προϋπολογισμού.

Σε γενικές γραμμές, το τελικό αποτέλεσμα του προϋπολογισμού αποτυπώνει τη βασική επιδίωξη της κυβέρνησης: να προσφέρει προσωρινή οικονομική ανάσα στα νοικοκυριά, μεταφέροντας μέρος του κόστους σε επιχειρήσεις και τράπεζες, χωρίς να προκαλέσει μεγαλύτερη αναστάτωση στην αγορά ή να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.

Exit mobile version