Η επιμονή της Γερμανίας να διατηρεί υπό έλεγχο τους μισθούς, έδωσε στη χώρα ένα άδικο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των υπόλοιπων οικονομιών της Ευρωζώνης και τις εμποδίζει να επιστρέψουν στην ανάπτυξη, αναφέρει μελέτη του Rosa Luxemburg Foundation, την οποία υπογράφουν ο Heiner Flassbeck και ο Κώστας Λαπαβίτσας.
Όπως διαπιστώνει η μελέτη, το εργατικό κόστος ανά μονάδα στη Γερμανία έχει παραμείνει σταθερό από τη δημιουργία του ευρώ.
Έτσι, έως τα τέλη της πρώτης δεκαετίας της ζωής του κοινού νομίσματος, το χάσμα στο κόστος και τις τιμές ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ν. Ευρώπη άγγιξε το 25%, φτάνοντας στο 15% ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία.
“Για να φανεί η επίπτωση: Ένα συγκρίσιμο προϊόν το οποίο το 1999 πωλούνταν στην ίδια τιμή σε όλες τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης, μπορούσε το 2010 να πουληθεί στη Γερμανία σε τιμή που ήταν κατά μέσο όρο, κατά 25% χαμηλότερη σε σχέση με άλλες χώρες του ευρώ”, αναφέρει η μελέτη.
Το Rosa Luxemburg Foundation διαφωνεί με το δόγμα Schaeuble ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ν. Ευρώπης θα αποτελέσει διέξοδο από την κρίση.
“Με αυτή τη λογική, η αναζωογόνηση της ΕΕ και ένα καλύτερο μέλλον μπορούν να έρθουν όταν όλες οι χώρες που σήμερα βρίσκονται σε κρίση, θα αντιγράψουν το γερμανικό μοντέλο. Οι μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη μείωση των μισθών είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Εάν πολλές χώρες επιδιώξουν αυτές τις πολιτικές ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα των μειώσεων στους μισθούς θα είναι μια δραματική μείωση της εσωτερικής ζήτησης σε όλες αυτές τις χώρες, και μία κατάρρευση των εμπορικών ροών μεταξύ τους”, τονίζει η μελέτη.