Με το κυνήγι των αποδόσεων στην εποχή των όλο και χαμηλότερων επιτοκίων να ξεπερνά κάθε προηγούμενο, και καθώς οι επενδυτές στρέφονται στα πιο ριψοκίνδυνα κρατικά ομόλογα, το Reuters αναρωτιέται: Ποιοι αγοράζουν αυτά τα πράγματα και μήπως πάσχουν από αμνησία;
Σε ποια ακριβώς ομόλογα αναφέρεται το Reuters; Πέραν των ελληνικών (αφού έχοντας λάβει προσφορές 20 δισ. ευρώ για την ομολογιακή έκδοση των 3 δισ. ευρώ σχεδιάζει τώρα και νέα έκδοση ομολόγου την επόμενη εβδομάδα – ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ), το πρακτορείο επισημαίνει επίσης την επιστροφή της Κύπρου στις αγορές ένα χρόνο μετά το κούρεμα των καταθέσεων και τη διάσωση, την ομολογιακή έκδοση του Ισημερινού μετά τις χρεοκοπίες του 2000 και του 2008 καθώς και την υπερκάλυψη του ομολόγου της Κένυας, την ώρα που αντιμετωπίζει τις επιθέσεις ισλαμιστών ανταρτών.
Και οι τέσσερις ομολογιακές εκδόσεις αξιολογούνται στην κατηγορία junk, κάτι που αντιστοιχεί σε προειδοποίηση ότι ενδέχεται να σημειωθούν δυσκολίες στην αποπληρωμή τους.
Συνήθως, αυτού του είδους οι εκδότες προσφέρουν πολύ υψηλά επιτόκια για να αντισταθμίσουν το ρίσκο, όμως, στον κόσμο των χαμηλών επιτοκίων, οι αποδόσεις αυτές έχουν συρρικνωθεί.
Το 10ετές ομόλογο της Κένυα έδωσε απόδοση 6,875% στην έκδοσή του, του Ισημερινού 7,95% και της Κύπρου 4,85%.
Μετά από αυτά, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), προειδοποίησε αυτή την εβδομάδα ότι το προ της κρίσης πιστωτικό περιβάλλον επιστρέφει, με τα συνταξιοδοτικά ταμεία και τους μακροπρόθεσμους επενδυτές να αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερα ρίσκα.
“Η μοναδική διαφορά με το 2006/2007 είναι ότι οι πρωταγωνιστές δεν είναι πια οι τράπεζες. Τώρα μπαίνουν και οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές”, λέει ο επικεφαλής οικονομολόγος της BIS, Hyung Song Shin.
Πώς φτάνουν, όμως, αυτοί οι συνταξιούχοι και οι υπόλοιποι συντηρητικοί επενδυτές, να δανείζουν κατά τους συρροή defaulters και τα σχεδόν χρεοκοπημένα κράτη;
Πολύ απλά, ελπίζουν ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Άλλοι, ελπίζουν ότι θα έχουν πουλήσει τα ομόλογα πριν να δουν το τέλος αυτής της ιστορίας.
Αλλά εάν ένα μεγάλο ποσοστό εκείνων που αγοράζουν στις δημοπρασίες, πουλάνε τις επόμενες εβδομάδες και μήνες, τότε ποιοι αγοράζουν τα ομόλογα αυτά και γίνονται οι πιστωτές;
Συχνά, οι βραχυπρόθεσμοι παίκτες έχουν “εν αναμονή” τους αγοραστές από τα αμοιβαία funds που παρακολουθούν τους δείκτες, αναζητούν υψηλές αποδόσεις ή απλά επενδύουν στις αναδυόμενες αγορές.
Σε κάποιες περιπτώσεις, αυτό που γίνεται είναι ένα “flip” των ομολόγων από τους βραχυπρόθεσμους παίκτες στα πιο μακροπρόθεσμα funds, που αγοράζουν μόλις οι διοργανώτριες τράπεζες δείξουν πως έχουν αρκετούς αγοραστές για να συμπεριλάβουν τους τίτλους στους διεθνείς δείκτες τους.
Σε αυτή την περίπτωση, το timing είναι το παν. “Είναι ένα παιχνίδι του ποιος θα δειλιάσει πρώτος. Δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω που να είναι πρόθυμος να κρατήσει αυτά τα ομόλογα έως τη λήξη τους, πέραν ίσως των τοπικών τραπεζών”, λέει ο Guido Barthels, επικεφαλής επενδύσεων της εταιρείας επενδύσεων του Λουξεμβούργου Ethenea, που αγόρασε ελληνικά και κυπριακά ομόλογα. “Το ζήτημα είναι το ποιος θα βγει πρώτος”.
“Ο κόσμος αναγκάζεται να αναλάβει μεγαλύτερα ρίσκα, προκειμένου να κερδίσει τις αποδόσεις που προηγουμένως πετύχαινε με ευκολία. Είναι εκπληκτικό το πόσο βραχύβια είναι η μνήμη του κόσμου”, λέει ο Peter Doherty, επικεφαλής επενδύσεων της Tideway Investment Partners.
Το Reuters επισημαίνει την ισχυρή παρουσία των hedge funds τόσο στην ελληνική όσο και στην κυπριακή έκδοση ομολόγων, αλλά σημειώνει πως οι διοργανώτριες τράπεζες φροντίζουν ώστε το κάθε ομόλογο να μην καταλήγει αποκλειστικά στα χέρια “flippers”.
‘Όμως, ακόμα και οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές ενδέχεται να θεωρήσουν δελεαστική την προοπτική ενός γρήγορου κέρδους. “Ακόμα και εάν είναι βασικά μακροπρόθεσμοι επενδυτές, μπορούν να βγάλουν κέρδος 2,5 μονάδων μέσα σε μια εβδομάδα μέσω του flipping”, εξηγεί ο Jeremy Brewin, επικεφαλής αναδυόμενων ομολόγων της ING Investment Management, ο οποίος αγόρασε τους τίτλους της Κένυας και του Ισημερινού.
Ωστόσο, όλα αυτά σημαίνουν πως οι χώρες αυτές καταλήγουν να δανείζονται περισσότερα από όσα θα έπρεπε. “Κάποιες φορές, έρχονται άνθρωποι και σου λένε ότι θέλουν να δανειστούν 300 εκατ. Αλλά όταν τους λες ότι το βιβλίο προσφορών είναι πενταπλάσιο, τότε λένε: ‘Ας δανειστώ 1 δισ. τότε’. Δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις για αυτό”, λέει ο Colm McDonagh, επικεφαλής αναδυόμενων ομολόγων της Insight Investment, που ανήκει στην BNY Mellon.