Οι κεντρικές τράπεζες ως θεματοφύλακες των 11 τρισ. δολ. διεθνών συναλλαγματικών αποθεμάτων, αναφέρεται σε δημοσίευμα του Bloomberg, αγοράζουν μετοχές σε μεγέθη-ρεκόρ καθώς η υποχώρηση των αποδόσεων στα ομόλογα οδηγούν ακόμα και τους πιο συντηρητικούς επενδυτές στις μετοχές.
Σε έρευνα 60 κεντρικών τραπεζιτών από την Central Banking Publications και την Royal Bank of Scotland Group Plc, το 23% δήλωσε ότι έχει στην κατοχή του μετοχές ή σχεδιάζει να αγοράσει.
Σημειώνει παράλληλα ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας, κάτοχος των δεύτερων μεγαλύτερων συναλλαγματικών αποθεμάτων, ανακοίνωσε στις 4 Απριλίου ότι σχεδιάζει να υπερδιπλασιάσει τις επενδύσεις σε μετοχικά ETF στα 3,5 τρισ. γεν ($35,2 δισ.) μέχρι το 2014.
Η Τράπεζα του Ισραήλ αγόρασε μετοχές για πρώτη φορά το περασμένο έτος, ενώ οι κεντρικές τράπεζες της Ελβετίας και της Τσεχίας έχουν ενισχύσει τις τοποθετήσεις τους στο τουλάχιστον 10% των αποθεματικών τους, σύμφωνα με το πρακτορείο.
“Το περασμένο έτος μίλησα με 103 κεντρικές τράπεζες για το θέμα της διαφοροποίησης”, δηλώνει στο πρακτορείο ο Gary Smith, υψηλόβαθμο στέλεχος της BNP Paribas Investment Partners. “Εάν τα αποθέματα αυξάνονται, τόσο αυξάνονται και οι πιέσεις για διαφοροποίηση. Οι μετοχές δεν είναι για την κάθε τράπεζα από αύριο, αλλά περισσότερες κατευθύνονται προς αυτό το μονοπάτι”.
Οι διαχειριστές των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών, αναφέρει το Bloomberg, αναζητούν εναλλακτικές στην κατοχή κυβερνητικών ομολόγων καθώς οι προσπάθειες για την τόνωση της ανάπτυξης από την αμερικανική Federal Reserve, την Τράπεζα της Ιαπωνίας και την Τράπεζα της Αγγλίας βοήθησαν να οδηγηθούν οι αποδόσεις κοντά σε ιστορικά ρεκόρ.
Τα συναλλαγματικά αποθεματικά των κεντρικών τραπεζών έχουν αυξηθεί κατά περίπου 8,5 τρισ. δολ. παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία ξεπερνώντας τα αναγκαία επίπεδα για τη διαχείριση των ημερήσιων συναλλαγών.
Η έρευνα στις 60 κεντρικές τράπεζες – οι οποίες επιβλέπουν συνολικά 6,7 τρισ. δολ. – βρήκε ότι οι χαμηλές αποδόσεις από τα ομόλογα οδήγησαν σχεδόν τις μισές να αναλάβουν μεγαλύτερους κινδύνους. Δεκατέσσερις δήλωσαν ότι είχαν ήδη επενδύσει σε μετοχές ή σχεδίαζαν να το κάνουν μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.