Η 11η Δεκεμβρίου αναδεικνύεται στον πρώτο κρίσιμο σταθμό για τα δημόσια οικονομικά των ΗΠΑ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Μέχρι τότε απαιτείται συμφωνία για τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ενώ παραμένει ανοιχτό εάν οι Ρεπουμπλικανοί θα επιχειρήσουν να διευθετήσουν παράλληλα το ανώτατο όριο χρέους, πριν παραδώσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στους Δημοκρατικούς.
Με το δημόσιο χρέος να έχει υπερβεί τα 40 τρισ. δολάρια, η αλλαγή κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας αποκτά σημασία που ξεπερνά τη συνήθη πολιτική αντιπαράθεση. Οι επενδυτές εξετάζουν εάν η νέα ισορροπία θα περιορίσει πρόσθετες δημοσιονομικές παρεμβάσεις ή θα προκαλέσει διαπραγματεύσεις με ανταλλάγματα που θα αυξήσουν τις δαπάνες και τα ελλείμματα.
Το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Η διαιρεμένη εξουσία μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο σε μεγάλες πρωτοβουλίες, αλλά δεν εξασφαλίζει δημοσιονομική εξυγίανση. Αντιθέτως, αυξάνει τον κίνδυνο επαναλαμβανόμενων αδιεξόδων, σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα έχει ήδη δοκιμαστεί από τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Η πρώτη προθεσμία και το περιθώριο των Ρεπουμπλικανών
Η συμφωνία για την κρατική χρηματοδότηση προσφέρει στην απερχόμενη πλειοψηφία ένα πιθανό παράθυρο χειρισμών. Οι Ρεπουμπλικανοί θα μπορούσαν να συνδέσουν τις σχετικές διαπραγματεύσεις με αύξηση του ορίου δανεισμού, απομακρύνοντας έναν μελλοντικό μοχλό πίεσης από τους Δημοκρατικούς.
Η επιλογή αυτή θα εξυπηρετούσε την κυβέρνηση, καθώς θα περιόριζε την εξάρτησή της από την αντιπολίτευση σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα. Ωστόσο, η έκταση της νίκης των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες δυσκολεύει μια τέτοια διευθέτηση πριν από την ανάληψη καθηκόντων του νέου Κογκρέσου, στις αρχές Ιανουαρίου.
Πρόκειται, πάντως, για δύο διαφορετικές δημοσιονομικές διαδικασίες. Η έγκριση χρηματοδότησης αφορά τη δυνατότητα λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών. Η αύξηση του ορίου χρέους αφορά τη δυνατότητα του Δημοσίου να δανείζεται για την κάλυψη υποχρεώσεων. Επομένως, μια αναστολή λειτουργίας της κυβέρνησης δεν ταυτίζεται με αθέτηση πληρωμών, παρότι και οι δύο κίνδυνοι μπορούν να ενταχθούν στην ίδια πολιτική διαπραγμάτευση.
Εάν δεν υπάρξει συμφωνία μέχρι το τέλος του έτους, το ζήτημα μεταφέρεται σε ένα Κογκρέσο όπου οι Δημοκρατικοί θα έχουν ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση. Η αντιπαράθεση τότε μπορεί να διαρκέσει σημαντικό διάστημα μέσα στο 2027, διατηρώντας την αβεβαιότητα στις αγορές.
Η «ημερομηνία Χ» και η αντίδραση των ομολόγων
Ο άμεσος κίνδυνος εξάντλησης των περιθωρίων δανεισμού δεν τοποθετείται σήμερα, αλλά προς τα τέλη του επόμενου έτους. Αυτό προσφέρει χρόνο διαπραγμάτευσης, χωρίς να αποκλείει νωρίτερη χρήση του ζητήματος ως πολιτικού ανταλλάγματος.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η αποκαλούμενη «ημερομηνία Χ», όταν τα διαθέσιμα εργαλεία χρηματοδότησης δεν θα επαρκούν πλέον για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αμερικανικού Δημοσίου. Εάν μέχρι τότε δεν αυξηθεί ή δεν ανασταλεί το όριο, θα απειληθεί η δυνατότητα του υπουργείου Οικονομικών να πραγματοποιεί πληρωμές.
Η αθέτηση πληρωμών εξακολουθεί να θεωρείται πολύ απίθανη. Ωστόσο, οι αγορές δεν χρειάζεται να φτάσουν μέχρι το δυσμενέστερο σενάριο για να αντιδράσουν. Όσο παρατείνεται η τακτική ακραίας αντιπαράθεσης, τόσο αυξάνεται η προσοχή των επενδυτών στο ενδεχόμενο ενός πολιτικού λάθους.
Ιδιαίτερα ευαίσθητα μπορεί να αποδειχθούν τα χρεόγραφα των οποίων οι λήξεις συμπίπτουν με την εκτιμώμενη περίοδο εξάντλησης των διαθεσίμων. Η αβεβαιότητα μπορεί να προκαλέσει στρεβλώσεις στις τιμές και στις αποδόσεις, ακόμη και χωρίς τελική διακοπή πληρωμών.
Παράλληλα, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον κίνδυνο πιστοληπτικής υποβάθμισης. Το πρόβλημα για τους επενδυτές δεν περιορίζεται στο ύψος του χρέους, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα του πολιτικού συστήματος να εξασφαλίζει έγκαιρα τη χρηματοδότηση των δεσμεύσεών του.
Οι κρατικές ταμειακές κινήσεις και η ρευστότητα
Μέχρι την τελική προθεσμία, το υπουργείο Οικονομικών μπορεί να αξιοποιήσει έκτακτα μέτρα και ταμειακά διαθέσιμα, προκειμένου να συνεχίσει την κάλυψη υποχρεώσεων. Οι χειρισμοί αυτοί, όμως, επηρεάζουν και τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Η χρήση πόρων από τον Γενικό Λογαριασμό του Δημοσίου μεταβάλλει τις συνθήκες ρευστότητας. Εάν συνδυαστεί με παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα, μπορεί να ενισχύσει τις διακυμάνσεις στις αγορές βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης και στις συμφωνίες επαναγοράς, τα repos.
Έτσι, η διαμάχη για το όριο χρέους δεν αφορά αποκλειστικά τους κατόχους κρατικών τίτλων. Αγγίζει τη διαχείριση μετρητών και το κόστος χρηματοδότησης, μεταφέροντας τις συνέπειες της πολιτικής αντιπαράθεσης στην καθημερινή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Τα ανταλλάγματα και η δύσκολη μείωση των ελλειμμάτων
Οι Δημοκρατικοί μπορούν να αξιοποιήσουν την ανάγκη συμφωνίας για να διεκδικήσουν αλλαγές στο Medicaid, κίνητρα για τη στέγαση και άλλες εγχώριες προτεραιότητες. Μια τέτοια συνεννόηση θα μπορούσε να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα, αλλά να οδηγήσει επίσης σε ελλείμματα μεγαλύτερα από τις βασικές προβολές.
Στον αντίποδα, η νέα πλειοψηφία μπορεί να ανακόψει σχεδιαζόμενες μειώσεις φόρων ή πρόσθετες δαπάνες της κυβέρνησης Τραμπ. Η έλλειψη διακομματικής στήριξης περιορίζει τη δυνατότητα ψήφισης μεγάλων δημοσιονομικών πακέτων, λειτουργώντας ως φραγμός σε νέες επιβαρύνσεις.
Καμία από τις δύο εκδοχές, όμως, δεν μεταβάλλει αυτομάτως τις δυνάμεις που αυξάνουν το αμερικανικό χρέος. Οι υποχρεωτικές δαπάνες, οι δημογραφικές πιέσεις και το κόστος εξυπηρέτησης παραμένουν ενεργές, ανεξάρτητα από τον κομματικό έλεγχο του Κογκρέσου.
Η ουσιαστική δοκιμασία επομένως είναι διπλή: να αποφευχθούν βραχυπρόθεσμα αδιέξοδα χρηματοδότησης και να διαμορφωθεί μακροπρόθεσμα αξιόπιστη δημοσιονομική κατεύθυνση. Η πολιτική ισορροπία που προέκυψε από τις εκλογές προσφέρει περισσότερα αντίβαρα, αλλά και περισσότερες δυνατότητες παρεμπόδισης.
Για τις αγορές, η διαφορά ανάμεσα στον έλεγχο των νέων παρεμβάσεων και στην πραγματική αντιμετώπιση του χρέους παραμένει καθοριστική. Το πρώτο μπορεί να προκύψει από το πολιτικό μπλοκάρισμα. Το δεύτερο απαιτεί συμφωνίες που σήμερα εξακολουθούν να φαίνονται δύσκολες. Μέχρι τότε, κάθε προθεσμία θα δοκιμάζει ξανά την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την αντοχή της αγοράς ομολόγων.
