Για τους Αμερικανούς μιας ορισμένης ηλικίας — και για τους μακροοικονομολόγους όλων των ηλικιών — η δεκαετία του 1970 παραμένει ένα τραυματικό σημείο αναφοράς. Τότε, όπως και σήμερα, οι τιμές των καυσίμων εκτινάχθηκαν λόγω αναταραχών στη Μέση Ανατολή. Ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε, η ανάπτυξη κατέρρευσε. Αυτοκίνητα σχημάτιζαν ουρές σε άδεια πρατήρια και η λέξη «στασιμοπληθωρισμός» μπήκε στο καθημερινό λεξιλόγιο. Οι παραλληλισμοί με τον πόλεμο του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν είναι σχεδόν αυτονόητοι, σημειώνει σε ανάλυσή του ο Economist. Σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών από ΗΠΑ και Ισραήλ στην Τεχεράνη, οι τιμές πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά 50%, ενώ τα Στενά του Ορμούζ — από όπου περνά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής — έχουν ουσιαστικά κλείσει.
Ωστόσο, παρά τις ιστορικές ομοιότητες, εκείνη η περίοδος δεν αποτελεί ακριβή οδηγό για το σήμερα, υπογραμμίζει το μέσο. Η επανάσταση της εξόρυξης σχιστολιθικού πετρελαίου τη δεκαετία του 2010 μετέτρεψε τις ΗΠΑ από καθαρό εισαγωγέα ενέργειας σε καθαρό εξαγωγέα έως το 2019, για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από 60 χρόνια. Τα τελευταία χρόνια, το αμερικανικό LNG έχει επίσης εισέλθει δυναμικά στις διεθνείς αγορές. Οι ΗΠΑ εξάγουν πλέον σημαντικές ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Πριν από τον πόλεμο, η Ευρώπη προμηθευόταν πάνω από το μισό LNG της από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στους τερματικούς επαναεριοποίησης της ηπείρου, η ευρωπαϊκή κρίση μετατρέπεται σε αμερικανικό κέρδος.
Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με ένα «καθαρό» πετροκράτος, οι ΗΠΑ δεν θα εξέλθουν από την κρίση ως ξεκάθαρος νικητής. Σε μια τόσο διαφοροποιημένη οικονομία, η ξαφνική έλλειψη καυσίμων — που κινούν σχεδόν κάθε αυτοκίνητο, φορτηγό και αεροπλάνο — θα επιφέρει πλήγμα. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι ο πόλεμος στο Ιράν θα μειώσει την ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες φέτος, στο 2,2%.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι αυτός ο συνολικός αριθμός κρύβει τεράστιες ανισότητες. Το σοκ ήδη αναδιανέμει τον πλούτο εντός των ΗΠΑ: από τις ακτές προς τις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές, από τις αεροπορικές εταιρείες προς τους ενεργειακούς κολοσσούς και — κυρίως — από τους φτωχότερους προς τους πλουσιότερους. Κάθε μία από αυτές τις μετατοπίσεις έχει έντονες οικονομικές και πολιτικές συνέπειες.
Ας δούμε τις 50 Πολιτείες. Μετά το τελευταίο μεγάλο ενεργειακό σοκ — την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 — η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε στις περισσότερες Πολιτείες, καθώς η Fed αύξησε τα επιτόκια για να περιορίσει τον πληθωρισμό. Ωστόσο, το Τέξας επιτάχυνε, όπως και η Αλάσκα, το Νέο Μεξικό και άλλες περιοχές με οικονομίες βασισμένες στα ορυκτά καύσιμα.
Αυτή τη φορά, το χάσμα μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Τα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών το 2022 και το 2023 οδήγησαν σε νέο κύμα επενδύσεων. Η εξαγωγική δυναμικότητα LNG των ΗΠΑ — κυρίως στο Τέξας και τη Λουιζιάνα — είναι πλέον κατά ένα τρίτο μεγαλύτερη και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω. Η παραγωγή πετρελαίου έχει αυξηθεί κατά 50% την τελευταία δεκαετία.
Αντίστοιχα άνιση είναι και η επίδραση στις επιχειρήσεις. Ο δείκτης S&P 500 έχει υποχωρήσει σχεδόν 4% από την έναρξη του πολέμου. Δέκα από τους έντεκα βασικούς κλάδους καταγράφουν απώλειες. Μοναδική εξαίρεση η ενέργεια, που έχει ενισχυθεί πάνω από 4%, με τη Chevron να σημειώνει άνοδο 6%.
Ούτε οι τεχνολογικοί κολοσσοί είναι άτρωτοι. Τα τελευταία χρόνια έχουν στραφεί σε ενεργοβόρα data centers τεχνητής νοημοσύνης. Οι υψηλές τιμές ενέργειας απειλούν αυτά τα projects, ενώ η αύξηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας εντείνει και τις πολιτικές αντιδράσεις.
Αν οι αγορές ανησυχήσουν περισσότερο για παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η μεταφορά πλούτου προς τους μετόχους των ενεργειακών εταιρειών θα ενταθεί. Μια μεγάλη πτώση των αγορών θα μπορούσε να πλήξει την ανάπτυξη, ενώ θα έθετε σε κίνδυνο επενδύσεις δισεκατομμυρίων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η πιο έντονη αναδιανομή θα γίνει μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Το χαμηλότερο εισοδηματικό 20% δαπανά σχεδόν διπλάσιο ποσοστό του εισοδήματός του σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια σε σχέση με το πλουσιότερο 20%. Οι πλούσιοι απορροφούν το σοκ· οι φτωχότεροι περιορίζουν άλλες δαπάνες για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Και τα χρήματα αυτά καταλήγουν τελικά στις ενεργειακές εταιρείες και τους μετόχους τους.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από ένα ήδη επιβαρυμένο οικονομικό κλίμα. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει χαμηλή, ενώ το ζήτημα του κόστους ζωής βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αν το ενεργειακό σοκ ενισχύσει αυτές τις πιέσεις — και αν η Fed αυξήσει ξανά τα επιτόκια — η κοινωνική αντίδραση μπορεί να είναι έντονη.
Το πιο ορατό πλήγμα είναι οι τιμές στα πρατήρια. Όταν ξεπερνούν τα 3,50 δολάρια το γαλόνι, το ενδιαφέρον των μέσων εκτοξεύεται. Σήμερα πλησιάζουν τα 4 δολάρια, ενώ πριν από τον πόλεμο ήταν κάτω από 3. Αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά, τα 5 δολάρια δεν αποκλείονται.
Παρά τις προσπάθειες του Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών να παρουσιάσουν το σοκ ως ευκαιρία για μια χώρα που εξάγει ενέργεια, οι ψηφοφόροι δύσκολα θα πειστούν αν συνεχίσουν να πληρώνουν ακριβά στην αντλία. Ιστορικά, οι τιμές καυσίμων πριν από εκλογές επηρεάζουν άμεσα την ψήφο. Και αυτή τη φορά, το ακριβό καύσιμο μπορεί να εντείνει την οργή ενός ήδη πιεσμένου εκλογικού σώματος.
Οι μεγαλύτεροι κερδισμένοι του πολέμου ίσως τελικά να μην είναι ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ιράν, αλλά ένας απροσδόκητος συνδυασμός: οι πετρελαϊκές εταιρείες και οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, καταλήγει ο Economist.
Διαβάστε ακόμη
Ημιαγωγοί: Πιέσεις στην αγορά τσιπ από την κρίση στη Μέση Ανατολή – Κίνδυνοι για παραγωγή και κόστος
Ακρίβεια: Νέο κύμα αυξήσεων σε τρόφιμα και βασικά αγαθά – Πίεση στα νοικοκυριά (vid)
Έλεγχοι της ΑΑΔΕ για τις εταιρείες-βιτρίνα με έδρα στα Βαλκάνια
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
