Η εικόνα παιδιών και εφήβων που κινούνται με άνεση ανάμεσα σε οθόνες, εφαρμογές και συσκευές έχει καλλιεργήσει την εντύπωση ότι η σημερινή νεολαία διαθέτει ανώτερες γνωστικές ικανότητες από τις προηγούμενες γενιές. Η τεχνολογική ευχέρεια συχνά μεταφράζεται αυτόματα σε «εξυπνότερο μυαλό». Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτή η παραδοχή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τον νευροεπιστήμονα Τζάρεντ Κούνι Χόρβαθ, η Generation Z – όσοι γεννήθηκαν από το 1997 έως το 2012 – είναι η πρώτη γενιά, από τότε που υπάρχουν συστηματικές μετρήσεις, που εμφανίζεται γνωστικά ασθενέστερη από τους γονείς της. Όπως ανέφερε ο Χόρβαθ ενώπιον της Επιτροπής Εμπορίου, Επιστημών και Μεταφορών της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών, η συγκεκριμένη γενιά παρουσιάζει γνωστική επιβράδυνση, η οποία συνδέεται άμεσα με την υπερβολική εξάρτηση από την ψηφιακή τεχνολογία στο σχολικό περιβάλλον.
Τα δεδομένα δείχνουν υποχώρηση στην προσοχή, τη μνήμη, τις αναγνωστικές και μαθηματικές δεξιότητες, την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και στο συνολικό IQ. Το παράδοξο είναι ότι, παρότι οι σημερινοί μαθητές περνούν περισσότερο χρόνο στο σχολείο από τα παιδιά του 20ού αιώνα, γνωστικά βρίσκονται πίσω.
Η βασική αιτία, σύμφωνα με τον Χόρβαθ, σχετίζεται με τη ραγδαία αύξηση της μάθησης μέσω της λεγόμενης εκπαιδευτικής τεχνολογίας (EdTech), δηλαδή υπολογιστών και tablet που έχουν ενσωματωθεί στη σχολική καθημερινότητα.
Ο νευροεπιστήμονας υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν έχει εξελιχθεί για να μαθαίνει από σύντομα διαδικτυακά βίντεο ή από συνοπτικές προτάσεις που αντικαθιστούν ολόκληρα βιβλία και σύνθετες έννοιες. «Περισσότερο από τον μισό χρόνο που ένας έφηβος είναι ξύπνιος, τον περνά μπροστά σε μια οθόνη», επισημαίνει ο Χόρβαθ.
«Οι άνθρωποι είναι βιολογικά φτιαγμένοι για να μαθαίνουν από άλλους ανθρώπους και από εις βάθος μελέτη, όχι από το ασταμάτητο σκρολάρισμα». Ο ίδιος και άλλοι ειδικοί που κατέθεσαν στο Κογκρέσο τόνισαν ότι η μάθηση εξελίχθηκε ως διαδικασία πρόσωπο με πρόσωπο, μέσα από αλληλεπίδραση με δασκάλους και συνομηλίκους, και όχι μέσω οθονών. Οι οθόνες, πρόσθεσε, διαταράσσουν βασικές βιολογικές λειτουργίες που σχετίζονται με τη βαθιά κατανόηση, τη μνήμη και τη συγκέντρωση.
Δεν πρόκειται για κακή χρήση της τεχνολογίας ή για ανεπαρκείς εφαρμογές. Το πρόβλημα, όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες, είναι ότι η ίδια η τεχνολογία δεν συμβαδίζει με τον φυσικό τρόπο λειτουργίας και ανάπτυξης του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Ο Χόρβαθ, διευθυντής της LME Global, ενός οργανισμού που μεταφέρει έρευνες για τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά σε σχολεία και επιχειρήσεις, ανέφερε ότι τα στοιχεία δείχνουν σταθεροποίηση και στη συνέχεια πτώση των γνωστικών επιδόσεων γύρω στο 2010.
Όπως εξήγησε, τα σχολεία εκείνη την περίοδο δεν είχαν αλλάξει δραστικά, ενώ η ανθρώπινη βιολογία εξελίσσεται πολύ αργά για να δικαιολογήσει τέτοια μεταβολή. «Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται στα εργαλεία που χρησιμοποιούμε για τη μάθηση», είπε στους νομοθέτες στις 15 Ιανουαρίου. «Όταν οι χώρες υιοθετούν μαζικά την ψηφιακή τεχνολογία στις σχολικές αίθουσες, οι επιδόσεις μειώνονται αισθητά».
Έρευνα σε 80 χώρες – Περισσότερη τεχνολογία, ασθενέστερα αποτελέσματα
Ο Χόρβαθ σημείωσε ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έρευνες σε 80 χώρες καταγράφουν, σε βάθος έξι δεκαετιών, χειρότερα μαθησιακά αποτελέσματα όσο αυξάνεται η χρήση τεχνολογίας στην εκπαίδευση.
Παιδιά που χρησιμοποιούσαν υπολογιστές περίπου πέντε ώρες ημερησίως αποκλειστικά για σχολικές εργασίες εμφάνιζαν χαμηλότερες επιδόσεις σε σχέση με μαθητές που σπάνια ή ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν τεχνολογία στην τάξη. Στις ΗΠΑ, στοιχεία από την Εθνική Αξιολόγηση Εκπαιδευτικής Προόδου έδειξαν ότι όταν εφαρμόστηκαν προγράμματα «μία συσκευή ανά μαθητή», οι βαθμολογίες συχνά σταθεροποιήθηκαν ή υποχώρησαν.
Παρότι τα δεδομένα δείχνουν απόκλιση της Generation Z από τη διαχρονική πορεία βελτίωσης των γνωστικών ικανοτήτων, ο Χόρβαθ υποστηρίζει ότι πολλοί νέοι δεν αντιλαμβάνονται τις δυσκολίες τους και εμφανίζονται υπερβολικά σίγουροι. «Οι περισσότεροι είναι πεπεισμένοι ότι είναι πολύ έξυπνοι. Όσο πιο έξυπνοι νομίζουν ότι είναι, τόσο πιο ανίκανοι αποδεικνύονται», σχολίασε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συνεχής κατανάλωση πληροφορίας μέσω σύντομων βίντεο σε πλατφόρμες όπως το TikTok έχει επηρεάσει ακόμη και τον τρόπο διδασκαλίας, καθώς αρκετά σχολεία προσαρμόζονται πλέον σε αυτό το μοντέλο. «Τι κάνουν τα παιδιά στους υπολογιστές; Διαβάζουν επιφανειακά. Αντί να ορίζουμε τι θέλουμε να μάθουν και να προσαρμόζουμε την εκπαίδευση, προσαρμόζουμε την εκπαίδευση στο εργαλείο. Αυτό δεν είναι πρόοδος», προειδοποίησε.
Οι ειδικοί που συμμετείχαν στην ακρόαση του Ιανουαρίου πρότειναν καθυστέρηση στη χρήση smartphone από παιδιά, επιστροφή σε απλά κινητά για τις μικρές ηλικίες όπου χρειάζεται και εθνικές πολιτικές περιορισμού της τεχνολογίας στα σχολεία.
Χαρακτήρισαν την κατάσταση της Generation Z «κοινωνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και κάλεσαν τους νομοθέτες να εξετάσουν παραδείγματα όπως οι περιορισμοί της EdTech στις σκανδιναβικές χώρες.
Διαβάστε ακόμη
Moody’s: Ανοίγει «πληγές» στις τράπεζες η απόφαση του Αρείου Πάγου
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
