Το Τζάκσονβιλ, στην πολιτεία της Φλόριντα, απλώνεται κατά μήκος του Ατλαντικού Ωκεανού και του ποταμού Σεντ Τζον. Αν το περιγράψει κανείς, θα μιλήσει για τις αμμώδεις παραλίες, τους φυσικούς υγροτόπους, το ηλιόλουστο κλίμα, το μεγάλο δίκτυο πάρκων και φυσικών καταφυγίων και τον χαλαρό τρόπος ζωής. Σε αυτή την περιοχή, η μέση τιμή ενός σπιτιού (αυτού που οι Αμερικανοί αποκαλούν «house», δηλαδή μία ανεξάρτητη μονοκατοικία) είναι περίπου 300.000 δολάρια (δηλαδή περίπου 250.000 ευρώ). Ακόμα και για τα ελληνικά δεδομένα, τα νούμερα δεν είναι υψηλά.
Το Τζάκσονβιλ της Φλόριντα είναι μία από τις περιοχές με την μεγαλύτερη παρουσία θεσμικών επενδυτών στην αγορά κατοικίας.
Τραμπ εναντίον θεσμικών επενδυτών
Το ποσοστό θεσμικών επενδυτών στην αγορά κατοικίας του Τζάκσονβιλ είναι κοντά στο 2,8%. Στο σύνολο της αμερικανικής αγοράς κατοικίας, «οι θεσμικοί επενδυτές (δηλαδή αυτοί που κατέχουν πάνω από 1.000 ακίνητα) αντιπροσωπεύουν μόνο το 2% της αγοράς», σύμφωνα με την αξιόπιστη Έκθεση Investor Pulse της BatchData για το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Ωστόσο, για τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ εκεί βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος της στεγαστικής κρίσης στις ΗΠΑ. Στην πρόσφατη ομιλία του για την «Κατάσταση του Έθνους» (State of the Union), ο Τραμπ έβαλε και πάλι στο στόχαστρο τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια που αγοράζουν κατοικίες — ειδικά μονοκατοικίες.
«Τα σπίτια είναι για τους ανθρώπους — αυτό ακριβώς θέλουμε. Θέλουμε σπίτια για ανθρώπους, όχι για εταιρείες. Οι εταιρείες τα πάνε μια χαρά» τόνισε ο Τραμπ και ζήτησε από το Κογκρέσο να στηρίξει την πρόταση νόμου που έχει καταθέσει και προβλέπει ότι θα απαγορεύεται σε «μεγάλους ιδιώτες επενδυτές», να αγοράζουν μονοκατοικίες.
Συγκεκριμένα, η πρόταση Τραμπ απαγορεύει σε επενδυτές που κατέχουν πάνω από 100 κατοικίες να αποκτούν μονοκατοικίες για να τις κρατούν στο χαρτοφυλάκιό τους, είτε ως επενδύσεις είτε ως ακίνητα προς μίσθωση. Θα εξαιρούνται όσοι αγοράζουν κατοικίες με σκοπό την ανακαίνιση ή την αναβάθμισή τους.
«Ένας άλλος πυλώνας του αμερικανικού ονείρου που έχει δεχθεί επίθεση είναι η ιδιοκτησία κατοικίας» είπε ο Τραμπ.
Είναι μια ρητορική που βρίσκει ευήκοα ώτα και στο Δημοκρατικό Κόμμα. Μια ομάδα Δημοκρατικών ανακοίνωσε δική της πρόταση για τον περιορισμό της δυνατότητας των επενδυτών να αγοράζουν κατοικίες.
«Τα ιδιωτικά κεφάλαια και οι ιδιοκτήτες ακινήτων της Γουόλ Στριτ επιδεινώνουν την κρίση στέγασης, αρπάζοντας μεγάλο αριθμό κατοικιών και υποβάλλοντας τους Αμερικανούς σε μαζικές αυξήσεις ενοικίων, άδικες χρεώσεις και άσκοπες εξώσεις – όλα για να αυξήσουν τα κέρδη τους», ανέφεραν οι Δημοκρατικοί σε έγγραφο που περιγράφει το σχέδιό τους. «Σήμερα, οι εταιρείες της Γουόλ Στριτ κατέχουν σχεδόν 450.000 μονοκατοικίες, περισσότερα από 2,2 εκατομμύρια διαμερίσματα και είναι οι μεγαλύτεροι ιδιοκτήτες κινητών κατοικιών στην Αμερική».
Τα νούμερα που χαλάνε μία ωραία ιστορία
Μπορεί τα επενδυτικά κεφάλαια, η Γουόλ Στριτ και τα fund να είναι ένας εύκολος στόχος για τα αίτια της στεγαστικής κρίσης, ωστόσο τα επίσημα νούμερα δείχνουν μία άλλη πραγματικότητα. Η αγορά κατοικίας εξακολουθεί να κυριαρχείται από μικρής κλίμακας εταίρους, σύμφωνα με τα στοιχεία της BatchData. Οι επενδυτές που κατέχουν 1 έως 5 ακίνητα κατέχουν σχεδόν το 92% όλων των μονοκατοικιών που ανήκουν σε επενδυτές, ενώ όσοι έχουν 6 έως 10 ακίνητα κατέχουν το 4%. Οι θεσμικοί επενδυτές που έχουν πάνω από 1.000 ακίνητα είναι μόλις το 2% της αγοράς.
Στον επενδυτικό κλάδο της ιδιοκτησίας μονοκατοικίας προς ενοικίαση (Single-Family Rental (SFR) ownership) κυριαρχούν οι μικροί επενδυτές, σύμφωνα με το γραφείο στατιστικών των ΗΠΑ. Η συντριπτική πλειονότητα στην αγορά μονοκατοικιών προς ενοικίαση, δηλαδή περίπου 60% των μονοκατοικιών που εκμισθώνονται, ανήκει σε μικρούς επενδυτές.
Από την άλλη πλευρά, οι θεσμικοί επενδυτές τοποθετούνται περισσότερο σε χαμηλής αξίας κατοικίες, κυρίως σε ακίνητα που χρειάζονται ανακαίνιση ή βρίσκονται σε υποβαθμισμένες περιοχές. Για αυτό επενδύουν κατά μέσο όρο περίπου 280.000 δολάρια για την αγορά ενός σπιτιού (όταν ο μέσος όρος αγοράς ξεπερνά τα 410.000 δολ). Αντίστοιχα, οι μέσες τιμές πώλησης από θεσμικούς επενδυτές είναι 335.000 δολάρια.
Επίσης, οι θεσμικοί επενδυτές επικεντρώνονται σε γεωγραφικές περιοχές στη Μεσοδυτική Αμερική και τον Νότο, όπου οι τιμές αγοράς και πώλησης είναι πολύ χαμηλότερες από τον εθνικό μέσο όρο.
Θεσμικοί επενδυτές, όπως η Blackstone, υποστηρίζουν ότι τα πραγματικά αίτια της στεγαστικής κρίσης είναι οι περιοριστικοί κανονισμοί, οι τοπικοί κανόνες δόμησης, τα ακριβά στεγαστικά δάνεια και τα υψηλά κόστη κατασκευής, που έχουν μειώσει σημαντικά την προσφορά νέων κατοικιών.
Η ιστορία και η Ευρώπη
Οι εταιρείες ιδιωτικών κεφαλαίων (private equity), που αγοράζουν οικιστικά ακίνητα στις ΗΠΑ γεννήθηκαν κυρίως μετά την ύφεση του 2008, όταν επενδυτές όπως η Pretium Partners χρηματοδότησαν πλατφόρμες τύπου Progress Residential, για να αποκτήσουν και να εκμισθώσουν χιλιάδες μονοκατοικίες (single-family rentals, SFR).
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτό οδήγησε σε αύξηση των τιμών αγοράς και ενοικίασης, ιδίως στις περιοχές όπου οι αγορές είναι ήδη «σφιχτές».
Οι υπέρμαχοι της επένδυσης σε SFR αντιτείνουν ότι αυτές οι στρατηγικές προσφέρουν πρόσβαση σε ποιοτικές κατοικίες σε οικογένειες που δεν μπορούν να αγοράσουν και ότι τα funds συνεισφέρουν στην οικοδόμηση νέων μονάδων κατοικίας μέσω του μοντέλου build-to-rent.
Παρόλο που η συζήτηση έχει επικεντρωθεί στις ΗΠΑ, η τάση των θεσμικών επενδυτών να αγοράζουν κατοικίες έχει εμφανιστεί και στην Ευρώπη, σε πιο περιορισμένη κλίμακα λόγω των εθνικών νομοθεσιών για τη στεγαστική πολιτική.
Όπως σημειώνει έρευνα του Ινστιτούτο GRI, που αποτελεί μία διεθνή δεξαμενή σκέψης στον τομέα των ακινήτων, τα τελευταία χρόνια, οι θεσμικοί επενδυτές στην Ευρώπη έχουν στραφεί όλο και περισσότερο στα λεγόμενα «living assets», δηλαδή κατοικίες, ενοικιαζόμενες μονάδες φοιτητικής στέγασης, κατοικίες για ηλικιωμένους και χώρους συμβίωσης. Οι επενδύσεις σε αυτόν τον κλάδο εκτιμάται ότι ανήλθαν σε πάνω από 53 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, καθιστώντας το πλέον κυρίαρχο τμήμα του ευρωπαϊκού real estate. «Αυτή η στροφή δεν είναι απλώς περιστασιακή, αλλά αντανακλά μια στρατηγική επανατοποθέτηση των κεφαλαίων» σημειώνει η ανάλυση του Ινστιτούτου GRI.
«Οι επενδυτές πλέον δεν βλέπουν απλά μεμονωμένα κτίρια, αλλά αναπτύσσουν ολοκληρωμένες πλατφόρμες διαχείρισης και λειτουργίας που μπορούν να καλύψουν πολλαπλές κατηγορίες «living assets». Αντί για απλούς ιδιοκτήτες ακινήτων, δημιουργούν ειδικευμένες ομάδες asset management και funds που διαχειρίζονται, για παράδειγμα, πολυκατοικίες, φοιτητικές εστίες και senior living μαζί, αξιοποιώντας οικονομίες κλίμακας και λειτουργικές συνέργειες».
Τα κεφάλαια δεν προέρχονται μόνο από ευρωπαϊκούς θεσμικούς επενδυτές, αλλά και από διασυνοριακά επενδυτικά σχήματα, με συμμετοχή επενδυτικών κεφαλαίων από τη Μέση Ανατολή, μεγάλα συνταξιοδοτικά ταμεία της Βόρειας Αμερικής και family offices από την Ασία, τα οποία αναζητούν ελκυστικές αποδόσεις.
Διαβάστε ακόμη
Νέο κρυφτούλι με τις προμήθειες των τραπεζών
Γεμίζει ο «κουμπαράς» του ελβετικού: 2.100 αιτήσεις σε τρεις μέρες (πίνακας)
H Metlen σε short list τριών υποψηφίων για την Aluminium Dunkerque
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
