Καταστροφικές επιπτώσεις όχι μόνο για την παγκόσμια οικονομία αλλά και για τους ίδιους τους Αμερικανούς οδηγούς κινδυνεύει να έχει ο πόλεμος στο Ιράν, δημιουργώντας σοβαρό πολιτικό και οικονομικό πονοκέφαλο για τον πρόεδρο Τραμπ. Σε διάστημα μόλις μίας εβδομάδας σύγκρουσης, οι τιμές της βενζίνης στα αμερικανικά πρατήρια αυξήθηκαν από 2,98 δολάρια σε 3,32 δολάρια το γαλόνι, καταγράφοντας σημαντική άνοδο.
«Με την κλιμάκωση των ισραηλινοαμερικανικών επιθέσεων ακόμη και σε ιρανικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις για πρώτη φορά, τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και τις αναταράξεις στην παραγωγή στο Κουβέιτ, το κόστος των καυσίμων αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται για οδηγούς και νοικοκυριά», επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς ενέργειας.
«Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν άφθονη παραγωγή πετρελαίου, η οικονομία τους δεν λειτουργεί απομονωμένα. Η άνοδος των διεθνών τιμών επηρεάζει αναπόφευκτα και την εσωτερική αγορά», τονίζουν οι ίδιοι, προσθέτοντας: «Ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να θεωρεί ήδη το Ιράν ηττημένο στον πόλεμο, όμως οι μουλάδες συνεχίζουν επιθέσεις — έστω και μειωμένης έντασης — ενώ η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βιώνει έντονη αβεβαιότητα».
Τα ρίσκα του Τραμπ
Οκτώ μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές για την ανανέωση του Κογκρέσου, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να έχει αναλάβει σημαντικό εκλογικό ρίσκο με τον πόλεμο στο Ιράν. Δεν είναι τυχαίο ότι το 45% των Αμερικανών ψηφοφόρων, σύμφωνα με δημοσκόπηση των Ipsos/Reuters, δήλωσαν πως θα ήταν λιγότερο πιθανό να ψηφίσουν Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους εάν αυξηθούν περαιτέρω οι τιμές της βενζίνης.
Οι διαβεβαιώσεις του Αμερικανού προέδρου ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει μόλις τέσσερις έως πέντε εβδομάδες δεν φαίνεται επίσης να καθησυχάζουν τις αγορές, οι οποίες φοβούνται ότι η κρίση μπορεί να επεκταθεί ακόμη περισσότερο σε ολόκληρη την περιοχή.
Μέχρι στιγμής, το αποτέλεσμα είναι η μετατροπή του Τρίτου Πολέμου του Κόλπου σε μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση με σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Το Κουβέιτ έχει περιορίσει την παραγωγή πετρελαίου, τα κοιτάσματα στο Ιρακινό Κουρδιστάν παραμένουν ανενεργά, η μεταφορά πετρελαίου από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία έχει μπλοκαριστεί στα Στενά του Ορμούζ, ενώ το Κατάρ έχει αναστείλει τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο υπουργός Ενέργειας του Κατάρ, Σάαντ αλ-Κάαμπι, προειδοποίησε ότι ο πόλεμος «θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας», εκφράζοντας φόβους ότι η τιμή του πετρελαίου μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 150 δολάρια το βαρέλι μέσα στο έτος, εάν συνεχιστεί η κρίση.
Συσσωρευμένη ζημιά
Τα στοιχεία της Trading Economics δείχνουν ότι η ζημιά που έχει ήδη συσσωρευτεί είναι σημαντική σε σύγκριση με το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, όταν ξεκίνησε η «τέλεια καταιγίδα» στη Μέση Ανατολή. Το αμερικανικό αργό έχει αυξηθεί 35,60%, ενώ το Brent 27,20%.
Το φυσικό αέριο στην Ευρώπη καταγράφει άνοδο 65%, στις Ηνωμένες Πολιτείες 11,44%, ενώ η βενζίνη αυξήθηκε περισσότερο από 20% το γαλόνι.
Σε παγκόσμιο επίπεδο οι αυξήσεις επεκτείνονται σε πολλές πρώτες ύλες: η αιθανόλη αυξήθηκε 5,52%, το προπάνιο 12%, ο άνθρακας 13,5%, η μεθανόλη 18,85% και η νάφθα 22,41%.
Μια νέα άνοδος στο κόστος των καυσίμων αναμένεται ήδη από αύριο, όμως ένα ακόμη έξοδο αρχίζει να προκαλεί ανησυχία: το κόστος των λιπασμάτων, που αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη γεωργική παραγωγή και την κτηνοτροφία.
Η παραγωγή αζώτου — βασικού στοιχείου για τα λιπάσματα — εξαρτάται από το φυσικό αέριο. Έτσι, το κλείσιμο μονάδων φυσικού αερίου στην περιοχή του Κόλπου, όπως συνέβη στο Κατάρ, ενδέχεται να επηρεάσει σοβαρά την αλυσίδα εφοδιασμού και τις τιμές των πρώτων υλών.
Πολλοί από τους μεγαλύτερους παραγωγούς αζωτούχων λιπασμάτων βρίσκονται στη Μέση Ανατολή και σημαντικό μέρος των μεταφορών πραγματοποιείται δια θαλάσσης μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Έλλειψη στα λιπάσματα
Μετά τις επιθέσεις στις ιρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, που ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2025 και συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια των πρόσφατων αεροπορικών επιδρομών, αρκετές μονάδες παραγωγής ουρίας και αμμωνίας έκλεισαν ή περιόρισαν σημαντικά την παραγωγή τους. Αυτό ενδέχεται να εντείνει την παγκόσμια έλλειψη αζώτου και να αυξήσει περαιτέρω τις τιμές.
Η περιοχή του Κόλπου φιλοξενεί ορισμένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια λιπασμάτων στον κόσμο και περίπου 25% έως 35% του παγκόσμιου εμπορίου πρώτων υλών για λιπάσματα διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ.
Επομένως, ένα ενδεχόμενο κλείσιμο του περάσματος θα διακόψει τη μεταφορά αμμωνίας και αζώτου, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής λιπασμάτων και περιορίζοντας την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού αζώτου και φωσφορικών.
Η βιομηχανία λιπασμάτων ενδέχεται να επηρεαστεί σημαντικά λόγω των περιφερειακών διαταραχών στην παραγωγή και μεταφορά αμμωνίας και αζώτου, βασικών συστατικών για πολλά γεωργικά προϊόντα.
Κρίση τροφίμων
Ομάδα οικονομολόγων που παρακολουθεί τον αγροτικό τομέα προειδοποιεί ότι οι ευρωπαϊκές χώρες — ιδιαίτερα εκείνες με ισχυρή γεωργική παραγωγή — μπορεί να είναι από τις πιο εκτεθειμένες σε ένα τέτοιο σενάριο.
Η σύγκρουση επηρεάζει επίσης βασικούς προμηθευτές, όπως το Ισραήλ και την Αίγυπτο, ενώ το ίδιο το Ιράν αποτελεί τον τέταρτο μεγαλύτερο εξαγωγέα ουρίας παγκοσμίως, μετά τη Ρωσία, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.
Η έλλειψη αυτών των πρώτων υλών θα μπορούσε να οδηγήσει Ευρωπαίους αγρότες στη χρήση λιγότερων λιπασμάτων, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει υψηλότερες τιμές τροφίμων ή ακόμη και ελλείψεις εάν η σύγκρουση συνεχιστεί.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στην οικονομία, καθώς η μειωμένη χρήση αζώτου — βασικού συστατικού των λιπασμάτων — οδηγεί συνήθως σε χαμηλότερες γεωργικές αποδόσεις και, τελικά, σε ακριβότερα τρόφιμα.
Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τους περιορισμούς που επέβαλε η Κίνα στις εξαγωγές λιπασμάτων το 2024, προκειμένου να διασφαλίσει τον εφοδιασμό των εγχώριων αγροτών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προμηθεύεται περίπου 15% του καλίου και 11% των φωσφορικών αλάτων από το Ισραήλ, ενώ 30% του αζώτου προέρχεται από την Αίγυπτο. Οι εξαγωγές αυτών των χωρών είναι πιθανό να επηρεαστούν σημαντικά από τη σύγκρουση.
Πιο προστατευμένοι οι Αμερικανοί αγρότες
Η εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από προμηθευτές της περιοχής του Περσικού Κόλπου την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε αυξήσεις τιμών και διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών τους σε λιπάσματα από την εγχώρια παραγωγή ή από τον Καναδά, με μόλις 13% των φωσφορικών να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή. Έτσι, οι Αμερικανοί αγρότες και καταναλωτές θεωρούνται σχετικά πιο προστατευμένοι.
Αντίθετα, σημαντικές γεωργικές δυνάμεις όπως η Βραζιλία, η Ινδία και η Αυστραλία βρίσκονται ήδη υπό ισχυρή πίεση από τις αναταράξεις στις αγορές πρώτων υλών.
Διαβάστε ακόμη
Οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν: Η μάχη για τις τιμές ξεκινά από τη βιομηχανία (πίνακες)
Ποιοι Έλληνες εφοπλιστές έχουν πλοία στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής
3 μαθήματα που μας διδάσκει το γκολφ για τη ζωή και τις επιχειρήσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
