search icon

Διεθνή

Ο ασυνήθιστος ράφτης του Πάπα

Στο Instagram ανεβάζει φωτογραφίες χωρίς πουκάμισο και σε ζωηρές πόζες

Στη δουλειά του συνδυάζει ερωτικά και θρησκευτικά μοτίβα. Στο Instagram θα τον δείτε συχνά χωρίς πουκάμισο και σε ζωηρές πόζες. Εκ πρώτης όψεως ο σχεδιαστής και καλλιτέχνης Φίλιππο Σορτσινέλλι δεν μοιάζει με κάποιον που φτιάχνει άμφια και αξεσουάρ για παπάδες και καρδινάλιους αλλά περισσότερο με χίπστερ ή ράπερ. Ο Πάπας Φραγκίσκος όμως φοράει το άμφια του όπως και ο Βενέδικτος ο 16ος πριν από αυτόν. Άραγε η εξεζητημένη τέχνη ταιριάζει στους αυστηρούς κανόνες της καθολικής εκκλησίας;

Ναι, λέει στο μαγαζί του στη Ρώμη, ανάμεσα σε ράσα και με φόντο την θρησκευτική μουσική. Το να είσαι θρησκευόμενος στη δουλειά είναι «θεμελιώδες». Ταυτόχρονα όμως πρέπει να έχεις και καλλιτεχνική ελευθερία για να είναι δημιουργικός, λέει. Παραδείγματα συμβίωσης τέχνης και θρησκείας έχουν υπάρξει στο παρελθόν. Ο Σορτσινέλλι αναφέρεται στον Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο, ο οποίος βρήκε την ισορροπία μεταξύ των αυστηρών κανόνων της εκκλησίας και της δημιουργικότητας. Ορισμένοι κανόνες είναι στη φύση των πραγμάτων, λέει. «Αυτό είναι μέρος της λειτουργίας. Άλλωστε η λειτουργία αποτελείται από κανόνες και αυτοί πρέπει δικαίως να τηρούνται. Τίποτα από αυτά όμως δεν περιορίζουν τη δημιουργικότητα του καλλιτέχνη».

Οι αντιθέσεις κάνουν το έργο του ξεχωριστό. Το 2001 ίδρυσε την εταιρεία του «LAVS» για την παραγωγή ενδυμάτων για ιερείς και αξεσουάρ απαραίτητα για την καθολική λειτουργία. Από τη διάσημη μίτρα (ένα κάλυμμα κεφαλής, το οποίο χρησιμοποιείται παραδοσιακά από τους θρησκευτικούς ηγέτες) μέχρι τσάντες και κεντήματα των Ευαγγελίων, μπορούν να αγοραστούν στα καταστήματα του.

Από μικρός ενδιαφερόταν για τη ραπτική

Ακόμη και ως παιδί τον ενδιέφερε η ραπτική καθώς έβλεπε τη μητέρα του και την αδερφή του να ράβουν, δηλώνει ο ίδιος. Σε νεαρή ηλικία πήγε στη Ρώμη για να διδαχτεί το εκκλησιαστικό όργανο στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ιερής Μουσικής. Ένας φίλος του ζήτησε τότε να δημιουργήσει το ιμάτιο για την ιερατική του χειροτονία. Τελικά μέχρι και στο Βατικανό κατάλαβαν το ταλέντο του. Από τότε που έφτιαξε άμφια για έναν Ιταλό επίσκοπο, ο οποίος τώρα είναι καρδινάλιος, προσλήφθηκε στο Βατικανό.

Το 2008 έφτιαξε τα πρώτα άμφια για τον Πάπα Βενέδικτο. Το 2013 σχεδίασε τα άμφια που θα φορούσε ο Πάπας Φραγκίσκος στην εναρκτήρια λειτουργία του. Συνολικά έχει δημιουργήσει καμιά δεκαριά άμφια για τους δύο Ποντίφικες. Το κατάστημα «Sorcinelli’s Rome» βρίσκεται σε κεντρική τοποθεσία, σε κοντινή απόσταση από τους πιο σημαντικούς πελάτες του. Στο μαγαζί τραβούν τα βλέμματα τα πολύχρωμα ενδύματα που είναι κεντημένα με σύμβολα.

Ανάμεσα στους σταυρούς και τις εικόνες του Ιησού στέκεται ο ίδιος ο Φίλιππο Σορτσινέλλι, του οποίου η εμφάνιση είναι διαφορετική από ό,τι την περιμένει κανείς. Ο ίδιος ωστόσο παραμένει σεμνός. Το γεγονός βέβαια πως αναφέρεται στα μέσα ενημέρωσης ως ο ράφτης ή ο σχεδιαστής του Πάπα, τον κάνει φυσικά περήφανο. Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως ο Σορτσινέλλι έχει ντύσει και άλλους πατέρες της Εκκλησίας. Και δεν είναι ο μόνος σχεδιαστής που ντύνει τον Πάπα, αλλά αναμφισβήτητα είναι ο πιο διάσημος και από πολλούς θεωρείται χίπστερ.

Αμφιλεγόμενη εμφάνιση

Στα σόσιαλ μίντια ο 47χρονος πολλές φορές ανεβάζει στιγμιότυπα της καθημερινότητας του όπου χαλαρώνει στον καναπέ ή στο κρεβάτι. Δεν καταλαβαίνει όμως γιατί τόσο τέτοιες φωτογραφίες όσο γενικά και η εμφάνιση του αποτελούν μια αντίφαση για πολλούς. «Δεν είναι σκανδαλώδες. Είμαι ελεύθερος και κανονικός άνθρωπος», τονίζει. Υπάρχουν αρκετοί ιερείς με τατουάζ. Ο Σορτσινέλλι δεν έχει δεχθεί ποτέ αρνητικά σχόλια από το Βατικανό.

Καθημερινά εκκλησιαστικοί μπαίνουν στο μαγαζί του για να δούνε κάποια κομμάτια. Ακόμη και οι «απλοί» ιερείς περιλαμβάνονται στο πελατολόγιο του. Ο Σορτσινέλλι δημιουργεί επίσης αρώματα επί σειρά ετών, τα οποία αποκαλεί «όσφρηση ραπτικής» και η πιο γνωστή σειρά του είναι η σειρά θυμιάματός. Αναφέρει πως η ζήτηση για τα αρώματα είναι υψηλή και ξεκίνησε να τα δημιουργεί ως χαρακτηριστικό αναγνώρισης καθώς ψέκαζε και τα ρούχα πριν τα πουλήσει.

Διαβάστε περισσότερα στο Deutsche Welle

Exit mobile version