“Για πολλούς ανθρώπους η μεγαλύτερη «περιουσία» τους είναι ο μισθός του, έτσι πρέπει να τον διαχειρίζονται όπως την περιουσία τους”, σημειώνει η αναλύτρια και μάνατζερ Dawn Rapoport.
«Είναι σημαντικό να στοχεύουν οι άνθρωποι στο πως θα έχουν τις καλύτερες ευκαιρίες και πως θα έχουν καλύτερους μισθούς στο μέλλον», σημειώνει.
«Το να καλοπληρώνεται ένας εργαζόμενος για 10 χρόνια, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εξασφαλίσει το μέγιστο μισθολογικό κέρδος προς το τέλος της επαγγελματικής του καριέρας, όπως κανονικά θα έπρεπε να γίνεται», σημειώνει η Rapoport.
Σύμφωνα με έρευνες οι πλέον ριγμένες μισθολογικά είναι οι γυναίκες και αυτό πιθανά να οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχουν μακρά διαπραγματευτική εμπειρία.
Έτσι, όπως αποδεικνύεται, οι γυναίκες συνήθως αποδέχονται «με την μία» την πρώτη πρόταση για το ύψος του μισθού τους που τους γίνεται.
Όπως τονίζεται, ένας υπάλληλος πρέπει να είναι έτοιμος για διαπραγμάτευση στην επαγγελματική πρόταση που θα του γίνει.
Η έλλειψη διαπραγμάτευσης, επί της ουσίας κάνει κακό στην εικόνα του εργαζόμενου, μιας και ο εργοδότης σκέφτεται πώς «αυτός που δεν διαπραγματεύεται για τον εαυτό του θα διαπραγματευτεί για μένα;».
«Η τακτική που ακολουθούν οι εργοδότες σε μία προσφορά εργασίας είναι να τονίζουν ότι το ύψος του μισθού είναι αδιαπραγμάτευτο, όμως πάντα υπάρχει χώρος για διαπραγμάτευση», σημειώνει ο Lee E. Miller , συγγραφές του «Οδηγού διαπραγμάτευσης των γυναικών».
Μία λάθος τακτική που ακολουθούν από την πλευρά τους οι γυναίκες είναι ότι αποδέχονται την πρόταση που θα τους γίνει, πιστεύοντας ότι μέσα από την δουλειά τους θα καταφέρουν να πείσουν τους προϊστάμενους της να τους προσφέρουν καλύτερο μισθό.
Το βασικό λάθος σε αυτή την στρατηγική είναι πως όσο πιο χαμηλά ξεκινήσει κανείς, τόσο πιο μικρές και «ανεπαίσθητες» θα είναι οι πιθανές αυξήσεις που θα του γίνουν. Ένα 10% αύξηση, ανάλογα με το ποσό που εισπράττει κανείς είναι πολύ διαφορετικός μισθός.
Όσο πιο σίγουρη είναι μία εργαζόμενη, τόσο δυσκολότερο είναι να πάρει αύξηση. «Γιατί να δώσει περισσότερα χρήματα ένας εργοδότης στο υπάλληλό του, όταν ξέρει ότι δεν θα του φύγει ποτέ», σημειώνει ο Miller.
Όσες πιο πολλές δουλειές αλλάζει κάποιος, τόσο περισσότερες ευκαιρίες έχει να πετύχει το ύψος του μισθού που επιθυμεί, αναφέρεται, όμως δεν πρέπει να πιέζει για αύξηση, απειλώντας πως έχει και άλλες προτάσεις, γιατί κάποια στιγμή θα του πουν πως «καλύτερα να αποδεχτεί τις άλλες προτάσεις» και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν οι θέση του θα επιβαρυνθεί.
Δύο είναι οι τρόποι να πάρει κανείς αύξηση, αναφέρει ο Miller. Ή να έχει καλύτερη πρόταση ή να διαπραγματεύεται.
Μία καλή αρχή διαπραγμάτευσης για το ύψος του μισθού, εξαρτάται και από τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει ο εργαζόμενος.
Το κλειδί σε αυτή την διαπραγμάτευση είναι να δείξει ο εργαζόμενος/η ότι με κάποια πράγματα παραπάνω θα είναι ευτυχισμένος. Η κατάλληλη λέξη είναι το «ευτυχισμένος». Κανείς δεν θέλει έναν εργαζόμενο που θα κάνει μια δουλειά που δεν τον ευχαριστεί.
Έτσι μία καλή προσέγγισή, αναφέρει ο Miller, θα ήταν μία φράση όπως: «Μπορείς να μου κάνεις μία πρόταση που θα την αποδεχτώ με χαρά;», όπου ο εργοδότης νιώθει ότι η πρόταση που θα κάνει θα κάνει το μελλοντικό εργαζόμενο ευτυχισμένο.
