Η ειρηνευτική συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Μινσκ, δίνοντας τέλος στην ουκρανική διαμάχη μπορεί να είναι αυτό ακριβώς που επιζητούσε αυτή τη στιγμή ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, ώστε να αποφύγει την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης που θα οδηγήσει την οικονομία της χώρας σε βαθύτερη κρίση.
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν και οι ηγέτες της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ουκρανίας αποφάσισαν την κατάπαυση του πυρός από τις 15 Φεβρουαρίου.
«Η Ρωσία δεν θα αφήσει την Ουκρανία μόνη της, αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε σύγκρουση με με τους βασικούς στόχους του Πούτιν, όταν ξεκίνησε η κρίση» ανέφερε ο πολιτικός αναλυτής και υπότροφος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων Masha Lipman.
«Αυτή η συμφωνία δεν ανταποκρίνεται με την πολιτική που ακολουθεί η Ρωσία και στοχεύει στην διατάραξη της ανάπτυξης της Ουκρανίας.
Και μπορεί η Άνγκελα Μέρκελ να γνώριζε εξαρχής τις δυσκολίες που υπήρχαν για την επίτευξη συμφωνίας, ωστόσο, η διπλωματική επανάσταση έδωσε ανάσα στον Βλαντιμίρ Πόυτιν. Αλλά οι ηγέτες της ΕΕ προειδοποίησαν για ακόμα μία φορά το Ρώσο πρόεδρο πως αν δεν τηρηθούν ατ νέα μέτρα και σπάσει η εκεχειρία, τότε θα έρθει αντιμέτωπος με νέες κυρώσεις.
Σύμφωνα με το Βλαντιμίρ Πούτιν οι ηγέτες συμφώνησαν σε «βασικά ζητήματα».
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο υποσχέθηκε να αποκεντρώσει μερικές δυνάμεις, αν και απέρριψε αυτονομία στις περιοχές Donetsk και Luhansk και αρνήθηκε να στραφεί σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης.
Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία είναι πιθανό να ελέγξει τα σύνορα και έτσι η ανατολική Ουκρανία, θα φύγει από τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης. Την ίδια ώρα η Ουκρανία κατέληξε σε προκαταρκτική συμφωνία ώστε να συνεχιστεί η οικονομική ενίσχυση από το ΔΝΤ καθώς η συγκρούσεις έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην οικονομία της.
Ένας ανώτερος Ρώσος νομοθέτης, Alexei Pushkov, δήλωσε ότι η ειρηνευτική συμφωνία ήταν μια ήττα για την Ουκρανία και τους συμμάχους της, οι οποίοι επιδιώκουν νίκη επί των φιλο-ρωσικών αυτονομιστών.
